• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
ΗΠΑ: «Βόμβα» $1,05 τρισ. οι τόκοι του χρέους – Στενεύουν τα δημοσιονομικά περιθώρια
17:10 - 18 Οκτ 2026

ΗΠΑ: «Βόμβα» $1,05 τρισ. οι τόκοι του χρέους – Στενεύουν τα δημοσιονομικά περιθώρια

Δες περισσότερα άρθρα του Reporter.gr όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Σε ιστορικά υψηλά επίπεδα ανήλθε το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους των ΗΠΑ κατά το οικονομικό έτος 2026, καθώς οι καθαρές πληρωμές τόκων ξεπέρασαν για πρώτη φορά το 1 τρισ. δολάρια. Η εξέλιξη εντείνει τον προβληματισμό για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των αμερικανικών δημόσιων οικονομικών, καθώς όλο και μεγαλύτερο μέρος των κρατικών εσόδων κατευθύνεται στην εξυπηρέτηση του χρέους.

Σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ που δημοσιοποιήθηκαν την Παρασκευή και επικαλείται το Bloomberg, οι καθαρές δαπάνες για τόκους διαμορφώθηκαν σε 1,05 τρισ. δολάρια κατά το οικονομικό έτος που ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο, καταγράφοντας αύξηση άνω του 8% σε σύγκριση με τα 970 δισ. δολάρια του προηγούμενου έτους.

Η επιβάρυνση είναι πλέον ιδιαίτερα αισθητή και σε σχέση με το μέγεθος της αμερικανικής οικονομίας. Σύμφωνα με το Peterson Foundation, οι πληρωμές τόκων αντιστοιχούν στο 3,2% του ΑΕΠ, υπερβαίνοντας το προηγούμενο ιστορικό υψηλό που είχε καταγραφεί το 1991. Τα στοιχεία για το ΑΕΠ του τελευταίου τριμήνου αναμένεται να ανακοινωθούν αργότερα μέσα στον μήνα.

Χρέος άνω των 32 τρισ. δολαρίων και υψηλότερα επιτόκια

Η αύξηση του κόστους εξυπηρέτησης αποδίδεται τόσο στη διόγκωση του χρέους όσο και στα υψηλότερα επιτόκια. Το χρέος επί του οποίου καταβάλλονται τόκοι έχει ξεπεράσει τα 32 τρισ. δολάρια, αυξημένο κατά περίπου 10 τρισ. δολάρια σε σχέση με μόλις πέντε χρόνια νωρίτερα.

Παράλληλα, έχει αυξηθεί σημαντικά το κόστος δανεισμού της αμερικανικής κυβέρνησης. Το μέσο επιτόκιο που καταβαλλόταν για τα διαπραγματεύσιμα κρατικά ομόλογα διαμορφώθηκε στο 3,52% στα τέλη Σεπτεμβρίου, έναντι 1,47% πέντε χρόνια νωρίτερα. Την ίδια στιγμή, ο σχετικός δείκτης της Bloomberg για τις αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων κινείται κοντά στο 5%, υποδεικνύοντας ότι το κόστος νέου δανεισμού παραμένει αυξημένο.

Η άνοδος των αποδόσεων έχει οδηγήσει τον υπουργό Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, στην αναζήτηση τρόπων περιορισμού των πιέσεων. Παρά τις ανησυχίες, ωστόσο, οι οικονομολόγοι δεν θεωρούν ότι η χώρα βρίσκεται ήδη σε κατάσταση δημοσιονομικής κρίσης. Η ζήτηση στις δημοπρασίες κρατικών ομολόγων εξακολουθεί να είναι ισχυρή, ενώ το υψηλότερο κόστος δανεισμού δεν έχει μέχρι στιγμής προκαλέσει περιορισμό της ροής πιστώσεων.

«Δεν φαίνεται να πρόκειται για κρίση. Είναι περισσότερο μια σταδιακή διάβρωση της δημοσιονομικής ικανότητας», δήλωσε η Λουίζ Σάινερ, ανώτερη ερευνήτρια στο Brookings Institution και πρώην οικονομολόγος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed).

Η ίδια επισήμανε ότι παραμένει αβέβαιο σε ποιο σημείο ορισμένοι δανειστές ενδέχεται να περιορίσουν ή να διακόψουν τη χρηματοδότηση προς τις ΗΠΑ. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρή αναταραχή, περιορίζοντας τη δυνατότητα του αμερικανικού Δημοσίου να αντλεί κεφάλαια από τις αγορές.

Το «μαξιλάρι» της ανάπτυξης και ο κίνδυνος ενός φαύλου κύκλου

Ένας παράγοντας που εξακολουθεί να λειτουργεί καθησυχαστικά για τις αγορές είναι ότι ο ονομαστικός ρυθμός ανάπτυξης της αμερικανικής οικονομίας παραμένει υψηλότερος από τις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων. Η διαφορά αυτή έχει σημασία, καθώς συνδέεται με την εξέλιξη των εταιρικών εσόδων και των φορολογικών εισπράξεων.

Η ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ σε ετήσια βάση διαμορφώθηκε στο 6,3% το δεύτερο τρίμηνο. Ο Γκενάντι Γκόλντμπεργκ, επικεφαλής στρατηγικής επιτοκίων στις ΗΠΑ στην TD Securities, σημείωσε σε πρόσφατο ενημερωτικό σημείωμά του ότι η χώρα δεν βρίσκεται ακόμη αντιμέτωπη με μια δημοσιονομική κατάρρευση.

Ωστόσο, η επιδείνωση των δημοσιονομικών δεδομένων περιορίζει σταδιακά τα περιθώρια αντίδρασης σε περίπτωση νέας οικονομικής αναταραχής. Στις 8 Οκτωβρίου, ο διευθυντής του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου (CBO), Φίλιπ Σουέιγκελ, δήλωσε σε εκδήλωση στη Μινεάπολη ότι η κατάσταση εξακολουθεί να είναι διαχειρίσιμη, ακόμη και με την άνοδο των επιτοκίων.

Παράλληλα, προειδοποίησε ότι η συσσώρευση χρέους καθιστά την οικονομία περισσότερο ευάλωτη σε αρνητικές εξελίξεις. Εάν ένας οικονομικός κλυδωνισμός οδηγήσει σε υψηλότερα επιτόκια, το κόστος εξυπηρέτησης θα αυξηθεί, επιβαρύνοντας περαιτέρω το έλλειμμα και οδηγώντας σε νέες ανάγκες δανεισμού. Με αυτόν τον τρόπο, μπορεί να δημιουργηθεί ένας αυτοτροφοδοτούμενος κύκλος αύξησης του χρέους και των πληρωμών τόκων.

Το CBO είχε προβλέψει τον Φεβρουάριο ότι ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ θα ξεπεράσει το προηγούμενο ιστορικό υψηλό, φθάνοντας στο 106% το 2030.

Οι τόκοι στις μεγαλύτερες ομοσπονδιακές δαπάνες

Οι πληρωμές τόκων αποτελούν πλέον μία από τις τρεις μεγαλύτερες κατηγορίες ομοσπονδιακών δαπανών στις ΗΠΑ, έχοντας υπερδιπλασιαστεί από το 2022. Μεγαλύτερες είναι μόνο οι δαπάνες για την Κοινωνική Ασφάλιση και το Medicare, τα προγράμματα που εξυπηρετούν κυρίως τους ηλικιωμένους Αμερικανούς και των οποίων το κόστος αυξάνεται καθώς διευρύνεται ο αριθμός των δικαιούχων.

Στην πρώτη πεντάδα περιλαμβάνονται επίσης το υπουργείο Άμυνας και το πρόγραμμα Medicaid.

Η εξέλιξη επαναφέρει στο προσκήνιο τις συγκρίσεις με την περίοδο των αρχών της δεκαετίας του 1990, όταν η αύξηση των δαπανών για τόκους οδήγησε την αμερικανική πολιτική ηγεσία στην αναζήτηση δημοσιονομικών λύσεων.

Το 1990, ο πρόεδρος Τζορτζ Χ. Ου. Μπους υπέγραψε πακέτο φορολογικών αυξήσεων, εγκαταλείποντας την προεκλογική δέσμευσή του να μην αυξήσει τους φόρους. Το 1993, ο διάδοχός του, Μπιλ Κλίντον, προχώρησε σε νέες φορολογικές αυξήσεις.

Η δημοσιονομική εικόνα βελτιώθηκε στη συνέχεια, μεταξύ άλλων λόγω της μείωσης των αμυντικών δαπανών μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, αλλά και της ισχυρής οικονομικής ανάπτυξης στα τέλη της δεκαετίας του 1990, η οποία συνδέθηκε με την εξάπλωση του διαδικτύου και των προσωπικών υπολογιστών.

Η τεχνητή νοημοσύνη ως πιθανή διέξοδος

Σήμερα, η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ προβάλλει την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης ως έναν από τους παράγοντες που θα μπορούσαν να ενισχύσουν την παραγωγικότητα και την οικονομική μεγέθυνση, συμβάλλοντας παράλληλα στη σταθεροποίηση του λόγου του χρέους προς το ΑΕΠ.

Οι αναλυτές, ωστόσο, εμφανίζονται επιφυλακτικοί ως προς το κατά πόσο η αναμενόμενη ανάπτυξη θα είναι αρκετή για να αντισταθμίσει τις αυξανόμενες δαπάνες. Οι ανάγκες χρηματοδότησης της άμυνας και των κοινωνικών προγραμμάτων αναμένεται να παραμείνουν υψηλές, ενώ δεν είναι βέβαιο ότι τα δημόσια έσοδα θα αυξηθούν με ρυθμό ικανό να περιορίσει την πίεση.

«Το πρόβλημα επιδεινώνεται διαρκώς. Επομένως, δεν θα έπρεπε να συζητάμε αν πρέπει να περιμένουμε να ξεσπάσει η κρίση, αλλά να εργαζόμαστε ήδη για την αντιμετώπισή του», δήλωσε ο Μπρετ Λόπερ, εκτελεστικός αντιπρόεδρος αρμόδιος για θέματα πολιτικής στο Peterson Foundation, προσθέτοντας ότι θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να αναστραφεί η σημερινή πορεία.

Η αύξηση των καθαρών πληρωμών τόκων κατά 81,4 δισ. δολάρια το τελευταίο οικονομικό έτος ενδέχεται να αποδειχθεί περιορισμένη σε σύγκριση με τις επιβαρύνσεις που θα προκύψουν εάν τα επιτόκια κινηθούν περαιτέρω ανοδικά.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρατίθενται στο δημοσίευμα, η Fed αναμενόταν να προχωρήσει σε τουλάχιστον μία ακόμη αύξηση του βασικού επιτοκίου, το οποίο βρισκόταν στο εύρος του 3,75%-4%. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να αυξήσει το κόστος εξυπηρέτησης του βραχυπρόθεσμου χρέους, την έκδοση του οποίου έχει ενισχύσει το τελευταίο διάστημα ο Μπέσεντ.

Οι υπολογισμοί της TD Securities δείχνουν ότι μια οριζόντια αύξηση κατά μία ποσοστιαία μονάδα στις αποδόσεις των ομολόγων θα μπορούσε να προσθέσει 310 δισ. δολάρια στις δαπάνες για τόκους το 2027.

Οι προειδοποιήσεις για τα επόμενα χρόνια

Η Κάρεν Ντάιναν, καθηγήτρια Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ και πρώην αξιωματούχος του υπουργείου Οικονομικών επί κυβέρνησης Μπαράκ Ομπάμα, εκτίμησε ότι μια δημοσιονομική κρίση δεν είναι άμεση απειλή, καθώς η αμερικανική οικονομία παραμένει σχετικά ισχυρή. Επισήμανε, ωστόσο, ότι τα σημερινά επίπεδα χρέους καθιστούν τις πληρωμές τόκων ολοένα πιο καθοριστικό παράγοντα για τη δημοσιονομική πορεία της χώρας.

Όπως προειδοποίησε, η αύξηση των επιτοκίων και των πληρωμών τόκων σε σχέση με το ΑΕΠ θα μπορούσε να ενισχύσει τις κοινωνικές πιέσεις για τη λήψη μέτρων.

Το βασικό ερώτημα για τις ΗΠΑ δεν είναι, συνεπώς, αν επίκειται άμεσα μια κρίση, αλλά πόσο γρήγορα θα περιοριστούν τα περιθώρια δημοσιονομικών επιλογών εάν το κόστος δανεισμού συνεχίσει να αυξάνεται. Η διατήρηση ισχυρής ανάπτυξης και η πρόσβαση στις αγορές εξακολουθούν να προσφέρουν στήριξη, όμως η διαρκής αύξηση των τόκων εντείνει την ανάγκη για παρεμβάσεις που θα ανακόψουν τη διόγκωση του χρέους.