Οι Ισραηλινοί ψηφοφόροι επιθυμούν αλλαγή, αλλά ταυτόχρονα στρέφονται περισσότερο προς τα δεξιά. Αυτός ίσως είναι ο λόγος για τον οποίο το κόμμα Γιασάρ (Yashar) του κ. Άιζενκοτ προηγείται στις περισσότερες δημοσκοπήσεις ενόψει των εκλογών της Τρίτης, αλλά ενδέχεται να μην καταφέρει να σχηματίσει κυβέρνηση συνασπισμού, ακόμη κι αν «κερδίσει» τις εκλογές.
Σε αυτή την περίπτωση, ο κ. Νετανιάχου θα παρέμενε πρωθυπουργός για μήνες, μέχρι τη διεξαγωγή δεύτερων εκλογών. Αυτοί οι μήνες, μετά τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, θα μπορούσαν να αποδειχθούν καθοριστικοί για τον πόλεμο στο Ιράν. Ο πρόεδρος Τραμπ κατέστησε σαφές ότι το Ιράν βρίσκεται στην κορυφή των προτεραιοτήτων του, με την υποστήριξη που εξέφρασε δημόσια υπέρ του κ. Νετανιάχου ενόψει των εκλογών.
Ακολουθεί η ανάλυση της Wall Street Journal ενόψει των εκλογών στο Ισραήλ την Τρίτη (27/10):
Οι Ισραηλινοί ψηφοφόροι έχουν σε μεγάλο βαθμό διαμορφώσει την άποψή τους, προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, για τα μεγάλα ζητήματα: Ήταν η 7η Οκτωβρίου αποτυχία του κ. Νετανιάχου ή οι στρατιωτικές και οι υπηρεσιακές αστοχίες θα είχαν συμβεί ανεξάρτητα από το ποιος βρισκόταν στην ηγεσία; Και σε ποιον ανήκουν τα εύσημα για τα στρατιωτικά επιτεύγματα που ακολούθησαν, τα οποία περιόρισαν υπαρξιακές απειλές, όπως το πυραυλικό οπλοστάσιο της Χεζμπολάχ και το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν;
Το αποτέλεσμα ενδέχεται να κριθεί από την τύχη δύο μικρών κομμάτων, τα οποία είτε θα καταφέρουν να ξεπεράσουν οριακά το εκλογικό όριο του 3,25% των ψήφων στο Ισραήλ είτε θα μείνουν εκτός Κνεσέτ, του ισραηλινού κοινοβουλίου. Μεγάλο μέρος της ελπίδας για τον σχηματισμό μιας κεντρώας κυβέρνησης εθνικής ενότητας εξαρτάται επίσης από το αν τα μικρότερα κόμματα θα αξιοποιήσουν τη διαπραγματευτική τους δύναμη για να απαιτήσουν μια τέτοια κυβέρνηση.
Ο κ. Άιζενκοτ δεσμεύεται ότι δεν θα σχηματίσει κυβέρνηση ούτε με τον κ. Νετανιάχου ούτε με τα αραβικά και τα υπερορθόδοξα εβραϊκά κόμματα που δεν υποστηρίζουν την ύπαρξη του κράτους. Ωστόσο, σε άλλες περιστάσεις έχει αφήσει να εννοηθεί ότι είναι διατεθειμένος να επιδείξει ευελιξία. Για να έχει πιθανότητες να σχηματίσει κυβέρνηση, ίσως χρειαστεί να το κάνει.
Η λαϊκή απαίτηση να καταταγούν στον στρατό οι νεαροί υπερορθόδοξοι Εβραίοι έχει ενισχύσει την αντιπολίτευση. Το Ισραήλ χρειάζεται στρατιώτες, ενώ η εξαίρεση των υπερορθόδοξων από τη στρατιωτική θητεία άρχισε να προκαλεί έντονες αντιδράσεις καθώς αυξάνονταν οι απώλειες. Ο κ. Νετανιάχου μπορεί κατ’ ιδίαν να συμφωνεί με αυτή την άποψη, αλλά έχει πληρώσει πολιτικό τίμημα για τη συμμαχία του με τα υπερορθόδοξα κόμματα.
Ο κ. Άιζενκοτ παρουσιάζει τον εαυτό του ως εξίσου σκληρό με τον πρωθυπουργό, ενώ οι ψηφοφόροι γνωρίζουν ότι έχασε έναν γιο και δύο ανιψιούς που πολέμησαν στον πόλεμο. Η προσωπική του ιστορία έχει επίσης απήχηση: γεννήθηκε από Μαροκινούς μετανάστες και μεγάλωσε σε μια ισραηλινή πόλη μακριά από το κέντρο του Τελ Αβίβ, γεγονός που τον παρουσιάζει ως έναν άνθρωπο της καθημερινότητας. Χωρίς να διακρίνεται ιδιαίτερα για το χάρισμά του ή την ευχέρειά του στα αγγλικά, ο κ. Άιζενκοτ δεν προσπαθεί να ανταγωνιστεί τον κ. Νετανιάχου στο δικό του πεδίο. Το τραχύ ύφος του και ο μονότονος τρόπος ομιλίας του προσφέρουν μια αντίθεση με τον πρωθυπουργό.
Ο κ. Άιζενκοτ κατηγορεί τον κ. Νετανιάχου και το πολιτικό του στρατόπεδο για την αποτυχία της 7ης Οκτωβρίου και για τη διπλωματική κατάρρευση που σημειώθηκε εν μέσω του πολέμου. Σύμφωνα με την αντιπολίτευση, η τελευταία δεν θα σταματήσει χωρίς νέα ηγεσία — οποιοσδήποτε άλλος εκτός από τον «Μπίμπι», όπως είναι το προσωνύμιο του Νετανιάχου.
Ο κ. Άιζενκοτ υιοθετεί επίσης σκληρή στάση απέναντι στο Ιράν, τη Χεζμπολάχ, τη Χαμάς και τη Συρία, αν και ενδέχεται να είναι περισσότερο πρόθυμος να ανταλλάξει τις ζώνες ασφαλείας του Ισραήλ στα τρία τελευταία μέτωπα με νέες πολιτικές διευθετήσεις. Υπόσχεται να διαλύσει τους εποικισμούς και τα φυλάκια στη Δυτική Όχθη που έχουν δημιουργηθεί κατά παράβαση της ισραηλινής νομοθεσίας, ενώ ταυτόχρονα δηλώνει: «Είμαι υπέρ των εποικισμών και κατά ενός παλαιστινιακού κράτους».
Η επιχειρηματολογία του κ. Νετανιάχου είναι ότι έχει κάνει και θα συνεχίσει να κάνει ό,τι είναι απαραίτητο για να νικήσει το τρομοκρατικό καθεστώς του Ιράν και ότι η παρουσία του είναι αναγκαία για την ολοκλήρωση αυτού του έργου, στο πλευρό του κ. Τραμπ. Ο πρωθυπουργός έχει συνδέσει την πολιτική του ταυτότητα με αυτό το ζήτημα, και δικαίως. Αντιπαραβάλλει τη δική του στάση με την εκτίμηση που είχε διατυπώσει ο στρατηγός Άιζενκοτ το 2018, σύμφωνα με την οποία το Ισραήλ ίσως χρειαστεί να «προσαρμοστεί» στη ζωή υπό την πυρηνική απειλή.
Ο κ. Νετανιάχου υποστηρίζει ότι δεν μπορεί κανείς να εμπιστευτεί τις προεκλογικές δηλώσεις του αντιπάλου του, οι οποίες απευθύνονται στη δεξιά. Στα τέλη του 2023 και στις αρχές του 2024, ο κ. Άιζενκοτ ήταν ο πρώτος που πρότεινε τον τερματισμό του πολέμου στο υπουργικό συμβούλιο εθνικής ενότητας που είχε αναλάβει τη διαχείρισή του — και αυτό πριν από τις σημαντικές στρατιωτικές επιτυχίες του Ισραήλ.
«Ή η Δεξιά ή η Παλαιστίνη» είναι ένα από τα προεκλογικά συνθήματα του Νετανιάχου. Αντανακλά την εκτίμησή του ότι το Ισραήλ θα βρεθεί σύντομα αντιμέτωπο με τεράστιες πιέσεις από τη Δύση για να κάνει παραχωρήσεις, χωρίς να λαμβάνεται επαρκώς υπόψη ότι η «Παλαιστίνη» στην οποία αναφέρεται πιθανότατα θα μετατρεπόταν σε ένα τρομοκρατικό κράτος παρόμοιο με τη Γάζα. Μόνο η Δεξιά υπό την ηγεσία του Νετανιάχου μπορεί να παραμείνει αμετακίνητη, υποστηρίζει ο ίδιος.
Η πορεία του πολέμου προσφέρει στοιχεία που στηρίζουν αυτή την άποψη. Ωστόσο, σύμφωνα με την αντιπολίτευση, υπό τον κ. Νετανιάχου και τους ακόμη πιο δεξιούς συμμάχους του, το Ισραήλ θα χάσει κάθε υποστήριξη από τη Δύση και θα οδηγηθεί στις καταστροφές που και οι δύο πλευρές επιδιώκουν να αποτρέψουν. Είναι προτιμότερο, υποστηρίζουν, να αλλάξει η ηγεσία έπειτα από 19 χρόνια πρωθυπουργίας του Νετανιάχου, ώστε να μην αποξενωθεί η Δύση.
Ένα πράγμα είναι βέβαιο: οι Ισραηλινοί δεν θα ψηφίσουν με γνώμονα τα συνηθισμένα οικονομικά ζητήματα της καθημερινότητας, όπως συμβαίνει σε άλλες δημοκρατίες. Η τελευταία πρόβλεψη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για την οικονομική ανάπτυξη του Ισραήλ ανέρχεται στο 4,5% για το 2026, το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των 38 ανεπτυγμένων οικονομιών του ΟΟΣΑ. Ωστόσο, κάθε εκλογική αναμέτρηση στο Ισραήλ αφορά, στον πυρήνα της, την επιβίωση του εβραϊκού κράτους σε μια εξαιρετικά επικίνδυνη περιοχή.



