Η απόδοση του γερμανικού 10ετούς ομολόγου, που αποτελεί σημείο αναφοράς για την Ευρωζώνη, ενισχύθηκε κατά σχεδόν μία μονάδα βάσης, στο 3,3635%. Μεγαλύτερη ήταν η άνοδος για τον αντίστοιχο γαλλικό τίτλο, η απόδοση του οποίου αυξήθηκε κατά τρεις μονάδες βάσης, στο 4,94%, παραμένοντας λίγο κάτω από το 5% που είχε ξεπεράσει την προηγούμενη εβδομάδα.
Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του Brent ενισχύθηκαν παράλληλα κατά περίπου 2%, στα 116 δολάρια το βαρέλι, πλησιάζοντας και πάλι τα υψηλά αρκετών μηνών μετά την υποχώρηση της προηγούμενης ημέρας. Η επίθεση σε διυλιστήριο στη Σαουδική Αραβία, τη μεγαλύτερη εξαγωγό πετρελαίου παγκοσμίως, αναζωπύρωσε τους φόβους για διαταραχές στην προσφορά εξαιτίας της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.
Στο επίκεντρο οι γαλλικοί τίτλοι
Τα γαλλικά κρατικά ομόλογα βρίσκονται στο επίκεντρο της προσοχής των αγορών, καθώς οι αποδόσεις των 10ετών τίτλων έχουν φτάσει σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από το 2002. Οι ανησυχίες για τη δημοσιονομική κατάσταση της Γαλλίας εντείνονται ενόψει των προεδρικών εκλογών του επόμενου έτους, ενώ οι κοινωνικές κινητοποιήσεις αυξάνουν την πίεση στην κυβέρνηση του Εμανουέλ Μακρόν.
Ανοδικά κινήθηκαν και οι αποδόσεις των βραχυπρόθεσμων ομολόγων, οι οποίες επηρεάζονται περισσότερο από τις προσδοκίες για τα επιτόκια. Η απόδοση του γερμανικού διετούς τίτλου αυξήθηκε κατά έξι μονάδες βάσης, στο 3,11%.
Τα βλέμματα στη συνεδρίαση της ΕΚΤ
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ανακοινώνει την Πέμπτη την απόφασή της για τα επιτόκια, με τις αγορές να αναμένουν ότι θα τα διατηρήσει αμετάβλητα, έπειτα από δύο αυξήσεις νωρίτερα μέσα στη χρονιά.
«Ο συνολικός πληθωρισμός παραμένει υπερβολικά υψηλός, αλλά η ανάπτυξη, αν και ανθεκτική σύμφωνα με τους δείκτες PMI, έχει εξασθενήσει. Η αδύναμη βιομηχανική παραγωγή και οι νέοι καθοδικοί κίνδυνοι στη Γαλλία δείχνουν προς την ίδια κατεύθυνση», δήλωσε ο Κέβιν Τοζέ, μέλος της επενδυτικής επιτροπής της Carmignac.
Οι επενδυτές αναζητούν ενδείξεις για την επόμενη κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής, αλλά και για το πώς αξιολογεί η ΕΚΤ τις πληθωριστικές επιπτώσεις από την άνοδο των ενεργειακών τιμών. Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι λεγόμενες δευτερογενείς επιδράσεις, δηλαδή η μεταφορά του αυξημένου ενεργειακού κόστους σε άλλες τιμές και στους μισθούς.
Παράλληλα, ενδιαφέρον παρουσιάζει το κατά πόσο η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, θα αναφερθεί στις πιέσεις που δέχονται τα γαλλικά ομόλογα και στη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, εξελίξεις που, σύμφωνα με ορισμένους οικονομολόγους και αναλυτές, θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις αποφάσεις της κεντρικής τράπεζας.
Όπως σημείωσε ο Τοζέ, η Λαγκάρντ έχει αναγνωρίσει ότι οι αυστηρότερες χρηματοπιστωτικές συνθήκες αναμένεται να επιβραδύνουν την ανάπτυξη και να περιορίσουν τη μετακύλιση των αυξημένων ενεργειακών τιμών στην οικονομία περισσότερο από ό,τι εκτιμάτο προηγουμένως.
«Αυτό συνηγορεί υπέρ μιας στάσης αναμονής και διατήρησης ευελιξίας ενόψει της συνεδρίασης του Δεκεμβρίου, όταν η ΕΚΤ θα διαθέτει νέες προβλέψεις και περισσότερο χρόνο για να αξιολογήσει τις τρέχουσες πιέσεις στις αγορές ομολόγων της Ευρωζώνης», πρόσθεσε.
Σύμφωνα με τις αγορές χρήματος, δεν προεξοφλείται πλέον πλήρως νέα αύξηση επιτοκίων από την ΕΚΤ πριν από τον Φεβρουάριο του 2027, ενώ έως τον Απρίλιο του ίδιου έτους έχουν ενσωματωθεί πλήρως στις τιμές δύο αυξήσεις.
Οι αποφάσεις Fed και Τράπεζας του Καναδά
Πριν από την ανακοίνωση της ΕΚΤ, την Πέμπτη, οι αγορές παρακολουθούν την Τετάρτη τις αποφάσεις της Federal Reserve και της κεντρικής τράπεζας του Καναδά.
Η Fed αναμένεται να διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια, ενώ η καναδική κεντρική τράπεζα εκτιμάται ότι είναι πιθανό να προχωρήσει σε αύξηση. Στη Νέα Ζηλανδία, αντίθετα, η κεντρική τράπεζα διατήρησε την Τετάρτη απροσδόκητα αμετάβλητο το βασικό επιτόκιο, έπειτα από ψηφοφορία με οριακή πλειοψηφία.



