Το Πεκίνο αύξησε την Παρασκευή (11/4) τους δασμούς του στις αμερικανικές εισαγωγές στο 125%, ανταποδίδοντας την απόφαση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να αυξήσει τους δασμούς στα κινεζικά προϊόντα στο 145%.
Η κυβέρνηση των ΗΠΑ, σε αντίθεση με τη στάση που τηρεί προς τις υπόλοιπες χώρες, δεν σταματά να πιέζει τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία παγκοσμίως και βασικό εμπορικό εταίρο της Αμερικής, «εκβιάζοντας» το Πεκίνο να πάρει τη μεγάλη απόφαση της συνθηκολόγησης. Ωστόσο, φαίνεται πως όσο ο Αμερικανός πρόεδρος πιέζει, άλλο τόσο κλιμακώνει η Κίνα, απαντώντας μεταχειριζόμενη ακριβώς τα ίδια μέσα και αποδεικνύοντας πως οι ΗΠΑ δεν έχουν το προνόμιο της επίδειξης ισχύος.
Μάλιστα, η ανακοίνωση του Πεκίνου ήρθε ήρθε λίγες μόνο ώρες μετά τη δήλωση του Σι Τζινπίνγκ ότι «δεν υπάρχουν νικητές σε έναν εμπορικό πόλεμο», κατά τη συνάντησή του με τον Ισπανό πρωθυπουργό Πέδρο Σάντσεθ όπου και ζήτησε και συνεργασία με την Ευρώπη.
Το υπουργείο Εμπορίου της Κίνας έκανε λόγο για «τελική απάντηση» απέναντι στις πολιτικές του Ντόναλντ Τραμπ, σημειώνοντας ότι «στο τρέχον επίπεδο δασμών, δεν υπάρχει πια αποδοχή των αμερικανικών προϊόντων στην κινεζική αγορά». Αν και το Πεκίνο δήλωσε πως δεν προτίθεται να συνεχίσει τον κύκλο αντεπιθέσεων με δασμούς, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να λάβει άλλους είδους αντίμετρα. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, δεν έχει δώσει σημάδια πως σκοπεύει να υποχωρήσει και να προσέλθει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τους όρους που θέλει ο Λευκός Οίκος, γεγονός που αναπόφευκτα προκαλεί ερωτήματα σχετικά με το πώς θα πορευτεί στο εξής και πώς θα πληρώσει το κενό που θα αφήσουν πίσω τους οι ΗΠΑ, εάν η κρίση αυτή δεν επιλυθεί.
Στην άγρα εμπορικών εταίρων η Κίνα υπό τον κίνδυνο αποπληθωρισμού
Ένα βασικό ερώτημα, λοιπόν, που προκύπτει είναι σε ποιες αγορές θα διοχετεύσει η Κίνα τα αγαθά της και πώς θα αποφύγει τον κίνδυνο του αποπληθωρισμού. Πώς θα αποφύγει, με λίγα λόγια, να «ξεμείνουν» τα προϊόντα στα logistics των εργοστασίων, επειδή δεν θα υπάρχουν αρκετά διαθέσιμα ράφια για να τα φιλοξενήσουν.
Το γεγονός ότι η Κίνα «παλεύει» με τον κίνδυνο του αποπληθωρισμού και όχι του πληθωρισμού, όπως όλες οι υπόλοιπες οικονομίες του πλανήτη, είναι γνωστό εδώ και χρόνια. Η υποτονική εγχώρια ζήτηση και η βιομηχανική πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα οδηγούν τις εταιρείες να ρίχνουν τις τιμές των προϊόντων τους. Μία ενδεχόμενη κλιμάκωση της κατάστασης με τις ΗΠΑ θα μπορούσε, όπως επισημαίνουν οι αναλυτές, να οδηγήσει την κατάσταση εκτός ελέγχου, επιδεινώνοντας ήδη υπάρχοντα προβλήματα.
«Το πρόβλημα της Κίνας σχετίζεται περισσότερο με τη ζήτηση, καθώς έχει πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα», αναφέρει ο Γκάρι Εντζι, ανώτερος οικονομολόγος της Natixis Corporate and Investment Bank. «Η απώλεια των υπερπόντιων αγορών μπορεί να πιέσει τα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων της Κίνας και να τροφοδοτήσει τον ανταγωνισμό στο εσωτερικό», προσθέτει.
Σύμφωνα με αναλυτές, καθώς η ζήτηση από τις ΗΠΑ θα μειώνεται –ειδικά αν υπάρξει ύφεση– οι Κινέζοι παραγωγοί θα μείνουν με μεγαλύτερα απούλητα αποθέματα, δημιουργώντας ακόμη πιο έντονο εγχώριο ανταγωνισμό και ασκώντας πίεση στις επιχειρήσεις να μειώσουν τις τιμές τους.
«Οι δασμοί είναι πλέον τόσο υψηλοί που αποτελούν ουσιαστικά ένα εμπορικό εμπάργκο κατά της Κίνας. Οι Κινέζοι εξαγωγείς θα πρέπει να ανταγωνιστούν ο ένας τον άλλον σε μια μικρότερη αγορά», δήλωσε ο Σου Τιάνσεν, οικονομολόγος με ειδίκευση στην Κίνα από το Economist Intelligence Unit. «Η καθοδική πίεση στις τιμές θα είναι πιο ορατή στον βιομηχανικό τομέα της Κίνας, ενώ η πτώση που αναμένεται στις τιμές βασικών εμπορευμάτων σε παγκόσμιο επίπεδο, λόγω ασθενέστερης ζήτησης, θα ενισχύσει την τάση», εκτίμησε ο Σου.
«Ακόμη και αν οι τιμές αυξηθούν στην Κίνα λόγω του υψηλότερου κόστους, ο αποπληθωριστικός κίνδυνος θα παραμείνει πιθανότατα λόγω της ζήτησης για άλλα ένα με δύο χρόνια», εκτιμά ο Εντζι.
«Κλείνει» το μάτι στην ΕΕ η Κίνα
Το Πεκίνο έχει στη στη διάθεσή του «περισσότερα εργαλεία» για να ενισχύσει την ανάπτυξη, «αν χρειαστεί», δήλωσαν Κινέζοι αξιωματούχοι στα διεθνή μέσα ενημέρωσης. Παρά τους εντεινόμενους γεωπολιτικούς κινδύνους και την αδύναμη εγχώρια ζήτηση, το Πεκίνο έχει δεσμευτεί να διατηρήσει την οικονομική ανάπτυξη στο «περίπου 5%» φέτος, το τρίτο συνεχόμενο έτος που η κυβέρνηση θέτει τον στόχο αυτό.
Ο δείκτης τιμών καταναλωτή (πληθωρισμός) της Κίνας αυξήθηκε μόλις 0,2% κατά τη διάρκεια του 2024, σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, ποσοστό πολύ κάτω από τον επίσημο στόχο του 3%.
Σύμφωνα με τα διεθνή μέσα, κατά τη διάρκεια των συνομιλιών του με τον Πέδρο Σάντσεθ, ο Σι Τζινπίνγκ απηύθυνε σαφές μήνυμα στήριξης προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, καλώντας την να συνεργαστεί με την Κίνα απέναντι στον «μονομερή εκφοβισμό».
Υπό αυτό το πρίσμα, είπε πως Κίνα και ΕΕ θα πρέπει να «υπερασπιστούν τους διεθνείς κανόνες και τη δικαιοσύνη» και να ενισχύσουν τη μεταξύ τους οικονομική συνεργασία.
Οικονομικός αντίκτυπος – Η παγκόσμια αναταραχή εντείνεται
Η εικόνες από τις παγκόσμιες αγορές μιλούν από μόνες τους… τα χρηματιστήρια κατρακύλησαν ξανά την Παρασκευή (11/4). Ενδεικτικό είναι ότι ο δείκτης Nikkei στην Ιαπωνία να χάνει σχεδόν 5% και το χρηματιστήριο του Χονγκ Κονγκ να καταγράφει τη χειρότερη εβδομαδιαία επίδοση από το 2008.
Παράλληλα, οι τιμές του πετρελαίου κινήθηκαν επίσης πτωτικά για δεύτερη εβδομάδα και αναμένεται να κλείσουν με υψηλές απώλειες σε εβδομαδιαία βάση.
Ο Γάλλος πρόεδρος, Εμ. Μακρόν, χαρακτήρισε «εύθραυστη» την προσωρινή αναστολή της ισχύος των δασμών προς όλες τις χώρες, πλην της Κίνας, ενώ η Κίνα έχει ήδη αρχίσει να καταρτίζει μία «μαύρη» λίστα με αμερικανικές εταιρείες, με τις οποίες θα διακοπούν οι εμπορικές σχέσεις.
Μέχρι στιγμής – πέραν του ότι έχει ξεκινήσει «καμπάνια» αναζήτησης συμμάχων – έχει περιορίσει τις εισαγωγές ταινιών του Χόλιγουντ και έχει εντάξει 18 αμερικανικές εταιρείες σε λίστες εμπορικών περιορισμών.
Οικονομική αναστάτωση και νευρικότητα στις ΗΠΑ
Παρά τις υποσχέσεις του Ντόναλντ Τραμπ για την επερχόμενη ανάπτυξη και την «Μεγάλη Αμερική» (MAGA), η κατάσταση στις ΗΠΑ μόνο ρόδινη δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί.
Η οικονομική αναστάτωση έχει προκαλέσει νέο κύμα ανησυχίας για ύφεση στις ΗΠΑ. Η Goldman Sachs ανεβάζει πλέον την πιθανότητα σε 45%, ενώ ο δείκτης S&P 500 έχει χάσει περίπου 15% από το ρεκόρ του Φεβρουαρίου.
Αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου, όπως ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, διαβεβαιώνουν ότι βρίσκονται σε επαφή με περισσότερες από 75 χώρες για νέες εμπορικές συμφωνίες. Οι ΗΠΑ έχουν ήδη ξεκινήσει συνομιλίες με το Βιετνάμ και την Ταϊβάν, ενώ η Ιαπωνία προετοιμάζει αποστολή στην Ουάσιγκτον.
Ωστόσο, η αβεβαιότητα, το κόστος και η διατάραξη των εφοδιαστικών αλυσίδων συνεχίζουν να προκαλούν σκεπτικισμό στους επιχειρηματίες. Ενώ το μορατόριουμ του Τραμπ έφερε πρόσκαιρη ανακούφιση, η εμμονή του στον οικονομικό προστατευτισμό αναδιαμορφώνει το παγκόσμιο εμπόριο με τρόπους που δύσκολα μπορούν να προβλεφθούν.
Αυτό που φοβούνται περισσότερο, όπως σημειώνουν πολλοί αναλυτές, είναι το ενδεχόμενο η εμπορική διαμάχη ΗΠΑ – Κίνας να μετατραπεί σε μετωπική σύγκρουση με παγκόσμιο αντίκτυπο και ικανή να επιφέρει αναδιάταξη του παγκόσμιου εμπορίου. Κάτι τέτοιο, φυσικά, εγκυμονεί κινδύνους ύφεσης και γεωπολιτικές συνέπειες που δύσκολα θα μπορούσαν να προβλεφθούν.











