Στην ετήσια έκθεσή της για το διεθνές χρέος (International Debt Report), η Παγκόσμια Τράπεζα επισημαίνει ότι η αύξηση που καταγράφηκε το 2025 ήταν η μεγαλύτερη σε ετήσια βάση από το 2021, δηλαδή από την περίοδο αμέσως μετά την πανδημία της COVID-19.
Την ίδια ώρα, η πρόσβαση των αναπτυσσόμενων οικονομιών στις διεθνείς αγορές ομολόγων συνεχίστηκε και το 2026, προκαλώντας προβληματισμό για τη βιωσιμότητα των όρων δανεισμού, αλλά και για το κατά πόσο τα κεφάλαια που αντλούνται κατευθύνονται στις χώρες και στους πληθυσμούς που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη.
Σε υψηλά δεκαετιών τα επιτόκια δανεισμού
Ιδιαίτερα επιβαρυμένες παραμένουν οι συνθήκες χρηματοδότησης για τις φτωχότερες αναπτυσσόμενες οικονομίες. Το μέσο επιτόκιο στις νέες δανειακές δεσμεύσεις από ιδιώτες πιστωτές διαμορφώθηκε στο 8,2%, το υψηλότερο επίπεδο από το 1989. Για τις νέες εκδόσεις ομολόγων, το αντίστοιχο επιτόκιο έφθασε στο 9,4%.
Αντίθετα, οι χώρες που δεν δικαιούνται δάνεια χαμηλού ή μηδενικού επιτοκίου από τη Διεθνή Ένωση Ανάπτυξης (IDA) της Παγκόσμιας Τράπεζας άντλησαν κεφάλαια μέσω νέων ομολογιακών εκδόσεων με μέσο επιτόκιο 5,5%, έναντι 5,8% το 2024.
Παρά το υψηλό κόστος, ο δανεισμός από ιδιώτες πιστωτές και οι εκδόσεις ομολόγων από δημόσιους φορείς αυξήθηκαν σχεδόν κατά 35%, φθάνοντας τα 251 δισ. δολάρια, στο υψηλότερο επίπεδο της τελευταίας πενταετίας.
Η μεγαλύτερη αύξηση του εξωτερικού χρέους σημειώθηκε στις χώρες που είναι επιλέξιμες για χρηματοδότηση από την IDA. Οι δανειακές τους υποχρεώσεις αυξήθηκαν κατά 8,1% το 2025, φθάνοντας τα 1,3 τρισ. δολάρια.
«Η επιστροφή του ιδιωτικού δανεισμού προς τις χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος είναι θετική εξέλιξη. Ωστόσο, οι χώρες αυτές δανείζονται περισσότερο, πληρώνουν υψηλότερο κόστος και, σε πολλές περιπτώσεις, τους απομένουν λιγότεροι πόροι για τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη», δήλωσε ο Χαϊσάν Φου, επικεφαλής στατιστικολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας.
Όπως πρόσθεσε, η υπεύθυνη διαχείριση του χρέους προϋποθέτει τη δημιουργία ευκαιριών ευημερίας για όλους, συμπεριλαμβανομένων των μελλοντικών γενεών.
Δανεισμός για την αποπληρωμή παλαιότερων οφειλών
Η έκθεση καταγράφει επίσης ότι αρκετές κυβερνήσεις προχώρησαν σε νέες εκδόσεις ομολόγων προκειμένου να επαναγοράσουν ή να αποπληρώσουν παλαιότερο χρέος που έφθανε στη λήξη του, επιμηκύνοντας έτσι το χρονοδιάγραμμα των υποχρεώσεών τους.
Η πρακτική αυτή, ωστόσο, συνοδεύτηκε συχνά από υψηλότερα επιτόκια, χωρίς να επιφέρει ουσιαστική μείωση στο συνολικό απόθεμα χρέους.
Η ζήτηση για νέα χρηματοδότηση παρέμεινε ισχυρή και το 2026. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, έως τα μέσα Αυγούστου περισσότερες από δέκα χώρες είχαν ήδη ξεπεράσει το σύνολο των ομολογιακών εκδόσεων που πραγματοποίησαν σε ολόκληρο το 2025, ενώ αρκετές ακόμη επέστρεψαν στις διεθνείς κεφαλαιαγορές.
Στα 1,4 τρισ. δολάρια οι πληρωμές για την εξυπηρέτηση του χρέους
Το βάρος των δανειακών υποχρεώσεων αποτυπώνεται και στις πληρωμές που πραγματοποίησαν οι χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος το 2025. Συνολικά κατέβαλαν 1,4 τρισ. δολάρια για την εξυπηρέτηση του χρέους τους, συμπεριλαμβανομένων των αποπληρωμών κεφαλαίου και των τόκων. Πρόκειται για την πέμπτη συνεχόμενη ετήσια αύξηση.
Καθοριστική ήταν η άνοδος των πληρωμών προς ιδιώτες πιστωτές, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 13,7% και ανήλθαν στα 363 δισ. δολάρια.
Σε επίπεδο τετραετίας, από το 2022 έως το 2025, οι αναπτυσσόμενες χώρες κατέβαλαν 436 δισ. δολάρια περισσότερα για την εξυπηρέτηση του χρέους τους από όσα εισέπραξαν μέσω νέας χρηματοδότησης.
Ωστόσο, το 2025 καταγράφηκε αλλαγή αυτής της εικόνας, καθώς, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, οι καθαρές εισροές κεφαλαίων διαμορφώθηκαν στα 45 δισ. δολάρια.
Πώς επηρέασε το ασθενέστερο δολάριο το χρέος
Ένας επιπλέον παράγοντας που συνέβαλε στην αύξηση του εξωτερικού χρέους ήταν η υποχώρηση του αμερικανικού δολαρίου. Η εξασθένηση του νομίσματος αύξησε την αποτίμηση σε δολάρια των υποχρεώσεων που είναι εκφρασμένες σε άλλα νομίσματα.
Σύμφωνα με την έκθεση, η συγκεκριμένη συναλλαγματική επίδραση αντιστοιχούσε σε περισσότερο από το 28% της συνολικής αύξησης του χρέους των αναπτυσσόμενων χωρών.
Μάλιστα, αρκετές από τις μεγαλύτερες δανειολήπτριες χώρες που αξιοποιούν χρηματοδοτικά προγράμματα με μειωμένα επιτόκια εμφάνισαν υψηλότερα υπόλοιπα χρέους στο τέλος του 2025, παρά τις πληρωμές που είχαν πραγματοποιήσει για την εξυπηρέτηση των υποχρεώσεών τους.
Η Παγκόσμια Τράπεζα προειδοποιεί ότι η περαιτέρω αύξηση του κόστους εξυπηρέτησης μπορεί να περιορίσει τις επενδύσεις, να συρρικνώσει τις οικονομικές ευκαιρίες και να καταστήσει τις αναπτυσσόμενες οικονομίες περισσότερο ευάλωτες σε εξωτερικούς κραδασμούς.
Επιπλέον, επισημαίνει ότι στις χώρες με υψηλότερα επίπεδα χρέους καταγράφονται συχνότερα περιπτώσεις ανθρώπων που αδυνατούν να εξασφαλίσουν υγιεινή διατροφή όταν οι οικονομίες τους δοκιμάζονται από εξωτερικές κρίσεις.
Έκκληση για μεγαλύτερη διαφάνεια στις δανειακές συμφωνίες
Στην έκθεσή της, η Παγκόσμια Τράπεζα υπογραμμίζει την ανάγκη ενίσχυσης της διαφάνειας στις συμφωνίες δανεισμού και βελτίωσης των προτύπων καταγραφής των δημόσιων υποχρεώσεων.
Όπως σημειώνει, η εμφάνιση νέων πιστωτών, χρηματοδοτικών εργαλείων, εγγυήσεων και σύνθετων συμφωνιών καθιστά ολοένα δυσκολότερη την πλήρη αποτύπωση των δανειακών υποχρεώσεων κάθε χώρας.
Η πληρέστερη καταγραφή των στοιχείων και η αποτελεσματικότερη διαχείριση του χρέους αποτελούν, σύμφωνα με τον διεθνή οργανισμό, βασικές προϋποθέσεις για τη διασφάλιση της δημοσιονομικής σταθερότητας και τη διατήρηση των πόρων που απαιτούνται για τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη.



