Ο Καναδάς αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά και πολιτικά προβλήματα εδώ και χρόνια, πολύ πριν ο Ντόναλντ Τραμπ ξεκινήσει τον εμπορικό πόλεμο και απειλήσει με προσάρτηση της χώρας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η χαμηλή παραγωγικότητα έχει επιβαρύνει το βιοτικό επίπεδο, ενώ οι περιφερειακές αντιπαραθέσεις και η υπερβολική γραφειοκρατία δυσχεραίνουν τις προσπάθειες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης να προωθήσει μεταρρυθμίσεις.
Οι πιέσεις αυτές αναδεικνύονται στην Αλμπέρτα, όπου το αυτονομιστικό κίνημα αμφισβητεί τη σχέση της επαρχίας με την υπόλοιπη χώρα. Πολλοί κάτοικοι θεωρούν ότι η Οτάβα εμποδίζει την αξιοποίηση του πετρελαϊκού και φυσικού αερίου πλούτου της περιοχής, ενώ ορισμένοι υποστηρίζουν ακόμη και την απόσχιση.
Οι δασμοί του Τραμπ επιβαρύνουν τη βιομηχανία, ενώ οι απειλές του αναδεικνύουν τις αδυναμίες της καναδικής άμυνας, τις ελλείψεις στις υποδομές και την εύθραυστη πολιτική συνοχή. Ωστόσο, η κρίση ενδέχεται να λειτουργήσει ως αφύπνιση, υποστηρίζει σε άρθρο της η Wall Street Journal.
Η στρατηγική του Μαρκ Κάρνεϊ
Ο πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ επιχειρεί να αξιοποιήσει την αμερικανική πίεση για να προωθήσει μεγάλα έργα υποδομών, να ενισχύσει την παραγωγικότητα και να περιορίσει τις αποσχιστικές τάσεις.
Η γεωγραφία του Καναδά ευνοούσε παραδοσιακά τις εμπορικές σχέσεις με τις ΗΠΑ, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού συγκεντρώνεται κοντά στα κοινά σύνορα. Από την ίδρυση της χώρας το 1867, η ανάπτυξη σιδηροδρόμων, αυτοκινητοδρόμων και ενεργειακών δικτύων αποσκοπούσε, μεταξύ άλλων, στην ενίσχυση των δεσμών μεταξύ των επαρχιών.
Η συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με τις ΗΠΑ, τη δεκαετία του 1980, ενίσχυσε εκ νέου αυτή την εξάρτηση. Παράλληλα, οι διαφωνίες για την ενεργειακή πολιτική, τη φορολόγηση των εκπομπών και τους περιορισμούς στις πετρελαϊκές δραστηριότητες τροφοδότησαν τη δυσαρέσκεια στην Αλμπέρτα.
Ο πρώην πρωθυπουργός της επαρχίας, Τζέισον Κένι, έχει επισημάνει ότι οι ομοσπονδιακές πολιτικές ενίσχυσαν το αίσθημα αδικίας. Παράλληλα, αντιδράσεις από επαρχιακές αρχές, δήμους, περιβαλλοντικές οργανώσεις και αυτόχθονες κοινότητες έχουν μπλοκάρει σημαντικά έργα αγωγών, αποθαρρύνοντας τις ιδιωτικές επενδύσεις.
Η οικονομική υστέρηση και τα νέα έργα
Η οικονομική απόκλιση από τις ΗΠΑ είναι εμφανής. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων Maddison Project, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ του Καναδά υποχώρησε από το 85% του αμερικανικού επιπέδου το 2014 στο 78% το 2022.
Η υποχώρηση των επενδύσεων σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο επιδείνωσε την κατάσταση, καθώς οι συγκεκριμένοι κλάδοι εμφανίζουν υψηλή παραγωγικότητα. Την ίδια στιγμή, οι αμερικανικοί δασμοί απειλούν την ανταγωνιστικότητα της καναδικής μεταποίησης, κυρίως στο Οντάριο και το Κεμπέκ. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αναθεώρησε προς τα κάτω την πρόβλεψή του για την ανάπτυξη του Καναδά στο 1,1%.
Ο Κάρνεϊ επιδιώκει να ενισχύσει την αξιοποίηση των φυσικών πόρων και να διευρύνει τις εξαγωγικές αγορές. Στο πλαίσιο αυτό, ανακοίνωσε νέα υδροηλεκτρική επένδυση ύψους 7 δισ. δολαρίων σε συνεργασία με το Κεμπέκ και τη Νέα Γη και Λαμπραντόρ. Παράλληλα, συμφώνησε με την πρωθυπουργό της Αλμπέρτα, Ντανιέλ Σμιθ, να προωθήσουν νέο πετρελαϊκό αγωγό προς την περιοχή νότια του Βανκούβερ.
Το ερώτημα της επόμενης ημέρας
Ο Κένι εκτιμά ότι η στροφή του Κάρνεϊ υπέρ της ενεργειακής ανάπτυξης έχει περιορίσει τις πιθανότητες απόσχισης της Αλμπέρτα. Ωστόσο, παραμένει αβέβαιο αν η δυναμική αυτή θα διατηρηθεί όταν αποχωρήσει ο Τραμπ από την πολιτική σκηνή.
Ακόμη και χωρίς απόσχιση, η Αλμπέρτα μπορεί να διεκδικήσει μεγαλύτερη αυτονομία, μεταξύ άλλων στη μεταναστευτική πολιτική. Αν οι διαφωνίες συνεχιστούν, το αυτονομιστικό κίνημα ενδέχεται να αναζωπυρωθεί.
Ανάλογη είναι η περίπτωση του Κεμπέκ, όπου οι αυτονομιστές έχουν ηττηθεί σε δύο δημοψηφίσματα, το 1980 και το 1995, χωρίς να εγκαταλείψουν τον στόχο τους.
Η πίεση της Ουάσιγκτον μπορεί, επομένως, να προσφέρει στον Καναδά την ευκαιρία να ανασυγκροτηθεί. Το αν αυτή θα μετατραπεί σε μόνιμη αλλαγή θα εξαρτηθεί από τη δυνατότητα της χώρας να υπερβεί τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις και να υλοποιήσει τις δεσμεύσεις της.



