• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Γερμανία: Η οικονομία ως σανίδα σωτηρίας για τον Μερτς απέναντι στην επέλαση του ακροδεξιού AfD
16:10 - 18 Οκτ 2026

Γερμανία: Η οικονομία ως σανίδα σωτηρίας για τον Μερτς απέναντι στην επέλαση του ακροδεξιού AfD

Δες περισσότερα άρθρα του Reporter.gr όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Η οικονομική ανάκαμψη αναδεικνύεται σε βασικό παράγοντα για την πολιτική επιβίωση του Γερμανού καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς, σε μια περίοδο κατά την οποία η δημοτικότητά του παραμένει σε χαμηλά επίπεδα, η κυβερνητική συμμαχία εμφανίζει εσωτερικές διαφωνίες και το ακροδεξιό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) ενισχύει τη θέση του στις δημοσκοπήσεις, αναφέρει σε άρθρο του το Bloomberg.

Παρά τις πολιτικές δυσκολίες, τα τελευταία οικονομικά στοιχεία προσφέρουν ορισμένες ενδείξεις βελτίωσης. Έπειτα από τρία χρόνια ουσιαστικής στασιμότητας, η γερμανική οικονομία ενδέχεται να επιστρέψει σε τροχιά ανάπτυξης το 2026, δημιουργώντας προσδοκίες ότι η βελτίωση των οικονομικών συνθηκών θα μπορούσε να περιορίσει τη δυσαρέσκεια των πολιτών και να ανακόψει την ενίσχυση των πολιτικών δυνάμεων που επωφελούνται από αυτήν.

Στις 2 Οκτωβρίου, ο πρόεδρος της Bundesbank, Γιοακίμ Νάγκελ, εκτίμησε ότι η ανάπτυξη θα μπορούσε να φτάσει το 1% το 2026. Όπως ανέφερε σε ομιλία του στο Ρόστοκ, η οικονομική εικόνα της Γερμανίας δεν είναι τόσο αρνητική όσο θα μπορούσε να υποδηλώνει η πολιτική συγκυρία.

Μία εβδομάδα αργότερα, το γερμανικό υπουργείο Οικονομίας αναθεώρησε σημαντικά προς τα πάνω τις προβλέψεις του, εκτιμώντας πλέον ότι το ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 1,3% το 2026. Η αναθεώρηση αποδίδεται στην καλύτερη του αναμενομένου πορεία του πρώτου εξαμήνου, κατά το οποίο οι ισχυρές εξαγωγές και η αύξηση των κρατικών δαπανών αντιστάθμισαν εν μέρει την υποτονική καταναλωτική δραστηριότητα.

Ανάλογη είναι η εικόνα και στις εκτιμήσεις των κορυφαίων γερμανικών οικονομικών ερευνητικών ινστιτούτων. Στις 24 Σεπτεμβρίου, οι οργανισμοί αυτοί υπερδιπλασίασαν την κοινή πρόβλεψή τους για την ανάπτυξη, από το 0,6% που ανέμεναν την άνοιξη. Παράλληλα, ο δείκτης επιχειρηματικού κλίματος του ινστιτούτου Ifo κατέγραψε άνοδο.

Ο πρόεδρος του Ifo, Κλέμενς Φούεστ, σημείωσε ότι οι προοπτικές παραμένουν μετριοπαθείς, αλλά είναι πλέον σαφώς καλύτερες σε σύγκριση με τη στασιμότητα που χαρακτήριζε τη γερμανική οικονομία το προηγούμενο διάστημα.

Οι διαρθρωτικές αδυναμίες και οι διεθνείς πιέσεις

Η βελτίωση των προβλέψεων δεν αναιρεί, ωστόσο, τις σημαντικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης. Η Γερμανία είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη στις αλλαγές του διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος, καθώς στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις εξαγωγές και στη βιομηχανική παραγωγή.

Το αυξημένο ενεργειακό κόστος επιβαρύνει την ανταγωνιστικότητα της μεταποίησης, από τη χημική βιομηχανία της BASF έως τον χαλυβουργικό κλάδο της ThyssenKrupp. Την ίδια στιγμή, η ενίσχυση του παγκόσμιου προστατευτισμού, μεταξύ άλλων μέσω της δασμολογικής πολιτικής του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις στους Γερμανούς εξαγωγείς.

Παράλληλα, οι κινεζικές επιχειρήσεις εντείνουν την παρουσία τους στις διεθνείς αγορές, αυξάνοντας τον ανταγωνισμό για τις γερμανικές εταιρείες. Οι εξαγωγές αντιστοιχούν περίπου στο 40% του γερμανικού ΑΕΠ, γεγονός που καθιστά τις εξελίξεις στο διεθνές εμπόριο καθοριστικές για τις οικονομικές προοπτικές της χώρας.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η κατάσταση της αυτοκινητοβιομηχανίας, ενός από τους σημαντικότερους πυλώνες της γερμανικής οικονομίας. Σύμφωνα με τα τελευταία επίσημα στοιχεία, ο κλάδος απασχολεί άμεσα περίπου 690.000 εργαζομένους στην παραγωγή, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες ακόμη θέσεις εργασίας συνδέονται με αυτόν μέσω των αντιπροσωπειών και των συναφών υπηρεσιών.

Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι αυτοκινητοβιομηχανίες και οι προμηθευτές τους έχουν, επομένως, ευρύτερες επιπτώσεις στην απασχόληση, στις επενδύσεις και στην οικονομική δραστηριότητα. Για τον Μερτς, η αναζωογόνηση της βιομηχανικής βάσης αποτελεί κρίσιμο ζητούμενο, χωρίς ωστόσο να εξαρτάται αποκλειστικά από τις πολιτικές αποφάσεις της κυβέρνησής του.

Η χαμηλή δημοτικότητα του Μερτς και η ενίσχυση της AfD

Στο πολιτικό πεδίο, ο Γερμανός καγκελάριος εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικά εμπόδια. Η προσπάθειά του να συνδεθεί με τους ψηφοφόρους έχει συναντήσει δυσκολίες, ενώ ορισμένες δημόσιες τοποθετήσεις του για ζητήματα όπως οι αναρρωτικές άδειες και η ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής έχουν προκαλέσει αντιδράσεις.

Την ίδια στιγμή, η μεταρρυθμιστική ατζέντα της κυβέρνησης, η οποία περιλαμβάνει αλλαγές στην κοινωνική πολιτική και στα εργασιακά, προκαλεί ανησυχία σε τμήματα της κοινωνίας που φοβούνται ότι θα επηρεαστούν αρνητικά από τον περιορισμό παροχών ή δικαιωμάτων.

Η δημοτικότητα του Μερτς, η οποία δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα υψηλή, έχει υποχωρήσει περαιτέρω από τότε που ανέλαβε την καγκελαρία, τον Μάιο του 2025. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, η αποδοχή του έχει διαμορφωθεί περίπου στο 10%, αποτυπώνοντας το μέγεθος της πολιτικής δυσαρέσκειας.

Την ίδια ώρα, το CDU/CSU, που επικράτησε στις ομοσπονδιακές εκλογές του 2025, βρίσκεται πλέον πίσω από την AfD στις εθνικές δημοσκοπήσεις, με τη διαφορά να φτάνει τις 11 ποσοστιαίες μονάδες. Η εξέλιξη αυτή καταδεικνύει την αυξανόμενη δυσκολία των παραδοσιακών κομμάτων να διατηρήσουν την εκλογική τους βάση, παρά το γεγονός ότι η AfD έχει χαρακτηριστεί ακροδεξιά εξτρεμιστική οργάνωση από τις εγχώριες υπηρεσίες πληροφοριών σε αρκετά ομόσπονδα κρατίδια.

Η δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση είναι ιδιαίτερα έντονη μεταξύ των ψηφοφόρων της AfD. Σύμφωνα με την τελευταία μηνιαία έρευνα ARD-DeutschlandTrend, που διενεργεί το ινστιτούτο Infratest dimap, μόλις το 1% των ψηφοφόρων του κόμματος δηλώνει ικανοποιημένο από την κυβέρνηση Μερτς, ενώ το 98% εκφράζει δυσαρέσκεια.

Στους ψηφοφόρους του CDU/CSU, τα αντίστοιχα ποσοστά διαμορφώνονται σε 31% και 67%. Σε επίπεδο συνολικού εκλογικού σώματος, το 86% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι η σημερινή κατάσταση στη Γερμανία προκαλεί περισσότερο ανησυχία παρά αισιοδοξία.

Οι μεταρρυθμίσεις που θα μπορούσαν να αλλάξουν το κλίμα

Για τον πρόεδρο του οικονομικού ερευνητικού ινστιτούτου DIW στο Βερολίνο, Μαρσέλ Φράτσερ, η αντιμετώπιση της ανόδου των εθνικιστικών δυνάμεων προϋποθέτει πιο φιλόδοξες παρεμβάσεις στην οικονομία.

Μεταξύ των προτεραιοτήτων που επισημαίνει περιλαμβάνονται η απλοποίηση του κανονιστικού πλαισίου και η μείωση της γραφειοκρατίας, η οποία επιβαρύνει ιδιαίτερα τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, γνωστές στη Γερμανία ως Mittelstand. Παράλληλα, τάσσεται υπέρ μιας φορολογικής μεταρρύθμισης που θα ελαφρύνει τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά με χαμηλά και μεσαία εισοδήματα.

Ο ίδιος υπογραμμίζει επίσης την ανάγκη να υλοποιηθούν οι ήδη εξαγγελθείσες δεσμεύσεις για πρόσθετες δημόσιες επενδύσεις, ύψους περίπου 1% του ΑΕΠ ετησίως.

Όπως δήλωσε στο Bloomberg, οι ξένες επενδύσεις στη Γερμανία παραμένουν σταθερές παρά τις ενδείξεις πολιτικής αστάθειας. Κατά τον ίδιο, το βασικό ζητούμενο είναι να αυξηθούν οι επενδύσεις των ίδιων των γερμανικών επιχειρήσεων στο εσωτερικό της χώρας.

Η οικονομική πολιτική, πάντως, δεν αποτελεί τη μοναδική παράμετρο που θα καθορίσει την πολιτική δυναμική των επόμενων μηνών. Η AfD αντλεί σημαντικό μέρος της απήχησής της από τη δυσαρέσκεια για την κυβερνητική πολιτική και από την αρνητική αξιολόγηση της πορείας της χώρας. Η αντιστροφή αυτής της τάσης δεν είναι δεδομένη, ακόμη και αν οι οικονομικοί δείκτες συνεχίσουν να βελτιώνονται.

Η επόμενη εκλογική δοκιμασία

Οι επόμενες ομοσπονδιακές εκλογές στη Γερμανία δεν αναμένονται πριν από το 2029. Ωστόσο, η κυβέρνηση Μερτς θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια σημαντική πολιτική δοκιμασία τον Απρίλιο του 2027, όταν οι εκλογές σε ομόσπονδα κρατίδια θα προσφέρουν μια πρώτη ένδειξη για το κατά πόσο η οικονομική βελτίωση μπορεί να μεταφραστεί σε ανάκτηση της εμπιστοσύνης των ψηφοφόρων.

Για τον καγκελάριο, η πρόκληση είναι διπλή: να μετατρέψει τις ευνοϊκότερες οικονομικές προβλέψεις σε απτά αποτελέσματα για επιχειρήσεις και νοικοκυριά και, παράλληλα, να περιορίσει την πολιτική φθορά της κυβέρνησής του. Η επιστροφή στην ανάπτυξη θα μπορούσε να προσφέρει πολύτιμο χρόνο και περιθώρια κινήσεων, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να αντιστρέψει τις πολιτικές τάσεις που ενισχύουν την AfD.

Τελευταία τροποποίηση στις 18/10/2026 - 15:11