Η εταιρική αδικοπραγία και ο ρόλος των ρυθμιστικών αρχών

19:08 - 04 Δεκ 2015 | ck
Η υπόθεση της VW είναι μια χρήσιμη υπενθύμιση ότι η εταιρική αδικοπραγία δεν περιορίζεται μόνο στον τραπεζικό κλάδο ή και σε κάποιους άλλους μεμονωμένους "προβληματικούς" κλάδους, αλλά αποτελεί μάλλον γενικευμένο φαινόμενο του επιχειρηματικού σύμπαντος.

H απλή επιβολή προστίμων ή οι αλλαγές επουσιωδών κανονισμών είναι μάλλον απίθανο να λύσουν το πρόβλημα. Οι ενδεχόμενες συστημικές αλλαγές για να προληφθούν μελλοντικές εκτροπές συνήθως δεν στέφονται από επιτυχία αν δεν γίνονται με καλά σχεδιασμένο και αποτελεσματικό τρόπο. Με κάθε πρόσθετη μεμονωμένη ρύθμιση, η διεθνής εμπειρία έχει δείξει ότι πολλαπλασιάζονται και οι "καινοτομίες" που κάνουν οι επιχειρήσεις για να την παρακάμψουν.

 

Μέχρι στιγμής τουλάχιστον, σε παγκόσμιο επίπεδο και ιδιαίτερα στη Δύση, οι ρυθμιστικές αρχές δεν έχουν αρκούντως "τραβήξει το αυτί" των μεγάλων επιχειρήσεων ώστε να αλλάξουν τακτική. Οι επιχειρήσεις -και ιδιαίτερα οι μεγάλου μεγέθους επιχειρήσεις- έχουν τη τάση να σκέφτονται και να παίρνουν αποφάσεις συστηματικά επί της βάσεως κόστους-οφέλους, στη προσπάθειά τους να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους.


Αν τα πρόστιμα που επιβάλλονται από τις ρυθμιστικές αρχές στις επιχειρήσεις που προσπαθούν να παραπλανήσουν το σύστημα είναι μικρού μεγέθους σε σχέση με τα αναμενόμενα κέρδη από την παράβαση των κανονισμών, είναι απολύτως βέβαιο ότι οι επιχειρήσεις θα συνεχίσουν τη πρακτική της μη συμμόρφωσης και τις προσπάθειες παράκαμψης των κανόνων του παιχνιδιού.

 

Και για να αναφερθούμε σε ένα πρόσφατο και επίκαιρο παράδειγμα, αυτό των ρύπων των "καθαρών" μηχανών ντίζελ της Volkswagen, δεν πρέπει να αποτελεί έκπληξη ότι υπήρχαν κίνητρα στην αυτοκινητοβιομηχανία για την παραπλάνηση του συστήματος. Οι περισσότεροι ειδικοί αναγνωρίζουν -και ο περισσότερος κόσμος γνωρίζει- ότι η πραγματική οικονομία του καυσίμου δεν αντιστοιχεί στους αριθμούς που αναφέρονται επισήμως - πολλοί προκύπτουν από δοκιμές που πραγματοποιούνται με τον αέρα να φυσάει από πίσω, ή σε μια ιδιαίτερα ομαλή επιφάνεια του δρόμου. Ομοίως, όποιος έχει σταθεί δίπλα σε ένα πετρελαιοκίνητο όχημα, ακόμη και σε ένα μοντέλο οχήματος που διακηρύσσει τις αρετές του "καθαρού ντίζελ", μπορεί να διαπιστώσει με ευκολία ότι μυρίζει πιο βαριά από τα αυτοκίνητα που κινούνται με βενζίνη.

 

Μέχρι στιγμής, το σκάνδαλο της Volkswagen έχει εξελιχθεί σύμφωνα με ένα γνωστό -και πολύ προβλέψιμο- σενάριο: Αποκαλύψεις για επαίσχυντη συμπεριφορά επιχειρήσεων (σε αυτή την περίπτωση, το λογισμικό που παραποιούσε τις εκπομπές ρύπων σε 11 εκατομμύρια -υπάρχουν σοβαρές υποψίες ότι ο αριθμός είναι πολύ μεγαλύτερος- πετρελαιοκίνητα οχήματα της εταιρείας). Μεγαλοστελέχη της εταιρείας ζητούν συγγνώμη. Κάποιοι χάνουν τις δουλειές τους. Οι διάδοχοί τους υπόσχονται να αλλάξουν την εταιρική κουλτούρα και να επανορθώσουν τα κακώς κείμενα. Οι κυβερνήσεις ετοιμάζονται να επιβάλουν πρόστιμα και αρκετές ιδιωτικές επιχειρήσεις και ιδιώτες-καταναλωτές στρέφονται νομικά κατά της Volkswagen και εγείρουν αξιώσεις. Η ζωή συνεχίζεται. Τίτλοι τέλους. Αλλά οι υποσχέσεις για καλύτερη συμπεριφορά δεν είναι αρκετές, όπως έχει δείξει μια ατελείωτη σειρά από σκάνδαλα και στον χρηματοπιστωτικό κλάδο. Μόλις οι ρυθμιστικές αρχές αντιμετωπίσουν μια υπόθεση χειραγώγησης της αγοράς, αμέσως προκύπτει κάποια άλλη, ακόμη πιό περίπλοκη υπόθεση παράβασης.

 

Το πρόβλημα με τον τραπεζικό κλάδο είναι ότι είναι χτισμένος πάνω σε μια αρχή που δημιουργεί κίνητρα για κακή συμπεριφορά. Οι τράπεζες γνωρίζουν περισσότερα στοιχεία σχετικά με τις συνθήκες της αγοράς -και την πιθανότητα αποπληρωμής των δανείων τους- από τους καταθέτες τους. Αυτή η "κατ' αποκλειστικότητα" γνώση ευαίσθητων οικονομικών πληροφοριών και η κακώς εννοούμενη τραπεζική εμπιστευτικότητα -που σε ορισμένες περιπτώσεις μεταπίπτει σε μεροληπτική τραπεζική μυστικοπάθεια- βρίσκονται στο επίκεντρο της οικονομικής δραστηριότητας. Οι τράπεζες είναι επίσης εξαιρετικά ευάλωτες στα σκάνδαλα διότι πολλοί από τους υπαλλήλους τους συμπεριφέρονται -σε πολλές περιπτώσεις ταυτόχρονα και συγχρονισμένα- με τρόπους που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την φήμη, ακόμη και τον ίδιο τον ισολογισμό ολόκληρης της επιχείρησης. Αρκετά πρόσφατα, στην JPMorgan-Chase μόνο, για παράδειγμα, ένας τέτοιος υπάλληλος-στέλεχος (γνωστός ως "φάλαινα" του Λονδίνου) κόστισε στην εταιρεία περίπου 6 δισ. δολάρια.

 

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι υπάρχουν δύο σημαντικές ομοιότητες μεταξύ των σκανδάλων στην Volkswagen και στον χρηματοπιστωτικό τομέα, που εύκολα μπορεί να προβληθούν και σε άλλους βιομηχανικούς κλάδους και μεγάλες επιχειρήσεις:

  • Η πρώτη είναι ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις, τράπεζες ή βιομηχανίες, είναι βαθιά ριζωμένες στην εθνική οικονομική πολιτική, με εκλεγμένα κυβερνητικά στελέχη να εξαρτώνται από τις εν λόγω επιχειρήσεις για την δημιουργία θέσεων εργασίας και φορολογικών εσόδων. Η Volkswagen ειδικότερα, αποτελεί κάτι σαν εικόνισμα της γερμανικής βιομηχανίας. Η καγκελάριος Μέρκελ έχει κάνει τα πάντα για να στηρίξει την εταιρεία, όπως επίσης και ο προκάτοχός της καγκελάριος Σρέντερ.
  • Η δεύτερη ομοιότητα είναι ότι και οι δύο βιομηχανίες υπόκεινται παγκοσμίως -και ιδιαίτερα στη Δύση- σε πολλαπλούς ρυθμιστικούς στόχους. Με δυο λόγια, οι μεγάλες επιχειρήσεις χρησιμοποιούνται από τις εθνικές κυβερνήσεις ως όργανα άσκησης οικονομικής πολιτικής.

Οι ρυθμιστικές αρχές μπορεί να θέλουν να γίνουν ασφαλέστερες οι τράπεζες, αλλά επιθυμούν επίσης οι τράπεζες να δανείζουν περισσότερα χρήματα στην πραγματική οικονομία, κάτι που συχνά σημαίνει ανάληψη περισσότερων κινδύνων. Η ρύθμιση των εκπομπών των αυτοκινήτων αντιμετωπίζει παρόμοιο πρόβλημα. Καθώς η εστίαση των ρυθμιστικών αρχών στράφηκε προς τον περιορισμό της υπερθέρμανσης του πλανήτη, υπήρξαν τεράστια κίνητρα για την κατασκευή οχημάτων που θα παράγουν λιγότερες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, ακόμη και αν αυτό ματαφράζεται στη πραγματικότητα -όπως με τους κινητήρες ντίζελ- ότι θα εκπέμπουν άλλα αέρια και μικρο-σωματίδια, τα οποία είναι πολύ πιό επιβλαβή για τους ανθρώπους που τυχαίνει να βρίσκονται σε κοντινή απόσταση.

 

Όπως δείχνει τόσο γλαφυρά η κρίση της Volkswagen, αλλά και το "μπέρδεμα" των τραπεζών, είναι καιρός να κάνουμε μια σοβαρή συζήτηση για το πώς θα δημιουργήσουμε το ρυθμιστικό πλαίσιο και τους κανονισμούς που θα παρέχουν τα κατάλληλα κίνητρα για την επίτευξη των στόχων που πραγματικά επιθυμούμε ως κοινωνία, με τη προσήκουσα ιεράρχιση προτεραιοτήτων προς επίτευξη της μέγιστης δυνατής οικονομικής και κοινωνικής ευημερίας.

 

Μόνο όταν γίνει αυτή η συζήτηση -σε εθνικό αλλά και σε διεθνές επίπεδο- και επανεξετάσουμε τους κανόνες λειτουργίας των ρυθμιστικών αρχών, επανακαθορίσουμε τον σκοπό, την μορφή, την μεθοδολογία και τα όρια δράσης τους -χρησιμοποιώντας όχι μόνο κατασταλτικές μεθόδους, αλλά και την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις- και αν ταυτόχρονα αποφασίσουμε να μην ανεχτούμε την συστηματική παραβατική συμπεριφορά των επιχειρήσεων -καθιστώντας την ασύμφορη από πλευράς ποινών-, παρθούν οι τελικές αποφάσεις και εφόσον οι αποφάσεις αυτές εφαρμοστούν με επιτυχία, τότε μόνο θα μπορέσουμε να αποκτήσουμε τα αυτοκίνητα, τις τράπεζες, καθώς και τα υπόλοιπα αγαθά και τις υπηρεσίες που πραγματικά επιθυμούμε ως καταναλωτές και ως πολίτες.

Copyright © 1999-2020 Premium S.A. All rights reserved.