Σύμφωνα με την WP, δύο εβδομάδες πριν από την Ημέρα των Εκλογών, οι Ρεπουμπλικανοί βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα δυσοίωνο πολιτικό τοπίο. Η δημοτικότητα του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ έχει υποχωρήσει σε νέο χαμηλό, ενώ η στήριξη προς τους Δημοκρατικούς στη μάχη για τον έλεγχο του Κογκρέσου αυξάνεται, καθώς οι πληθωριστικές πιέσεις εντείνουν τη δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων, σύμφωνα με δημοσκόπηση των Washington Post, ABC News και Ipsos.
Η δημοτικότητα του Τραμπ μεταξύ των ενηλίκων στις ΗΠΑ διαμορφώνεται πλέον στο 33%, ενώ το 66% αποδοκιμάζει την απόδοσή του. Το 52% δηλώνει ότι την αποδοκιμάζει έντονα. Το ποσοστό αποδοχής είναι κατά τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο σε σχέση με τον Ιούλιο και κατά οκτώ μονάδες χαμηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό την ίδια περίοδο πέρυσι. Πρόκειται για το χαμηλότερο επίπεδο δημοτικότητάς του σε οποιαδήποτε στιγμή της πρώτης ή της δεύτερης προεδρικής του θητείας, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας. Μεταξύ των ψηφοφόρων που θεωρείται πιθανό να προσέλθουν στις κάλπες, η αποδοχή του Τραμπ ανέρχεται στο 38%, έναντι 62% που αποδοκιμάζει την απόδοσή του.
Η δημοσκόπηση καταγράφει επίσης ότι, για πρώτη φορά εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία, οι Δημοκρατικοί θεωρούνται πιο αξιόπιστοι από τους Ρεπουμπλικανούς στη διαχείριση της οικονομίας.
Στη μάχη για τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων, οι Δημοκρατικοί προηγούνται με οκτώ ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων και εκείνων που είναι πιθανό να ψηφίσουν. Το προβάδισμά τους έχει διευρυνθεί σε σχέση με τη δημοσκόπηση της Washington Post τον Ιούλιο, όταν προηγούνταν κατά τρεις μονάδες μεταξύ των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων.
Ο Τραμπ βρίσκεται στο επίκεντρο των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν οι Ρεπουμπλικανοί. Σε ξεχωριστό ερώτημα, οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να επιλέξουν εάν προτιμούν ένα Κογκρέσο υπό τον έλεγχο των Δημοκρατικών, το οποίο θα λειτουργεί ως αντίβαρο στον πρόεδρο, ή ένα Κογκρέσο υπό τον έλεγχο των Ρεπουμπλικανών, το οποίο θα στηρίζει την ατζέντα του. Μεταξύ των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, το 58% προτίμησε τους Δημοκρατικούς και το 39% τους Ρεπουμπλικανούς. Η διαφορά είναι περίπου διπλάσια σε σχέση με πριν από έναν χρόνο.
Τα συνολικά ευρήματα αποτυπώνουν ένα εκλογικό σώμα που έχει χάσει την εμπιστοσύνη του στον πρόεδρο, ανησυχεί έντονα για την απόφασή του να οδηγήσει τις ΗΠΑ σε πόλεμο με το Ιράν και αισθάνεται τις οικονομικές συνέπειες της σύγκρουσης, κυρίως μέσω της αύξησης των τιμών της βενζίνης. Παράλληλα, οι ψηφοφόροι εμφανίζονται πλέον να εμπιστεύονται περισσότερο τους Δημοκρατικούς από τους Ρεπουμπλικανούς στη διαχείριση σημαντικών ζητημάτων.
Σήμερα, το 72% εκτιμά ότι η χώρα κινείται προς τη λάθος κατεύθυνση, ποσοστό αυξημένο κατά πέντε μονάδες από τον Απρίλιο.
Τα ευρήματα δεν προβλέπουν το αποτέλεσμα σε κάθε επιμέρους εκλογική αναμέτρηση για τη Βουλή των Αντιπροσώπων ή τη Γερουσία τον Νοέμβριο. Ωστόσο, εξηγούν γιατί οι Ρεπουμπλικανοί βρίσκονται σε θέση άμυνας τις τελευταίες εβδομάδες πριν από τις εκλογές, ακόμη και σε περιοχές όπου παραδοσιακά διαθέτουν ισχυρό προβάδισμα.
Οι Ρεπουμπλικανοί εξακολουθούν να έχουν συνολικά μεγαλύτερους οικονομικούς πόρους για την πολιτική διαφήμιση, τους οποίους ελπίζουν να αξιοποιήσουν για να ανακόψουν την ενίσχυση των Δημοκρατικών. Ενδεικτικά, μέρος των χρημάτων μεταφέρεται πλέον στην υποστήριξη υποψηφίων σε περιοχές που θεωρούνται περισσότερο ευνοϊκές για τους Ρεπουμπλικανούς, στοιχείο που αποτυπώνει την αυξανόμενη ανησυχία των στελεχών και των στρατηγικών συμβούλων του κόμματος για το γενικότερο πολιτικό κλίμα.
Καθοριστικό παράγοντα για την έκβαση των εκλογών θα αποτελέσει, όπως πάντα, η συμμετοχή. Πολλές από τις πιο αμφίρροπες αναμετρήσεις για τη Γερουσία παραμένουν ανοιχτές. Σε εθνικό επίπεδο, οι Δημοκρατικοί διαθέτουν σημαντικό προβάδισμα μεταξύ όσων δηλώνουν βέβαιοι ότι θα ψηφίσουν ή έχουν ήδη ψηφίσει. Αντίθετα, οι Ρεπουμπλικανοί διατηρούν σχετικά ισχυρή θέση μεταξύ των ψηφοφόρων που συμμετείχαν στις εκλογές του 2024 ή του 2022, δύο αναμετρήσεις που αποτελούν επίσης σημαντικούς δείκτες για τη μελλοντική εκλογική συμπεριφορά.
Το κρίσιμο ερώτημα της συμμετοχής των ψηφοφόρων του Τραμπ
Ένα από τα βασικά άγνωστα στοιχεία είναι πόσοι από τους 77 εκατομμύρια ψηφοφόρους που στήριξαν τον Τραμπ στις εκλογές του 2024 θα προσέλθουν στις κάλπες. Η συμμετοχή στις ενδιάμεσες εκλογές είναι παραδοσιακά χαμηλότερη από εκείνη των προεδρικών εκλογών, ενώ οι Ρεπουμπλικανοί αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες στην κινητοποίηση των υποστηρικτών τους όταν ο Τραμπ δεν είναι ο ίδιος υποψήφιος.
Η δημοσκόπηση επιβεβαιώνει αυτές τις προκλήσεις. Μεταξύ των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, το 75% των Δημοκρατικών δηλώνει ότι είναι βέβαιο πως θα ψηφίσει ή έχει ήδη ψηφίσει, έναντι 67% των Ρεπουμπλικανών.
Μεταξύ των Ρεπουμπλικανών που υποστηρίζουν το κίνημα MAGA, το 75% δηλώνει βέβαιο ότι θα συμμετάσχει στις εκλογές. Το ποσοστό υποχωρεί στο 57% μεταξύ των Ρεπουμπλικανών που δεν ταυτίζονται με το κίνημα, αν και περισσότεροι από ένας στους τέσσερις από αυτούς δηλώνουν ότι προτιμούν οι Δημοκρατικοί να ελέγχουν το επόμενο Κογκρέσο.
Αντίθετα, το 79% των Δημοκρατικών που υποστηρίζουν τους Δημοκρατικούς Σοσιαλιστές της Αμερικής δηλώνει βέβαιο ότι θα ψηφίσει, όπως και το 73% των Δημοκρατικών που δεν ανήκουν στο συγκεκριμένο πολιτικό ρεύμα.
Η δημοτικότητα του προέδρου αποτελεί διαχρονικά έναν από τους σημαντικότερους δείκτες για την πορεία ενός κόμματος στις ενδιάμεσες εκλογές. Με βάση τα ιστορικά δεδομένα, οι Ρεπουμπλικανοί κινδυνεύουν να χάσουν έδρες από την ήδη οριακή πλειοψηφία τους στη Βουλή των Αντιπροσώπων και ενδέχεται να χάσουν τον έλεγχο του σώματος τον επόμενο μήνα. Ωστόσο, το μέγεθος των απωλειών είναι δυσκολότερο να προβλεφθεί, καθώς σε σύγκριση με προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις υπάρχουν λιγότερες περιφέρειες με αμφίρροπο αποτέλεσμα.
Οι Ρεπουμπλικανοί ενδέχεται, πάντως, να διατηρήσουν τη στήριξη ψηφοφόρων που εκφράζουν ηπιότερη δυσαρέσκεια για τον πρόεδρο. Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση των Washington Post, ABC News και Ipsos, μεταξύ των ψηφοφόρων που θεωρείται πιθανό να ψηφίσουν και δηλώνουν ότι «κάπως αποδοκιμάζουν» την απόδοση του Τραμπ —μια ομάδα που αντιστοιχεί στο 10%— το 58% προτιμά τον Ρεπουμπλικανό υποψήφιο για τη Βουλή των Αντιπροσώπων.
Η οικονομία και η ακρίβεια πιέζουν τους Ρεπουμπλικανούς
Τα οικονομικά ζητήματα αποτελούν σημαντική απειλή για τη διατήρηση του ελέγχου της Βουλής και της Γερουσίας από τους Ρεπουμπλικανούς.
Η αποδοχή του Τραμπ ως προς τη διαχείριση της οικονομίας έχει υποχωρήσει στο 28%, από 33% τον Ιούλιο και 41% τον Φεβρουάριο. Το αντίστοιχο ποσοστό βρισκόταν στο 49% την ίδια περίοδο κατά την προεκλογική εκστρατεία για τις ενδιάμεσες εκλογές του 2018.
Περίπου τρεις στους τέσσερις Αμερικανούς αποδοκιμάζουν τον τρόπο με τον οποίο ο πρόεδρος χειρίζεται τον πληθωρισμό και το κόστος διαβίωσης στις ΗΠΑ.
Σε αναλογία τρία προς ένα, οι Αμερικανοί χαρακτηρίζουν την κατάσταση της οικονομίας «όχι και τόσο καλή» ή «κακή». Οι απόψεις, ωστόσο, διαφοροποιούνται σημαντικά ανάλογα με την κομματική προτίμηση. Το 53% των Ρεπουμπλικανών αξιολογεί θετικά την οικονομία, έναντι μόλις 9% των Δημοκρατικών και 16% των ανεξάρτητων ψηφοφόρων.
Η εικόνα αυτή παρουσιάζει ενδιαφέρον σε σύγκριση με το 2022, όταν πρόεδρος ήταν ο Τζο Μπάιντεν και οι εκτιμήσεις για την οικονομία ήταν σχεδόν εξίσου αρνητικές. Τότε, όμως, το 54% των Δημοκρατικών αξιολογούσε θετικά την οικονομία, έναντι μόλις 8% των Ρεπουμπλικανών και 16% των ανεξάρτητων ψηφοφόρων. Τα στοιχεία υπογραμμίζουν τον τρόπο με τον οποίο η κομματική ταυτότητα μπορεί να επηρεάζει την αξιολόγηση της οικονομικής κατάστασης.
Παράλληλα, η οικονομική πίεση που αντιμετωπίζουν πολλά νοικοκυριά είναι τέτοια ώστε το 48% των Αμερικανών δηλώνει ότι βρίσκεται σε χειρότερη οικονομική κατάσταση σε σύγκριση με την περίοδο πριν από την επιστροφή του Τραμπ στην προεδρία το 2025. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό που έχει καταγραφεί σε δημοσκοπήσεις της Washington Post και του ABC σχετικά με την οικονομική κατάσταση των πολιτών κατά την προεδρία οποιουδήποτε Αμερικανού προέδρου από το 1986.
Μεταξύ των πολιτών που δηλώνουν ότι έχουν επιβαρυνθεί οικονομικά, το 78% προτιμά τους Δημοκρατικούς για το Κογκρέσο. Το ίδιο ισχύει για το 71% των ανεξάρτητων ψηφοφόρων αυτής της ομάδας.
Η βενζίνη στο επίκεντρο της δυσαρέσκειας
Η οικονομική προσιτότητα αποτελεί ένα από τα βασικά θέματα της προεκλογικής αντιπαράθεσης, με σχεδόν όλους τους υποψηφίους να αναφέρονται στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, σύμφωνα με τη δημοσκόπηση, αφορά το κόστος της βενζίνης. Τον Φεβρουάριο, πριν από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν από τον Τραμπ, το 71% των Αμερικανών θεωρούσε ότι η βενζίνη ήταν οικονομικά προσιτή.
Σήμερα, η εικόνα έχει αντιστραφεί πλήρως: το 71% δηλώνει ότι η βενζίνη δεν είναι πλέον προσιτή. Η πολεμική σύγκρουση έχει διαταράξει τον εφοδιασμό και τη ναυτιλιακή μεταφορά καυσίμων, οδηγώντας σε σημαντική αύξηση των τιμών της βενζίνης και του ντίζελ.
Η εξέλιξη αυτή εντείνει την οικονομική δυσαρέσκεια και επιβαρύνει περαιτέρω την πολιτική θέση των Ρεπουμπλικανών, σε μια περίοδο κατά την οποία η μάχη για τον έλεγχο του Κογκρέσου εισέρχεται στην τελική της ευθεία.



