• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Bank of America: Το πετρέλαιο μπορεί να πυροδοτήσει νέο κύμα αυξήσεων στα επιτόκια
13:28 - 05 Νοε 2026

Bank of America: Το πετρέλαιο μπορεί να πυροδοτήσει νέο κύμα αυξήσεων στα επιτόκια

Δες περισσότερα άρθρα του Reporter.gr όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Η εξέλιξη των διεθνών τιμών του πετρελαίου αποκτά ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα για τη διαμόρφωση της νομισματικής πολιτικής, καθώς, σύμφωνα με την Bank of America, μια νέα άνοδος του ενεργειακού κόστους μέσα στο επόμενο τρίμηνο ή εξάμηνο θα μπορούσε να προκαλέσει έντονες ανατιμήσεις στις αγορές επιτοκίων.  

Στην ανάλυσή της με τίτλο «Global rates and oil: Close cousins», η αμερικανική τράπεζα επισημαίνει ότι η σύνδεση μεταξύ των τιμών του πετρελαίου και των πληθωριστικών προσδοκιών παραμένει ισχυρή στις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γερμανία.

Ειδικότερα, οι αναλυτές διαπιστώνουν ότι η άνοδος του πετρελαίου συνοδεύεται διαχρονικά από αύξηση της αποζημίωσης που απαιτούν οι επενδυτές για τον πληθωρισμό, όπως αυτή καταγράφεται στις αγορές επιτοκίων. Στον αντίποδα, τα πραγματικά επιτόκια συνήθως κινούνται πτωτικά όταν αυξάνεται το κόστος της ενέργειας. Εξαίρεση αποτέλεσε η αμερικανική αγορά κατά τη διάρκεια του 2026.

Η Bank of America θεωρεί ότι οι συνεχιζόμενες συγκρούσεις στο Ιράν και την Ουκρανία συντηρούν έναν σημαντικό παράγοντα αβεβαιότητας. Ενδεχόμενα νέα πλήγματα στην παραγωγή και τη μεταφορά πετρελαίου θα μπορούσαν να εντείνουν τις πληθωριστικές πιέσεις, αναγκάζοντας τις κεντρικές τράπεζες να εξετάσουν πρόσθετες αυξήσεις επιτοκίων.

Πώς μεταφέρεται η άνοδος του πετρελαίου στα επιτόκια

Η ανάλυση καταγράφει τη στενή συσχέτιση ανάμεσα στις διακυμάνσεις των τιμών του πετρελαίου και στις μεταβολές των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων. Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα των ΗΠΑ: από τις αρχές του 2026, τα διετή επιτόκια έχουν ενισχυθεί συνολικά κατά 113 μονάδες βάσης. Ωστόσο, στις ημέρες που το πετρέλαιο κατέγραφε άνοδο, η σωρευτική αύξηση έφτασε τις 196 μονάδες βάσης. Αντίθετα, στις υπόλοιπες ημέρες σημειώθηκε συνολική πτώση 83 μονάδων βάσης.

Ακόμη εντονότερες διακυμάνσεις εμφανίστηκαν στις αγορές του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γερμανίας, επιβεβαιώνοντας, κατά τους αναλυτές, τον καθοριστικό ρόλο του ενεργειακού κόστους στις προσδοκίες για τη μελλοντική πορεία της νομισματικής πολιτικής.

Όπως περιγράφει η Bank of America, η διαδικασία εξελίσσεται σε διαδοχικά στάδια: η αύξηση των τιμών της ενέργειας ενισχύει τις πληθωριστικές προσδοκίες, οι αγορές προεξοφλούν αυστηρότερη νομισματική πολιτική και, τελικά, οι κεντρικές τράπεζες ενδέχεται να αναγκαστούν να αυξήσουν τα επιτόκια.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη Fed, η οποία ενδέχεται να δυσκολευτεί να αντισταθεί στις πιέσεις για αυστηρότερη πολιτική. Σε αυτή την κατεύθυνση συνηγορούν η ανθεκτικότητα της αμερικανικής οικονομίας και της κατανάλωσης, ο πληθωρισμός που εξακολουθεί να βρίσκεται πάνω από τον στόχο μετά την πανδημία, αλλά και τα περιορισμένα περιθώρια της αγοράς εργασίας να απορροφήσει πρόσθετη ζήτηση.

Ιράν και Ουκρανία συντηρούν την αβεβαιότητα στην αγορά ενέργειας

Η διάρκεια και η ένταση των πολεμικών συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή και την Ουκρανία θα αποτελέσουν βασικούς παράγοντες για την πορεία των διεθνών τιμών του πετρελαίου.

Η Bank of America εκτιμά ότι οι αγορές έχουν ήδη ενσωματώσει στις τιμές ένα σημαντικό γεωπολιτικό ασφάλιστρο κινδύνου. Μετά τις αμερικανικές εκλογές, μάλιστα, αποτιμήθηκε αυξημένη πιθανότητα επίλυσης της σύγκρουσης με το Ιράν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υπάρχουν εγγυήσεις για την αποκλιμάκωσή της.

Παράλληλα, στοιχεία της Υπηρεσίας Πληροφοριών Ενέργειας των ΗΠΑ (EIA), τα οποία επικαλείται η ανάλυση, δείχνουν ότι τα εμπορικά και κρατικά αποθέματα πετρελαίου παγκοσμίως έχουν περιοριστεί κατά περίπου 500 εκατ. βαρέλια από την αρχή του έτους. Η υποχώρηση συνδέεται εν μέρει με τους περιορισμούς στην προσφορά από τις χώρες του Περσικού Κόλπου, οι οποίοι έχουν οδηγήσει σε μεγαλύτερη αξιοποίηση των διαθέσιμων αποθεμάτων.

Αν και δεν είναι εφικτός ο ακριβής προσδιορισμός του συνολικού ύψους των παγκόσμιων αποθεμάτων, η Bank of America θεωρεί ρεαλιστική μια εκτίμηση της τάξης των 1,5 δισ. βαρελιών για τα διαθέσιμα αποθέματα ασφαλείας.

Επικαλούμενη επίσης μελέτη του Brookings Institution από τον Μάιο του 2026, η τράπεζα προειδοποιεί ότι περαιτέρω συρρίκνωση των αποθεμάτων θα μπορούσε να επιταχύνει την άνοδο των τιμών του αργού.

Άνοδος 76% για το ντίζελ μέσα στο 2026

Πιέσεις δεν καταγράφονται μόνο στην παραγωγή αργού πετρελαίου, αλλά και στη διύλιση, καθώς οι επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις έχουν περιορίσει την παγκόσμια παραγωγική δυναμικότητα.

Σύμφωνα με την ανάλυση, οι ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια έχουν μειώσει τη δραστηριότητα του ρωσικού κλάδου διύλισης κατά περίπου 30%, βάσει εκτιμήσεων του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA). Η συγκεκριμένη απώλεια αντιστοιχεί σε περίπου 2% της παγκόσμιας δραστηριότητας διύλισης.

Επιπλέον, αναλυτές της ενεργειακής αγοράς εκτιμούν ότι οι ιρανικές επιθέσεις σε διυλιστήρια χωρών του Περσικού Κόλπου έχουν περιορίσει την παραγωγή κατά ποσότητα που αντιστοιχεί σε περίπου 2% της παγκόσμιας προσφοράς.

Οι διαταραχές στην παραγωγή έχουν συμβάλει στην εκτίναξη των τιμών του ντίζελ κατά 76% από την αρχή του 2026, από περίπου 3,50 δολάρια ανά γαλόνι σε 6,25 δολάρια.

Την ίδια ώρα, η ουκρανική ηγεσία έχει δηλώσει ήδη από τον Οκτώβριο ότι προτίθεται να συνεχίσει τις επιθέσεις σε ρωσικές εγκαταστάσεις διύλισης, διατηρώντας την αβεβαιότητα γύρω από την αποκατάσταση της ενεργειακής προσφοράς.

Οι αναλυτές της Bank of America επισημαίνουν, πάντως, ότι ακόμη και μια σχετικά σύντομη αποκλιμάκωση της σύγκρουσης με το Ιράν δεν συνεπάγεται αυτομάτως την άμεση επαναφορά των εξαγωγών πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο στα προπολεμικά επίπεδα.

Τι αποκαλύπτουν τα ιστορικά δεδομένα για πληθωρισμό και επιτόκια

Για να αποτυπώσει τον τρόπο με τον οποίο οι τιμές του πετρελαίου επηρεάζουν τα επιτόκια, η Bank of America εξετάζει δύο βασικές παραμέτρους: τα πραγματικά επιτόκια και την αποζημίωση για τον πληθωρισμό.

Όπως εξηγεί, τα ονομαστικά επιτόκια διαμορφώνονται από το άθροισμα αυτών των δύο συνιστωσών. Η αποζημίωση για τον πληθωρισμό παρουσιάζει σταθερά θετική συσχέτιση με τις τιμές του πετρελαίου, ενώ τα πραγματικά επιτόκια τείνουν να κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση, υποχωρώντας όταν αυξάνεται το ενεργειακό κόστος.

Η έρευνα βασίζεται σε στοιχεία 4.460 ημερών, από τα τέλη του 2008, και εξετάζει τις μεταβολές των διετών επιτοκίων swaps στις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γερμανία.

Στο σύνολο της περιόδου, τα διετή επιτόκια ενισχύθηκαν κατά 359 μονάδες βάσης στις ΗΠΑ, κατά 312 μονάδες βάσης στο Ηνωμένο Βασίλειο και κατά 108 μονάδες βάσης στη Γερμανία. Την ίδια περίοδο, η τιμή του πετρελαίου αυξήθηκε κατά 49 δολάρια.

Η εικόνα διαφοροποιείται σημαντικά όταν εξετάζονται μόνο οι ημέρες κατά τις οποίες το πετρέλαιο κινήθηκε ανοδικά. Σε αυτές, οι σωρευτικές αυξήσεις των διετών επιτοκίων ανήλθαν σε 1.293 μονάδες βάσης στις ΗΠΑ, 1.424 μονάδες βάσης στο Ηνωμένο Βασίλειο και 1.096 μονάδες βάσης στη Γερμανία. Οι έντονες αυτές αυξήσεις αντισταθμίστηκαν σε μεγάλο βαθμό από τις μειώσεις που καταγράφηκαν τις υπόλοιπες ημέρες.

Ακόμη πιο ενδεικτικά είναι τα στοιχεία για την πληθωριστική συνιστώσα των επιτοκίων. Στις ΗΠΑ, το διετές inflation swap κατέγραψε σωρευτική άνοδο 3.802 μονάδων βάσης τις ημέρες που αυξανόταν το πετρέλαιο, ενώ τις υπόλοιπες ημέρες υποχώρησε κατά 3.375 μονάδες βάσης.

Το συμπέρασμα των αναλυτών είναι ότι οι μεταβολές στην αποζημίωση για τον πληθωρισμό έχουν συνήθως μεγαλύτερη επίδραση στη διαμόρφωση των ονομαστικών επιτοκίων, σε σχέση με την αντίρροπη κίνηση των πραγματικών επιτοκίων.

Η διαφορετική εικόνα των ΗΠΑ το 2026

Παρά τη μακροχρόνια αυτή τάση, η αμερικανική αγορά εμφάνισε φέτος μια αξιοσημείωτη απόκλιση.

Ειδικότερα, τα πραγματικά επιτόκια στις ΗΠΑ κατέγραψαν σαφώς μεγαλύτερη άνοδο τις ημέρες κατά τις οποίες οι τιμές του πετρελαίου παρέμεναν σταθερές ή υποχωρούσαν. Η Bank of America συνδέει την εξέλιξη αυτή πιθανότατα με την ισχυρή αύξηση των κεφαλαιουχικών επενδύσεων στην αμερικανική οικονομία.

Ο λόγος των ανοδικών προς τις πτωτικές μεταβολές των πραγματικών επιτοκίων στις ΗΠΑ διαμορφώθηκε περίπου στο 3 προς 1 το 2026, έναντι ιστορικού μέσου όρου κοντά στο 0,9 προς 1.

Αντίθετα, στο Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γερμανία η συμπεριφορά των πραγματικών επιτοκίων παρέμεινε πιο κοντά στα ιστορικά δεδομένα.

Ωστόσο, κατά τον τελευταίο μήνα παρατηρούνται ενδείξεις επιστροφής της αμερικανικής αγοράς στα συνηθισμένα πρότυπα, καθώς ο αντίστοιχος λόγος πλησιάζει και πάλι το 0,9 προς 1. Σύμφωνα με την Bank of America, αυτό ενδεχομένως υποδηλώνει ότι η επίδραση της επενδυτικής έκρηξης έχει ήδη αποτυπωθεί σε μεγάλο βαθμό στις αποτιμήσεις.

Οι κίνδυνοι για τη Fed και οι κινήσεις αντιστάθμισης

Με τις γεωπολιτικές εξελίξεις να παραμένουν αβέβαιες, η Bank of America εκτιμά ότι οι κίνδυνοι για την πορεία των επιτοκίων είναι ασύμμετροι.

Στο ευνοϊκότερο σενάριο, η Fed θα μπορούσε να διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια. Αντίθετα, μια παρατεταμένη ενεργειακή κρίση που θα οδηγούσε σε νέα επιτάχυνση του πληθωρισμού θα μπορούσε να καταστήσει αναγκαία μια πολύ πιο αυστηρή νομισματική πολιτική, με τα επιτόκια να οδηγούνται σε περιοριστικά επίπεδα, το ύψος των οποίων δεν μπορεί ακόμη να προσδιοριστεί.

Υπό αυτές τις συνθήκες, οι αναλυτές προτείνουν στους επενδυτές να εξετάσουν στρατηγικές αντιστάθμισης κινδύνου, με έμφαση στη βραχυπρόθεσμη προστασία απέναντι στον πληθωρισμό στις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γερμανία.

Παράλληλα, εισηγούνται να εξεταστούν θέσεις πληρωμής σταθερού επιτοκίου (pay-fixed) στην αμερικανική αγορά διετών επιτοκίων, προκειμένου να περιοριστεί η έκθεση σε ενδεχόμενες νέες αυξήσεις.

Η Bank of America εκτιμά ότι η Fed ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη με δυσκολίες στην προσπάθειά της να ανατρέψει τις προσδοκίες των αγορών για αυξήσεις επιτοκίων, ιδίως εάν αυτές έχουν ήδη προεξοφληθεί σε μεγάλο βαθμό πριν από τις συνεδριάσεις της.

Ένας επιπλέον παράγοντας κινδύνου αφορά τον νέο πρόεδρο της Fed, ο οποίος, σύμφωνα με την ανάλυση, δεν έχει ακόμη εδραιώσει την αξιοπιστία του ως προς τη δέσμευσή του για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού.

Έτσι, εάν οι αγορές εκτιμούν σε ποσοστό άνω του 50% ότι θα υπάρξει αύξηση επιτοκίων και η Fed επιλέξει τελικά να διατηρήσει αμετάβλητη τη νομισματική πολιτική της, υπάρχει κίνδυνος να απολέσει τον έλεγχο των προσδοκιών και των αποδόσεων στα μακροπρόθεσμα επιτόκια.