«Ο λόγος που χάσαμε είναι ο πόλεμος», έγραψε χωρίς περιστροφές ο Βανς στο Χ, για να σημειώσει λίγο παρακάτω: «Και κάθε ειλικρινής συζήτηση για το πώς προχωράμε από εδώ και πέρα πρέπει να ξεκινήσει από αυτό».
Και δεν έμεινε μόνον εκεί, αλλά απαρίθμησε τρεις ακόμη παράγοντες πίσω από την ήττα των Ρεπουμπλικάνων: το αυξημένο κόστος ζωής, τον πληθωρισμό και τις σχέσεις των ΗΠΑ με το Ισραήλ.
Μάλιστα, αποκάλυψε ότι έμπιστος σύμβουλός του είχε επισημάνει πριν από τις εκλογές τέσσερις προτεραιότητες για τη διατήρηση της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας: τον τερματισμό του πολέμου, την εστίαση στο κόστος ζωής και τον πληθωρισμό, την προώθηση της ατζέντας «Πρώτα η Αμερική» και την αλλαγή της σχέσης των ΗΠΑ με το Ισραήλ.
Ο Ντόναλντ Τραμπ, μιλώντας σε δημοσιογράφους την Τετάρτη (4/11), δεν διέψευσε ότι ο πόλεμος κρύβεται πίσω από την ήττα των Ρεπουμπλικάνων, αλλά αντιθέτως: το παραδέχτηκε, υπερασπιζόμενος όμως κατηγορηματικά την απόφασή του να προχωρήσει στη στρατιωτική επιχείρηση. Υποστήριξε, μάλιστα, ότι η αποτροπή απόκτησης πυρηνικών όπλων από το Ιράν υπερισχύει των πολιτικών συνεπειών στο εσωτερικό των ΗΠΑ.
«Αν έπρεπε να το ξανακάνω, θα το ξαναέκανα, επειδή μακροπρόθεσμα είναι η μόνη λύση», είπε χαρακτηριστικά, υποστηρίζοντας ότι γνώριζε εξαρχής πως η σύγκρουση θα είχε αντίκτυπο στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό.
Στη σκιά του Τραμπ, αλλά… διαφορετικός
Η διαφοροποίηση του Βανς δεν είναι τυχαία. Άλλωστε, εξαρχής ήταν επιφυλακτικός με την επίθεση στο Ιράν – ή τουλάχιστον αναγνώριζε πως τι υπάρχουν ψηφοφόροι, ακόμη και μέσα στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, που αντιτίθενται στη σύγκρουση. Παράλληλα, όμως, η φημολογία που τον θέλει μεταξύ των φαβορί για την επόμενη «μέρα» του ρεπουμπλικανικού κόμματος και τις εκλογές του 2028 φουντώνει.
Σε αυτό το πλαίσιο, η προσπάθεια να βγει διακριτικά μπροστά και να μην «καπελώνεται» από έναν κυρίαρχο – πλην όμως και σχετικά αντιδημοφιλή πλέον – πρόεδρο, είναι μονόδρομος. Αυτό θα μπορούσε να τον ωφελήσει σε δύο επίπεδα: αφενός, για να επιδείξει (και αποδείξει) τα ηγετικά του προσόντα και αφετέρου για να χτίσει το δικό του πολιτικό προφίλ, αποταυτιζόμενος από τον Τραμπ, αλλά και χωρίς να απομακρυνθεί υπερβολικά.
Κατά την περίοδο πριν από τις εκλογές, ο Βανς ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα. Μετά το συνέδριο των Ρεπουμπλικάνων τον Σεπτέμβριο πρωταγωνίστησε σε 17 προεκλογικές συγκεντρώσεις, ενώ ήδη από πριν συνήθιζε να δίνει συχνά το «παρών» σε αντίστοιχες εκδηλώσεις που του έδιναν την ευκαιρία να ενισχύσει την παρουσία του στην εθνική πολιτική σκηνή.
Τέσσερα πρόσωπα από το περιβάλλον του ανέφεραν πρόσφατα στη Washington Post ότι αυτή η συνεχής επαφή με το εκλογικό σώμα λειτουργεί ως πολύτιμη εξάσκηση. Παράλληλα, του επιτρέπει να καλλιεργεί σχέσεις με στελέχη του κόμματος που μέχρι πρότινος δεν γνώριζε.
Σύμφωνα με τη WP, η δυσμενής πολιτική συγκυρία για τους Ρεπουμπλικάνους – ήδη πριν από το «μπλε κύμα» στις ενδιάμεσες εκλογές – τον είχε στρέψει προς πιο συντηρητικές πολιτείες, όπου υποστήριζε υποψηφίους που ενδέχεται αργότερα να ανταποδώσουν τη στήριξη σε μια εσωκομματική προεδρική αναμέτρηση.
Οι συνεργάτες του εκτιμούν επίσης ότι η συγκέντρωση σημαντικών χρηματικών ποσών για την Εθνική Επιτροπή των Ρεπουμπλικανών, στην οποία έχει αναλάβει οικονομικό ρόλο, ενισχύει τη θέση του.
Το μεγάλο «στοίχημα» πλέον για τον Βανς είναι να χτίσει ένα διαφορετικό πολιτικό προφίλ από εκείνο του Τραμπ, ώστε να μην χάσει έδαφος καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος θα φθείρεται όλο και περισσότερο.
Μέχρι στιγμής, κάνοντας προσεκτικά βήματα, αποφεύγει να επικρίνει τις πολιτικές του Τραμπ και προβάλλει τα επιτεύγματα της κυβέρνησης· ωστόσο, διαφοροποιείται κατά καιρούς στον τρόπο με τον οποίο απευθύνεται στους πολίτες.
Σε αντίθεση με τον Τραμπ, παρουσιάζεται πιο συγκρατημένος και πρόθυμος να αναγνωρίσει τη δυσαρέσκεια για την οικονομία, τον πόλεμο με το Ιράν, ακόμη και για τον χειρισμό των φακέλων που σχετίζονται με τον Τζέφρι Επσταϊν. Ενώ ο πρόεδρος επιμένει ότι οι ΗΠΑ διανύουν μια οικονομική «χρυσή εποχή» και υποβαθμίζει τις ανησυχίες για την ακρίβεια, ο Βανς παραδέχεται ότι η κυβέρνηση έχει ακόμη δουλειά να κάνει για τη μείωση του κόστους στέγασης και των τιμών των καυσίμων.
Σύμφωνα με τη Washington Post, εάν ο Τραμπ επικεντρώνεται κυρίως στη συσπείρωση της βάσης του, ο Βανς επιχειρεί ορισμένες φορές να πείσει και όσους δεν έχουν ήδη ταχθεί στο πλευρό του.
Πόσο επικίνδυνο είναι να είσαι το «δεξί» χέρι του προέδρου;
«Εάν ξεπεράσουμε τις προσδοκίες, τα εύσημα αξίζουν στον Τραμπ. Και εάν υποστούμε συντριβή, δεν νομίζω ότι κάποιος έντιμος άνθρωπος θα επιχειρούσε να ισχυριστεί ότι έφταιγε ο Τζέι Ντι», δήλωσε ανώνυμα σύμμαχός του στην αμερικανική εφημερίδα.
Παρ’ όλα αυτά, στην πραγματικότητα ίσως η κατάσταση να είναι πιο περίπλοκη και η προσπάθεια του Βανς να διαφοροποιηθεί ή να αποσυνδεθεί από τον Τραμπ να αποδειχτεί δυσκολότερη. Δεν είναι απίθανο το σενάριο στο οποίο οι επικριτές του θα παρουσιάσουν την ήττα στις ενδιάμεσες εκλογές ως ένα σημάδι ότι οι Αμερικανοί θέλουν να αφήσουν πίσω τους την εποχή Τραμπ – Βανς. Έτσι, μαζί με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, θα πάρει η μπάλα και τον πιο στενό συνεργάτη του.
Βέβαια, παρότι ο Αμερικανός πρόεδρος έχει επαινέσει δημοσίως τον αντιπρόεδρό του, αποφεύγει να του δώσει επίσημα το χρίσμα της διαδοχής, υποστηρίζοντας ότι είναι ακόμη νωρίς. Παρ’ όλα αυτά, το καλοκαίρι μόλις – όπως μας υπενθυμίζει η WP – είχε δηλώσει ιδιωτικά σε δωρητές ότι εκείνος είναι ο κατάλληλος, λέγοντας «πρέπει να εκλέξουμε τον Τζέι Ντι».
Μια επίσημη ανακοίνωση υποψηφιότητας μέσα στο 2026 θεωρείται πάντως απίθανη, ενώ μάλλον βέβαιο θεωρείται πως ο Βανς θα συνεχίσει να χτίζει με επιμέλεια και προσοχή το πολιτικό του προφίλ και να ενισχύει την πολιτική του παρουσία, η οποία θα μπορούσε να τον οδηγήσει στη διεκδίκηση του Λευκού Οίκου σε δύο χρόνια από σήμερα.



