Κατά την ομιλία του, ο επικεφαλής των Ηνωμένων Εθνών προειδοποίησε ότι οι υδρογονάνθρακες «κάνουν τον πλανήτη μας να βράζει» και αποτελούν σοβαρή απειλή για τη βιοποικιλότητα. Η παρέμβασή του έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία τα κράτη δυσκολεύονται να περιορίσουν τις επιδοτήσεις προς δραστηριότητες που βλάπτουν τη φύση, παρά τη σχετική δέσμευση που ανέλαβαν το 2022. Η πρόοδος στην υλοποίησή της αναμένεται να αξιολογηθεί κατά τη διάσκεψη COP17, η οποία ξεκινά τη Δευτέρα.
Η μείωση των συγκεκριμένων επιδοτήσεων αποτελεί μία από τις 23 δεσμεύσεις που περιλαμβάνονται στο «Παγκόσμιο Πλαίσιο για τη Βιοποικιλότητα Κουνμίνγκ-Μόντρεαλ», το οποίο υιοθετήθηκε στην COP15 στο Μόντρεαλ με τη συμμετοχή σχεδόν 200 χωρών. Το πλαίσιο αυτό αποτελεί, ως προς τη βιοποικιλότητα, το αντίστοιχο της Συμφωνίας του Παρισιού για το κλίμα.
Μεταξύ των βασικών στόχων του περιλαμβάνεται η μείωση των επιδοτήσεων που κατευθύνονται σε δραστηριότητες επιβλαβείς για τη φύση κατά τουλάχιστον 500 δισ. δολάρια ετησίως.
«Η σκληρή πραγματικότητα είναι ότι διαθέτουμε τα χρήματά μας για λάθος σκοπούς. Για κάθε δολάριο που επενδύεται στην προστασία της φύσης, 30 δολάρια δαπανώνται για την καταστροφή της», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Αντόνιο Γκουτέρες από το βήμα της συνόδου στο Γερεβάν.
Τα κράτη έχουν περιθώριο έως το 2030 για να εκπληρώσουν τους στόχους που έχουν θέσει. Ωστόσο, η πρόοδος παραμένει ανεπαρκής σχεδόν στο σύνολο των δεσμεύσεων, συμπεριλαμβανομένης της μεταρρύθμισης των επιδοτήσεων που ενθαρρύνουν επιβλαβείς για το περιβάλλον δραστηριότητες. Η COP17 στην Αρμενία καλείται, επομένως, να συμβάλει στην επίτευξη ενός ουσιαστικού ορόσημου και να εξετάσει τρόπους επιτάχυνσης της εφαρμογής των συμφωνηθέντων μέτρων.
Παράλληλα, στις αρχές Οκτωβρίου, 130 επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων η BNP Paribas, η Danone και η Hermès, δημοσίευσαν κοινή επιστολή με την οποία κάλεσαν τις κυβερνήσεις να προχωρήσουν σε μεταρρυθμίσεις των οικονομικών κινήτρων που εξακολουθούν να διοχετεύουν σημαντικούς δημόσιους πόρους σε δραστηριότητες επιβλαβείς για το περιβάλλον.
Σύμφωνα με την επιστολή, οι σχετικές ενισχύσεις ανέρχονται σε περίπου 2,6 τρισ. δολάρια ετησίως, συμβάλλοντας στην υπερεκμετάλλευση και την εξάντληση των φυσικών πόρων. Οι επιχειρήσεις ζητούν, συνεπώς, αναθεώρηση αυτών των πολιτικών, ώστε η δημόσια χρηματοδότηση να ευθυγραμμιστεί περισσότερο με την προστασία της φύσης και τη διατήρηση της βιοποικιλότητας.



