Κατά τη συνάντηση αξιωματούχων των κρατών-μελών που πραγματοποιήθηκε το πρωί της Τετάρτης (7/10), διαμορφώθηκε ευρεία συναίνεση ότι οποιαδήποτε νέα διάθεση αποθεμάτων θα πρέπει να περιοριστεί στα επίπεδα των ποσοτήτων που είχαν συμφωνηθεί ήδη από τον Μάρτιο. Αυτό προκύπτει από υπόμνημα που επικαλείται το Bloomberg.
Την ίδια στιγμή, αρκετές ευρωπαϊκές χώρες ζητούν από τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (ΙΕΑ) να προχωρήσει πρώτα σε αξιολόγηση των επιπτώσεων μιας τέτοιας κίνησης, προτού ληφθούν περαιτέρω αποφάσεις.
Η συμφωνία των G7 και οι πιέσεις από τις ΗΠΑ
Η έκτακτη συμφωνία ανακοινώθηκε την προηγούμενη εβδομάδα από τον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν, μετά τη συνεννόηση μεταξύ των χωρών της G7. Η απόφαση ελήφθη σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές του ντίζελ έχουν φτάσει σε πρωτοφανή επίπεδα.
Με βάση τη συμφωνία, υπάρχει η δυνατότητα διοχέτευσης στην αγορά έως και 100 εκατ. βαρελιών αργού πετρελαίου και ντίζελ από τα στρατηγικά αποθέματα των χωρών, με βασικό στόχο να περιοριστούν οι έντονες ανοδικές πιέσεις στις τιμές των καυσίμων.
Η συμφωνία ήρθε μετά τις πιέσεις της κυβέρνησης Τραμπ, η οποία είχε προειδοποιήσει ότι ενδέχεται να απαγορεύσει τις αμερικανικές εξαγωγές ντίζελ προς την Ευρώπη, εφόσον οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν λάμβαναν πιο αποτελεσματικά μέτρα για την αντιμετώπιση της μεγάλης ανόδου των τιμών.
Μετά την ανακοίνωση του σχεδίου, οι τιμές στα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης τόσο για το πετρέλαιο όσο και για το ντίζελ κινήθηκαν πτωτικά.
Περιορισμένες οι δυνατότητες για επιπλέον ντίζελ
Βασική παράμετρος της συμφωνίας ήταν η λεγόμενη εμπροσθοβαρής αποδέσμευση των αποθεμάτων ντίζελ. Στόχος ήταν να διοχετευθούν μεγαλύτερες ποσότητες στην αγορά σε σύντομο χρονικό διάστημα, ώστε να υπάρξει ταχύτερη αποκλιμάκωση των πιέσεων στις τιμές.
Ωστόσο, οι συζητήσεις που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων δείχνουν ότι τα περιθώρια για μια τέτοια παρέμβαση είναι αρκετά περιορισμένα.
Η επιτάχυνση της διάθεσης ντίζελ στην αγορά θεωρείται μεν δυνατή, αλλά μόνο σε σχετικά μικρές ποσότητες. Παράλληλα, μέχρι στιγμής καμία χώρα της ΕΕ δεν έχει δεσμευτεί επισήμως ότι θα προχωρήσει σε αποδέσμευση αποθεμάτων εντός του χρονικού ορίου των 20 ημερών που προβλέπει το σχέδιο.
Γαλλία και Ιταλία ενδέχεται να εξετάσουν το ενδεχόμενο να διαθέσουν επιπλέον ποσότητες ντίζελ, πέρα από εκείνες που είχαν ήδη συμφωνήσει τον Μάρτιο. Ωστόσο, μέχρι αυτή τη στιγμή δεν έχει ληφθεί κάποια οριστική απόφαση.
Ο πόλεμος στο Ιράν και οι επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια
Η έντονη άνοδος των τιμών του ντίζελ αποδίδεται στις αναταράξεις που έχουν προκληθεί στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά τόσο από τον πόλεμο στο Ιράν όσο και από τις επιθέσεις που έχουν σημειωθεί σε ρωσικές εγκαταστάσεις διύλισης.
Το αυξημένο κόστος των καυσίμων δημιουργεί παράλληλα μεγαλύτερη πολιτική πίεση προς τον Ντόναλντ Τραμπ ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν οι συνέπειες για τον αγροτικό τομέα και, μέσω αυτού, η πιθανή μετακύλιση του αυξημένου κόστους στις τιμές των τροφίμων.
Από την πλευρά της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει καταστήσει σαφές ότι αυτή τη στιγμή δεν διαπιστώνει κίνδυνο ως προς την επάρκεια του ενεργειακού εφοδιασμού της Ευρώπης. Παράλληλα, αναγνωρίζει ότι η αγορά βρίσκεται αντιμέτωπη με σημαντικές πιέσεις σε επίπεδο τιμών.
Στο επίκεντρο οι αποφάσεις του ΙΕΑ
Το διοικητικό συμβούλιο του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας συνεδριάζει την Τετάρτη, προκειμένου να πραγματοποιήσει μια πρώτη συζήτηση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν να εφαρμοστούν οι αποδεσμεύσεις στρατηγικών αποθεμάτων.
Βασικός στόχος της συνεδρίασης είναι να αποσαφηνιστεί η διαδικασία που θα ακολουθηθεί, αλλά και να προσδιοριστούν οι ποσότητες που θα μπορούσαν τελικά να διοχετευθούν στην αγορά. Το διοικητικό συμβούλιο του ΙΕΑ αναμένεται να συνεδριάσει εκ νέου την επόμενη εβδομάδα, στο πλαίσιο της προγραμματισμένης τριμηνιαίας συνάντησής του.
Παράλληλα, οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναμένεται να εξετάσουν ξανά το ζήτημα την Τετάρτη, κατά τη συνεδρίαση της ειδικής ομάδας της Ενεργειακής Ένωσης.
Το βασικό ζητούμενο πλέον είναι εάν η συμφωνία που επιτεύχθηκε στο πλαίσιο των G7 θα οδηγήσει πράγματι σε διοχέτευση νέων ποσοτήτων πετρελαίου και ντίζελ στην αγορά ή εάν, στην πράξη, θα περιοριστεί στην επίσπευση και την εκ νέου διατύπωση δεσμεύσεων που είχαν ήδη συμφωνηθεί και αναληφθεί στο παρελθόν.



