Η ιστορική ήττα των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές της Τρίτης προκάλεσε ισχυρούς κλυδωνισμούς στη Wall Street, επαναφέροντας στο προσκήνιο τα ερωτήματα για την ανθεκτικότητα της αμερικανικής χρηματιστηριακής αγοράς. Παρά το γεγονός ότι η ιστορία ευνοεί τους επενδυτές κατά το έτος που ακολουθεί τις ενδιάμεσες εκλογές, μια σειρά από οικονομικές και πολιτικές ιδιαιτερότητες δημιουργούν αμφιβολίες για το κατά πόσο το ίδιο μοτίβο θα επαναληφθεί και το 2027.
Άλλωστε, όπως σημειώνει το Reuters σε ανάλυσή του, η δεύτερη προεδρική θητεία του Ντόναλντ Τραμπ έχει ήδη ανατρέψει αρκετές από τις παραδοσιακές παραδοχές πάνω στις οποίες στηρίζονταν επί δεκαετίες οι επενδυτικές στρατηγικές.
Η πρώτη αντίδραση των αγορών στην επικράτηση των Δημοκρατικών ήταν ενδεικτική του κλίματος αβεβαιότητας. Η Wall Street έχασε χρηματιστηριακή αξία ύψους 3,2 τρισ. δολαρίων, ενώ οι μετοχές των αμερικανικών εταιρειών ημιαγωγών υποχώρησαν κατά 12% την Πέμπτη (5/11), καταγράφοντας τη δεύτερη μεγαλύτερη πτώση στην ιστορία τους.
Στο επίκεντρο των ανησυχιών βρίσκεται το ενδεχόμενο το ελεγχόμενο από τους Δημοκρατικούς Κογκρέσο να επιβραδύνει τη ραγδαία ανάπτυξη των κέντρων δεδομένων που υποστηρίζουν την Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ), έναν από τους σημαντικότερους μοχλούς της χρηματιστηριακής ανόδου των τελευταίων ετών.
Τι δείχνει η ιστορία μετά τις ενδιάμεσες εκλογές
Τα ιστορικά δεδομένα προσφέρουν, εκ πρώτης όψεως, σημαντικούς λόγους αισιοδοξίας. Από το 1950 και έπειτα, ο δείκτης S&P 500 έχει καταγράψει άνοδο σε κάθε δωδεκάμηνο που ακολούθησε τις ενδιάμεσες εκλογές, με μέση απόδοση περίπου 15%.
Η συγκεκριμένη επίδοση αποκτά μεγαλύτερη σημασία όταν συγκριθεί με τη συνολική ιστορική συμπεριφορά της αμερικανικής χρηματιστηριακής αγοράς.
Σύμφωνα με αναλυτές της Deutsche Bank, από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ο S&P 500 έχει σημειώσει θετική ετήσια απόδοση στο 71% των ημερολογιακών ετών, με μέση άνοδο λίγο μεγαλύτερη του 9% και διάμεση απόδοση 11,6%.
Αντίθετα, κατά τα δωδεκάμηνα που ακολούθησαν τις ενδιάμεσες εκλογές μεταξύ 1946 και 2022, ο δείκτης ενισχύθηκε στο 100% των περιπτώσεων, με μέση απόδοση 14,4% και διάμεση 13,7%.
Πρόκειται για μια αξιοσημείωτη διαφορά, η οποία συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την υποχώρηση της πολιτικής αβεβαιότητας μετά την ολοκλήρωση της εκλογικής διαδικασίας.
Όπως επισημαίνει ο Κιθ Λέρνερ, επικεφαλής επενδύσεων της Truist Wealth Advisory, η μέση άνοδος του S&P 500 κατά τα έτη διεξαγωγής ενδιάμεσων εκλογών από το 1949 περιορίζεται στο 8,4%.
Η αβεβαιότητα σχετικά με το εκλογικό αποτέλεσμα, τις πιθανές αλλαγές στους πολιτικούς συσχετισμούς και τις επιπτώσεις τους στην οικονομική πολιτική συχνά λειτουργεί ανασταλτικά για τις αγορές πριν από την κάλπη.
Μετά τις εκλογές, ωστόσο, το τοπίο τείνει να ξεκαθαρίζει. Παράλληλα, η συνύπαρξη διαφορετικών πολιτικών πλειοψηφιών στον Λευκό Οίκο και το Κογκρέσο περιορίζει τη δυνατότητα προώθησης ριζικών νομοθετικών αλλαγών, δημιουργώντας ένα περιβάλλον σχετικής προβλεψιμότητας που παραδοσιακά ευνοεί τους επενδυτές.
Ένα ακόμη ενδιαφέρον ιστορικό στοιχείο αφορά την πορεία της αμερικανικής οικονομίας κατά το τρίτο έτος της προεδρικής θητείας, δηλαδή το ημερολογιακό έτος που ακολουθεί τις ενδιάμεσες εκλογές.
Από το 1950 και έπειτα, οι ΗΠΑ δεν έχουν καταγράψει ύφεση κατά τη διάρκεια αυτού του έτους. Μάλιστα, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Λέρνερ, η μέση απόδοση του S&P 500 κατά το τρίτο έτος του προεδρικού κύκλου φτάνει το 20,9%, ξεπερνώντας αισθητά τις αντίστοιχες επιδόσεις των υπόλοιπων ετών.
Μία πιθανή εξήγηση είναι ότι τα δημοσιονομικά μέτρα που υιοθετούνται κατά τα δύο πρώτα χρόνια μιας προεδρίας χρειάζονται χρόνο για να αποδώσουν στην πραγματική οικονομία. Παράλληλα, οι επιπτώσεις προηγούμενων αυξήσεων των επιτοκίων από τη Fed ιστορικά δεν εκδηλώνονται συνήθως με την ίδια ένταση κατά τη συγκεκριμένη περίοδο.
Γιατί το 2027 μπορεί να αποτελέσει εξαίρεση
Παρά τη θετική ιστορική παράδοση, οι σημερινές συνθήκες παρουσιάζουν σημαντικές αποκλίσεις από προηγούμενους εκλογικούς κύκλους.
Καταρχάς, η αμερικανική χρηματιστηριακή αγορά έχει ήδη καταγράψει ισχυρές επιδόσεις κατά τη διάρκεια του 2026. Ακόμη και μετά τις μεγάλες απώλειες της Πέμπτης, ο S&P 500 βρίσκεται μόλις 5% χαμηλότερα από το ιστορικό υψηλό του.
Αυτό σημαίνει ότι ένα σημαντικό μέρος των προσδοκιών για μελλοντική ανάπτυξη ενδέχεται να έχει ήδη ενσωματωθεί στις σημερινές αποτιμήσεις, περιορίζοντας τα περιθώρια περαιτέρω ανόδου.
Την ίδια στιγμή, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο μιας βαθύτερης χρηματιστηριακής διόρθωσης.
Πριν από τη μεγάλη πτώση της Πέμπτης, η μέγιστη υποχώρηση του S&P 500 από τα υψηλά του μέσα στο 2026 είχε περιοριστεί στο 9%. Σύμφωνα με στοιχεία της JPMorgan, το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί περίπου στο μισό της συνήθους μέγιστης διόρθωσης, η οποία κυμαίνεται μεταξύ 18% και 19% κατά τα έτη των ενδιάμεσων εκλογών.
Επομένως, η σχετικά περιορισμένη μεταβλητότητα που είχε προηγηθεί δεν αποκλείει την εκδήλωση ισχυρότερων πιέσεων στη συνέχεια.
Η εξάρτηση της Wall Street από την Τεχνητή Νοημοσύνη
Ο σημαντικότερος ίσως παράγοντας κινδύνου είναι η πρωτοφανής συγκέντρωση της αμερικανικής χρηματιστηριακής αγοράς σε έναν περιορισμένο αριθμό τεχνολογικών κολοσσών.
Οι λεγόμενες «Magnificent Seven», οι εταιρείες που επενδύουν μαζικά σε υποδομές ΤΝ και δεκάδες άλλες επιχειρήσεις που συνδέονται με τη συγκεκριμένη τεχνολογία έχουν αποκτήσει δυσανάλογα μεγάλη βαρύτητα στην πορεία των βασικών χρηματιστηριακών δεικτών.
Τα εταιρικά κέρδη, οι χρηματιστηριακές αποτιμήσεις και οι επενδυτικές δαπάνες εξαρτώνται πλέον σε πρωτοφανή βαθμό από τις επιδόσεις σχετικά λίγων επιχειρήσεων.
Αυτό καθιστά τη Wall Street ιδιαίτερα ευάλωτη σε ενδεχόμενη διάψευση των υψηλών προσδοκιών που έχουν διαμορφωθεί γύρω από την Τεχνητή Νοημοσύνη.
Ακόμη και μια περιορισμένη ομάδα τεχνολογικών κολοσσών που δεν θα καταφέρει να ανταποκριθεί στις προβλέψεις για τα μελλοντικά της κέρδη θα μπορούσε να προκαλέσει σημαντικές απώλειες στους βασικούς δείκτες.
Στον πυρήνα αυτής της εξέλιξης βρίσκεται μια επενδυτική έκρηξη ιστορικών διαστάσεων. Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, οι συνολικές επενδύσεις στην ΤΝ ενδέχεται να ξεπεράσουν τα 10 τρισ. δολάρια μεταξύ 2025 και 2032.
Οι τεράστιες αυτές κεφαλαιακές δαπάνες έχουν συμβάλει στην εκτόξευση των χρηματιστηριακών αποτιμήσεων και του πλούτου των αμερικανικών νοικοκυριών σε επίπεδα-ρεκόρ. Παράλληλα, όμως, ενισχύουν τις ανησυχίες ότι οι αγορές βρίσκονται αντιμέτωπες με μια νέα επενδυτική «φούσκα».
Οι συγκρίσεις με την περίοδο της έκρηξης των εταιρειών του διαδικτύου στα τέλη της δεκαετίας του 1990 είναι αναπόφευκτες.
Το διαδίκτυο πράγματι μεταμόρφωσε την παγκόσμια οικονομία και δημιούργησε ορισμένους από τους σημερινούς τεχνολογικούς κολοσσούς. Ωστόσο, η ανάπτυξή του συνοδεύτηκε από υπερβολικές επενδύσεις, αδικαιολόγητη αισιοδοξία και αποτιμήσεις που τελικά αποδείχθηκαν μη βιώσιμες, οδηγώντας στη μεγάλη χρηματιστηριακή κατάρρευση των αρχών της δεκαετίας του 2000.
Το ερώτημα είναι κατά πόσο η σημερινή επενδυτική έκρηξη στην ΤΝ, η οποία χρηματοδοτείται ολοένα περισσότερο και μέσω δανεισμού, ενδέχεται να οδηγήσει σε μια ακόμη μεγαλύτερη αναποτελεσματική κατανομή κεφαλαίων.
Η Fed και ο κίνδυνος του στασιμοπληθωρισμού
Ένας ακόμη παράγοντας αβεβαιότητας αφορά την πορεία των αμερικανικών επιτοκίων.
Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ αύξησε τα επιτόκια κατά 25 μονάδες βάσης τον Σεπτέμβριο, ενώ οι χρηματοπιστωτικές αγορές προεξοφλούν πρόσθετες αυξήσεις συνολικού ύψους 50 μονάδων βάσης εντός του 2027.
Εφόσον επιβεβαιωθούν αυτές οι προβλέψεις, η συνολική νομισματική σύσφιγξη θα περιοριστεί στις 75 μονάδες βάσης.
Για να γίνει αντιληπτή η διαφορά, σύμφωνα με στοιχεία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας του Σικάγου, ένας μέσος κύκλος αύξησης επιτοκίων από το 1954 και έπειτα περιλαμβάνει συνολική άνοδο 400 μονάδων βάσης και διαρκεί περίπου 23 μήνες.
Με άλλα λόγια, οι αγορές προεξοφλούν σήμερα τον ηπιότερο κύκλο νομισματικής σύσφιγξης στην ιστορία της Fed.
Πρόκειται για μια ιδιαίτερα αισιόδοξη παραδοχή, ειδικά από τη στιγμή που ο αμερικανικός πληθωρισμός παραμένει πάνω από τον στόχο της κεντρικής τράπεζας για σχεδόν έξι χρόνια.
Η κατάσταση περιπλέκεται περαιτέρω από τις γεωπολιτικές εξελίξεις. Οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και ο συνεχιζόμενος πόλεμος στην Ουκρανία διατηρούν τις τιμές της ενέργειας σε υψηλά επίπεδα, ενισχύοντας τις πληθωριστικές πιέσεις.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, μια πιθανή επιβράδυνση των επενδύσεων στην ΤΝ θα μπορούσε να περιορίσει την οικονομική ανάπτυξη, την ώρα που η Fed θα εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει επίμονο πληθωρισμό.
Το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι η επανεμφάνιση του κινδύνου στασιμοπληθωρισμού, δηλαδή του συνδυασμού χαμηλής οικονομικής ανάπτυξης και υψηλού πληθωρισμού.
Αυτό θα περιόριζε σημαντικά τα περιθώρια ελιγμών της κεντρικής τράπεζας και θα μπορούσε να την οδηγήσει σε αυστηρότερη νομισματική πολιτική από εκείνη που έχουν ήδη προεξοφλήσει οι αγορές.
Εξάλλου, σε αντίθεση με τις χρηματιστηριακές αποδόσεις, η ιστορική συμπεριφορά της Fed μετά τις ενδιάμεσες εκλογές δεν παρουσιάζει κάποιο σταθερό μοτίβο. Σε διαφορετικούς εκλογικούς κύκλους η κεντρική τράπεζα έχει αυξήσει, μειώσει ή διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια.
Το ενδεχόμενο μιας ευρύτερης οικονομικής ανατροπής
Το βασικό ερώτημα ενόψει του 2027 είναι κατά πόσο η αμερικανική οικονομία θα μπορέσει να αποφύγει την ύφεση και να διατηρήσει τη δυναμική της, παρά τους αυξανόμενους κινδύνους.
Εφόσον επαναληφθεί το ιστορικό μοτίβο που ακολουθεί τις ενδιάμεσες εκλογές, η Wall Street θα μπορούσε να καταγράψει ακόμη μία χρονιά σημαντικών κερδών.
Ωστόσο, η σημερινή εξάρτηση των αγορών από την επενδυτική έκρηξη της Τεχνητής Νοημοσύνης δημιουργεί ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο σημείο για την αμερικανική οικονομία.
Μια απότομη ανατροπή των προσδοκιών γύρω από τον συγκεκριμένο κλάδο δεν θα περιοριζόταν απαραίτητα στις χρηματιστηριακές αποτιμήσεις. Θα μπορούσε να επηρεάσει τις επενδύσεις, τον πλούτο των νοικοκυριών και, τελικά, την ευρύτερη οικονομική δραστηριότητα.
Αν και η ύφεση δεν αποτελεί σήμερα το βασικό σενάριο για τους περισσότερους αναλυτές, μια βαθύτερη κρίση στον τεχνολογικό τομέα θα μπορούσε να μεταβάλει γρήγορα τις εκτιμήσεις.
Υπάρχει, άλλωστε, και μια λιγότερο αισιόδοξη ιστορική υπενθύμιση. Οι δύο χαρακτηριστικές εξαιρέσεις από την ισχυρή χρηματιστηριακή πορεία μετά τις ενδιάμεσες εκλογές, σε ορίζοντα σχεδόν ενός αιώνα, εντοπίζονται στο 1930 και το 1938.
Τα δωδεκάμηνα που ακολούθησαν συνέπεσαν με τη Μεγάλη Ύφεση και την κλιμάκωση των διεθνών εντάσεων που οδήγησαν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ασφαλώς, οι σημερινές συνθήκες δεν ταυτίζονται με εκείνες τις ιστορικές περιόδους. Ωστόσο, τα παραδείγματα αυτά υπενθυμίζουν ότι οι ιστορικές χρηματιστηριακές επιδόσεις δεν αποτελούν εγγύηση για το μέλλον.
Το 2027 θα αποτελέσει, επομένως, μια σημαντική δοκιμασία για την ανθεκτικότητα της Wall Street, αλλά και για το κατά πόσο οι παραδοσιακοί κανόνες των αγορών εξακολουθούν να ισχύουν σε ένα οικονομικό περιβάλλον που μεταβάλλεται ραγδαία.





