Σύμφωνα με την ανάλυση, το ενδιαφέρον των επενδυτών δεν επικεντρώνεται πλέον στο εάν οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις θα επιστρέψουν σε αναπτυξιακή τροχιά, αλλά στη διάρκεια και την ένταση του νέου ανοδικού κύκλου που διαμορφώνεται. Η UBS θεωρεί ότι η συνδυασμένη επίδραση των βελτιωμένων μακροοικονομικών συνθηκών και των διαρθρωτικών αλλαγών δημιουργεί ισχυρές προϋποθέσεις για υπεραπόδοση των ευρωπαϊκών αγορών.
Θετικό διεθνές περιβάλλον για τις αγορές
Η UBS επισημαίνει ότι οι παγκόσμιες χρηματιστηριακές αγορές κινούνται κοντά στα ιστορικά υψηλά τους, έχοντας αφήσει πίσω τις ανησυχίες που προκάλεσε η ένταση στη Μέση Ανατολή. Οι επενδυτές, όπως αναφέρει, στρέφουν εκ νέου την προσοχή τους στα ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη της παγκόσμιας οικονομίας.
Στην εκτίμησή της συμβάλλουν η ανθεκτικότητα της κατανάλωσης, η άνετη πρόσβαση των επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση, οι υποστηρικτικές δημοσιονομικές πολιτικές και η σταδιακή ανάκαμψη της μεταποίησης. Παράλληλα, ο οίκος θεωρεί ότι οι μακροπρόθεσμες διαρθρωτικές τάσεις παραμένουν θετικές, αν και συστήνει μεγαλύτερη επιλεκτικότητα στις επενδύσεις που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη.
Στο ίδιο πλαίσιο, η UBS προβλέπει αύξηση των κερδών ανά μετοχή (EPS) άνω του 20% για τον παγκόσμιο δείκτη MSCI AC World μέσα στο 2026, εκτιμώντας ότι, αν και ο τεχνολογικός κλάδος θα συνεχίσει να πρωταγωνιστεί, η άνοδος των εταιρικών κερδών θα επεκταθεί σταδιακά και σε περισσότερους τομείς της οικονομίας.
Αναβάθμιση Ευρώπης και Ευρωζώνης
Η σημαντικότερη αλλαγή στη στρατηγική της UBS αφορά την Ευρώπη. Ο οίκος αναβαθμίζει τις ευρωπαϊκές μετοχές, τις μετοχές της Ευρωζώνης και τον τραπεζικό κλάδο από «ουδέτερη» σε «ελκυστική» επενδυτική επιλογή, επιλέγοντας πλέον μια περισσότερο κυκλική τοποθέτηση στα χαρτοφυλάκια.
Όπως εξηγεί, η αποκλιμάκωση των τιμών του πετρελαίου επιτρέπει στις αγορές να επανεστιάσουν στις βελτιούμενες οικονομικές προοπτικές της Ευρώπης. Με βάση αυτό το σενάριο, αυξάνει τον στόχο της για τον δείκτη Euro Stoxx 50 έως τον Ιούνιο του 2027 στις 6.900 μονάδες, από 6.600 προηγουμένως, εκτιμώντας περιθώριο ανόδου περίπου 10%, στο οποίο προστίθεται και μερισματική απόδοση της τάξης του 3%.
Η UBS προβλέπει ακόμη ότι η εταιρική κερδοφορία στην Ευρωζώνη θα εξέλθει από την τριετή περίοδο στασιμότητας, με συνολική αύξηση των κερδών περίπου 25% κατά τη διετία 2026-2027.
Οι αποτιμήσεις δεν θεωρούνται αποτρεπτικές
Παρότι αναγνωρίζει ότι οι ευρωπαϊκές μετοχές δεν χαρακτηρίζονται πλέον ιδιαίτερα φθηνές, η UBS θεωρεί πως οι αποτιμήσεις παραμένουν δικαιολογημένες.
Ο δείκτης Euro Stoxx διαπραγματεύεται με δείκτη τιμής προς κέρδη (P/E) 12μήνου στις 14,9 φορές, περίπου 16% υψηλότερα από τον ιστορικό μέσο όρο της τελευταίας εικοσαετίας. Ωστόσο, ο οίκος εκτιμά ότι η αποτίμηση αυτή αντανακλά τα πρώτα στάδια ενός νέου ανοδικού κύκλου κερδών.
Παράλληλα, σημειώνει ότι η μέση ευρωπαϊκή εισηγμένη εξακολουθεί να διαπραγματεύεται περίπου στις 14 φορές τα αναμενόμενα κέρδη, επίπεδο που ευθυγραμμίζεται με τον ιστορικό μέσο όρο, ενώ οι προοπτικές κερδοφορίας εμφανίζονται πλέον σαφώς βελτιωμένες.
Διεύρυνση του επενδυτικού ενδιαφέροντος
Ένα ακόμη στοιχείο που υπογραμμίζει η UBS είναι ότι το επόμενο στάδιο της αγοράς δεν θα περιορίζεται αποκλειστικά στις μετοχές που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη.
Μέχρι σήμερα, σημαντικό μέρος των αποδόσεων προήλθε από εταιρείες ημιαγωγών, εξοπλισμού πληροφορικής και εξηλεκτρισμού. Ωστόσο, η UBS εκτιμά ότι το επόμενο διάστημα το ανοδικό κύμα θα επεκταθεί και σε περισσότερους κυκλικούς κλάδους, καθώς και σε εταιρείες που μέχρι σήμερα είχαν υποαποδώσει.
Στο πλαίσιο αυτής της μετατόπισης, υποβαθμίζει τον περισσότερο αμυντικό κλάδο των ακινήτων σε «ουδέτερη» στάση, επιλέγοντας να δώσει μεγαλύτερη έμφαση σε κλάδους που συνδέονται με την οικονομική ανάπτυξη.
Οι τράπεζες στο επίκεντρο των επιλογών
Ιδιαίτερα θετική εμφανίζεται η UBS για τον ευρωπαϊκό τραπεζικό κλάδο, τον οποίο χαρακτηρίζει ως μία από τις πιο ελκυστικές επενδυτικές επιλογές της περιόδου.
Η εκτίμηση αυτή βασίζεται στην ισχυρή ζήτηση για νέα δάνεια, στην αυξημένη δραστηριότητα στις κεφαλαιαγορές, στο ευνοϊκό περιβάλλον επιτοκίων και στις αποτιμήσεις που εξακολουθούν να θεωρούνται λογικές σε σχέση με τις προοπτικές κερδοφορίας.
Παράλληλα, σημειώνει ότι η απόδοση ιδίων κεφαλαίων των τραπεζών έχει επιστρέψει στα υψηλότερα επίπεδα από την περίοδο πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, ενώ οι ισχυροί δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας επιτρέπουν τη διατήρηση γενναιόδωρων διανομών προς τους μετόχους, με προβλεπόμενη μερισματική απόδοση περίπου 4,8%.
Βελτιωμένες διαρθρωτικές προοπτικές για την Ευρώπη
Η UBS εκτιμά ότι η σημερινή εικόνα της ευρωπαϊκής οικονομίας διαφέρει αισθητά από εκείνη της προηγούμενης δεκαπενταετίας.
Όπως αναφέρει, οι τράπεζες διαθέτουν πλέον ισχυρή κεφαλαιακή βάση και αυξημένη δυνατότητα χρηματοδότησης της οικονομίας, το ιδιωτικό χρέος παραμένει σχετικά χαμηλό, ενώ οι επενδύσεις που συνδέονται με νέες τεχνολογίες και τον παραγωγικό μετασχηματισμό ενισχύουν τις προοπτικές των επιχειρηματικών επενδύσεων.
Ταυτόχρονα, επισημαίνει ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αναγνωρίζουν ολοένα και περισσότερο την ανάγκη ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, γεγονός που μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά για την ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια.
Οι βασικοί κίνδυνοι
Παρά την αισιοδοξία της, η UBS υπογραμμίζει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί παράγοντες κινδύνου.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνει μια πιθανή επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας, την επανεμφάνιση πληθωριστικών πιέσεων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε πιο περιοριστική νομισματική πολιτική, καθώς και ενδεχόμενη κλιμάκωση των γεωπολιτικών ή εμπορικών εντάσεων.
Επιπλέον, επισημαίνει ότι οι αγορές παραμένουν ευάλωτες σε πιθανή υποχώρηση των αποτιμήσεων εφόσον τα οικονομικά αποτελέσματα απογοητεύσουν ή εάν επιδεινωθούν οι προοπτικές των επενδύσεων που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη.
Παρά τους κινδύνους αυτούς, η UBS διατηρεί την εκτίμησή της ότι η Ευρώπη εισέρχεται σε μια περίοδο ισχυρότερων αναπτυξιακών προοπτικών, με τις μετοχές και ιδιαίτερα τον τραπεζικό κλάδο να αποτελούν βασικές επιλογές για τους επενδυτές κατά τους επόμενους δώδεκα μήνες.



