Σε αυτό το πλαίσιο, ο πανευρωπαϊκός δείκτης STOXX 600 έκλεισε με απώλειες 0,38%, στις 654,87 μονάδες, υποχωρώντας από επίπεδα κοντά στο ιστορικό υψηλό που είχε προσεγγίσει νωρίτερα κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Ωστόσο, οι επιμέρους ευρωπαϊκές αγορές παρουσίασαν μικτή εικόνα, με τους βασικούς χρηματιστηριακούς δείκτες της Γαλλίας και της Ισπανίας να ολοκληρώνουν τη συνεδρίαση με κέρδη.
Την ίδια στιγμή, ο γερμανικός DAX υποχώρησε κατά 0,41%, στις 26.330,05 μονάδες, ενώ ο βρετανικός FTSE 100 κατέγραψε απώλειες 0,43%, κλείνοντας στις 10.782,66 μονάδες. Μεγαλύτερες πιέσεις δέχθηκε ο ιταλικός FTSE MIB, ο οποίος σημείωσε πτώση 1,03%, στις 50.505,87 μονάδες.
Στον αντίποδα, ο γαλλικός CAC 40 κινήθηκε ανοδικά κατά 0,34%, στις 8.205,37 μονάδες, ενώ ο ισπανικός IBEX 35 ενισχύθηκε κατά 0,41%, κλείνοντας στις 19.450,90 μονάδες.
Οι μετοχές του τεχνολογικού κλάδου υποχώρησαν κατά 3,2%, καταγράφοντας το χαμηλότερο επίπεδό τους εδώ και σχεδόν δύο μήνες. Η εξέλιξη αυτή ακολούθησε τις απώλειες στη Wall Street, όπου ο τεχνολογικός δείκτης Nasdaq βρίσκεται κοντά στην επιβεβαίωση εισόδου σε φάση διόρθωσης.
Η αβεβαιότητα σχετικά με τις προοπτικές του παγκόσμιου τεχνολογικού κλάδου παρέμεινε έντονη, λόγω των ανησυχιών ότι η αυξημένη εποπτεία και ο ενδεχόμενος περιορισμός της ανάπτυξης των κέντρων δεδομένων (data centres) θα μπορούσαν να επιβραδύνουν τις επενδύσεις στην ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης.
Ωστόσο, αναλυτές επισήμαναν ότι οι υφιστάμενες παραγγελίες είναι απίθανο να επηρεαστούν.
«Οι ανησυχίες σχετικά με το ενδεχόμενο αυστηρότερης ρύθμισης της τεχνητής νοημοσύνης δεν έχουν εξαλειφθεί. Προς το παρόν, όμως, φαίνεται να αντισταθμίζονται από τις ισχυρές επενδύσεις σε κέντρα δεδομένων και την ανθεκτικότητα των εταιρικών κερδών», ανέφερε σε σημείωμά του ο John Plassard, επικεφαλής επενδυτικής στρατηγικής της Cité Gestion.
Παράλληλα, οι μετοχές του αμυντικού κλάδου υποχώρησαν κατά 2,6%, με τη Rheinmetall να καταγράφει σημαντική πτώση 16,1%, μετά τη δεύτερη αναθεώρηση προς τα κάτω της πρόβλεψής της για τις πωλήσεις του 2026 μέσα σε διάστημα μόλις τριών μηνών.
Αμέσως μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ, οι προσδοκίες ήταν αυξημένες ότι οι προσπάθειες για τον τερματισμό της σύγκρουσης με το Ιράν θα μπορούσαν να επιταχυνθούν. Παράλληλα, εκτιμάτο ότι οι Δημοκρατικοί θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως αντίβαρο στην υπερβολική δημοσιονομική επέκταση, αλλά και σε πολιτικές που ενδέχεται να στοχεύσουν συγκεκριμένους κλάδους, όπως οι ευρωπαϊκές τράπεζες και οι εταιρείες καθαρής ενέργειας.
Σε επίπεδο μεμονωμένων εταιρειών, η Air France-KLM ενισχύθηκε κατά 12%, καθώς ανακοίνωσε αποτελέσματα τρίτου τριμήνου καλύτερα των προσδοκιών. Αντίστοιχα, η εταιρεία ανανεώσιμων πηγών ενέργειας Orsted κατέγραψε άνοδο 3,5%, μετά την ανακοίνωση ισχυρών οικονομικών αποτελεσμάτων.
Αντίθετα, η Aker BP υποχώρησε κατά 5,6%, μετά την πώληση από την BP ποσοστού 5% της συμμετοχής της στη νορβηγική εταιρεία πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η Τράπεζα της Αγγλίας (Bank of England) αύξησε τα επιτόκια για πρώτη φορά έπειτα από περισσότερα από τρία χρόνια, προειδοποιώντας παράλληλα ότι ενδέχεται να χρειαστεί τουλάχιστον



