Το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ ανέφερε ότι πρόκειται για το τρίτο μεγαλύτερο πρόστιμο στην ιστορία του, το οποίο επιβλήθηκε επειδή η τράπεζα δεν ανέφερε στις αρμόδιες αρχές ύποπτες συναλλαγές συνολικού ύψους άνω των 5 δισ. δολαρίων. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν συναλλαγές ύψους 1 δισ. δολαρίων που ενείχαν κινδύνους σχετικούς με την εθνική ασφάλεια και άλλους κινδύνους χρηματοδότησης παράνομων δραστηριοτήτων υψηλής προτεραιότητας.
«Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της προστασίας της οικονομικής και εθνικής μας ασφάλειας», δήλωσε ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ. «Όταν μια τράπεζα αυτού του μεγέθους δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη συμμόρφωση με τις κυρώσεις, οι συνέπειες ξεπερνούν κατά πολύ τα όρια της ίδιας, εκθέτοντας ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα των ΗΠΑ σε σημαντικούς κινδύνους από παράνομες χρηματοοικονομικές δραστηριότητες».
Το υπουργείο Οικονομικών υποστήριξε ότι η τράπεζα «έδωσε προτεραιότητα στα έσοδά της» κατά τη διαμόρφωση των προγραμμάτων συμμόρφωσης. Παράλληλα, βασίστηκε υπερβολικά σε αιτήματα και πληροφορίες από εξωτερικούς φορείς, όπως οι διωκτικές αρχές και άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, αντί να στηριχθεί στους δικούς της εσωτερικούς μηχανισμούς ελέγχου.
Η συμφωνία με τις αρχές προβλέπει ότι η Bank of America θα προσλάβει ανεξάρτητο τρίτο φορέα, ο οποίος θα εξετάσει παλαιότερες συναλλαγές, θα εντοπίσει ύποπτες δραστηριότητες που δεν είχαν εντοπιστεί εγκαίρως από την τράπεζα και θα τις αναφέρει στο Δίκτυο Καταπολέμησης Οικονομικών Εγκλημάτων (FinCEN).
«Η συμμόρφωση με τους κανόνες για την καταπολέμηση του οικονομικού εγκλήματος είναι σοβαρή υπόθεση και έχουμε την ευθύνη να την αντιμετωπίζουμε σωστά», δήλωσε εκπρόσωπος της Bank of America. Όπως πρόσθεσε, η τράπεζα έχει επενδύσει δισεκατομμύρια δολάρια σε τεχνολογία και έχει διαθέσει χιλιάδες εργαζομένους για την καταπολέμηση του οικονομικού εγκλήματος, ενώ βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο των εργασιών που απαιτούνται για την αντιμετώπιση των ζητημάτων που έθεσαν οι εποπτικές αρχές.
Ο εκπρόσωπος διευκρίνισε ότι τα αποτελέσματα τρίτου τριμήνου της τράπεζας, τα οποία αναμένεται να ανακοινωθούν την Τετάρτη, θα περιλαμβάνουν μη εκπιπτόμενη φορολογικά επιβάρυνση ύψους 1,2 δισ. δολαρίων. Το ποσό αυτό αναμένεται να μειώσει τα καθαρά τριμηνιαία κέρδη κατά περίπου 17 σεντς ανά μετοχή.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι τα προσαρμοσμένα κέρδη ανά μετοχή θα διαμορφωθούν στα 1,10 δολάρια, σύμφωνα με τον μέσο όρο των εκτιμήσεων που συγκέντρωσε η LSEG. Ωστόσο, η πρόβλεψη αυτή δεν περιλαμβάνει έκτακτες επιβαρύνσεις, όπως το συγκεκριμένο πρόστιμο.
Η μετοχή της τράπεζας υποχωρούσε κατά 2,7% στις συναλλαγές μετά το κλείσιμο της αγοράς, αφού είχε ολοκληρώσει την κανονική συνεδρίαση με απώλειες 1,1%.
Η ποινή ενδέχεται να επιβαρύνει περαιτέρω το αρνητικό κλίμα μεταξύ των επενδυτών και να εντείνει τις ανησυχίες για την αύξηση των δαπανών, καθώς και για το κατά πόσο η Bank of America θα μπορέσει να διατηρήσει τον ρυθμό επαναγοράς ιδίων μετοχών, ύψους περίπου 6 δισ. δολαρίων ανά τρίμηνο.
Η αναλύτρια της UBS, Έρικα Νατζάριαν, σημείωσε σε έκθεσή της ότι, ενόψει της ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων την Τετάρτη, εκτιμάται πως η μετοχή θα παρουσιάσει υποαπόδοση κατά την έναρξη της συνεδρίασης.
Η ίδια επισήμανε, πάντως, ότι δεν επιβλήθηκε ανώτατο όριο ενεργητικού, ένα είδος ρυθμιστικής κύρωσης που θα περιόριζε τη δυνατότητα της τράπεζας να επεκτείνει το μέγεθός της.
«Ανεπαρκές και αναποτελεσματικό» το πρόγραμμα συμμόρφωσης, σύμφωνα με τις αρχές
Στο πλαίσιο των κυρώσεων, το Γραφείο του Ελεγκτή του Νομίσματος (Office of the Comptroller of the Currency – OCC) επέβαλε στην τράπεζα αστικό πρόστιμο ύψους 750 εκατ. δολαρίων, το μεγαλύτερο που έχει επιβάλει ποτέ η συγκεκριμένη εποπτική αρχή.
Η απόφαση συνδέεται με την αποτυχία της Bank of America να αντιμετωπίσει αδυναμίες στα προγράμματά της για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Οι αδυναμίες αυτές είχαν εντοπιστεί στο πλαίσιο εντολής παύσης και αποχής που είχε εκδοθεί το 2024 από την εποπτική αρχή.
Ο OCC ανέφερε ότι το πρόγραμμα συμμόρφωσης της τράπεζας ήταν «ανεπαρκές και αναποτελεσματικό», ενώ το σύστημα παρακολούθησης συναλλαγών είχε ως αποτέλεσμα να καθυστερεί η υποβολή αναφορών για ύποπτες δραστηριότητες που αφορούσαν συναλλαγές δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Επιπλέον, η τράπεζα κατέβαλε πρόστιμο 11,6 εκατ. δολαρίων στο Γραφείο Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (Office of Foreign Assets Control – OFAC) για περισσότερες από 400 φερόμενες παραβιάσεις διαφόρων καθεστώτων κυρώσεων.
Σύμφωνα με το υπουργείο Οικονομικών, η τράπεζα επεξεργάστηκε κατά λάθος πληρωμές εκατομμυρίων δολαρίων που παραβίαζαν κυρώσεις σε βάρος χωρών, μεταξύ των οποίων η Ρωσία και το Ιράν.
Το πρόστιμο στη Bank of America επιβάλλεται λίγες ημέρες μετά την κύρωση ύψους 350 εκατ. δολαρίων που επιβλήθηκε στην American Express για παρόμοιες ελλείψεις στους μηχανισμούς καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.



