Οι προβολές της Κομισιόν καταγράφουν σταδιακή πληθυσμιακή υποχώρηση σε ολόκληρο τον χρονικό ορίζοντα της έκθεσης. Ειδικότερα, ο πληθυσμός αναμένεται να διαμορφωθεί σε 10,2 εκατομμύρια το 2030, 9,7 εκατομμύρια το 2040 και 9,2 εκατομμύρια το 2050. Η πτωτική τάση προβλέπεται να συνεχιστεί και τις επόμενες δεκαετίες, με τον αριθμό των κατοίκων να περιορίζεται στα 8,6 εκατομμύρια το 2060, στα 8 εκατομμύρια το 2070 και στα 7,6 εκατομμύρια το 2080.
Πέρα από τη μείωση του συνολικού πληθυσμού, ιδιαίτερη σημασία έχει η μεταβολή της ηλικιακής του σύνθεσης. Οι νεότερες ηλικιακές ομάδες αναμένεται να περιοριστούν, ενώ το ποσοστό των ηλικιωμένων θα αυξάνεται, εντείνοντας την ανισορροπία μεταξύ του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας και των μεγαλύτερων ηλικιών.
Περισσότερα χρόνια ζωής, μικρότερη παραγωγική βάση
Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες της δημογραφικής μεταβολής. Για τις γυναίκες στην Ελλάδα, το προσδόκιμο ζωής προβλέπεται να φτάσει τα 87 έτη το 2050, από 84,5 έτη το 2025. Για τους άνδρες, αντίστοιχα, εκτιμάται ότι θα ανέλθει στα 82,6 έτη, έναντι 79,5 ετών το 2025.
Η μεγαλύτερη αύξηση αναμένεται να καταγραφεί στην ηλικιακή ομάδα των 80 ετών και άνω, διευρύνοντας περαιτέρω τη συμμετοχή των μεγαλύτερων ηλικιών στον συνολικό πληθυσμό.
Την ίδια ώρα, η παραγωγική βάση της χώρας προβλέπεται να περιοριστεί. Ο πληθυσμός ηλικίας 20 έως 64 ετών, που αποτελεί τη βασική ομάδα εργάσιμης ηλικίας, αναμένεται να μειωθεί από 6,01 εκατομμύρια σε 4,57 εκατομμύρια μέσα στην επόμενη 25ετία. Αντίστοιχη μείωση προβλέπεται και για το εργατικό δυναμικό, το οποίο εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει από 4,64 εκατομμύρια σε 3,63 εκατομμύρια άτομα έως το 2050.
Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να εντείνει τις ελλείψεις εργατικού δυναμικού και να δημιουργήσει πρόσθετες ανάγκες προσαρμογής στην αγορά εργασίας. Παράλληλα, η μείωση του αριθμού των εργαζομένων που καταβάλλουν εισφορές, σε συνδυασμό με την αύξηση των ηλικιωμένων και των συνταξιούχων, αναμένεται να ενισχύσει τις πιέσεις στο ασφαλιστικό σύστημα.
Ενδεικτική της μεταβολής είναι και η πρόβλεψη για το ποσοστό των εργαζομένων άνω των 65 ετών. Σύμφωνα με την έκθεση, από 17,9% σήμερα εκτιμάται ότι θα φτάσει το 37,9% έως το 2050. Η εξέλιξη συνδέεται, μεταξύ άλλων, με τις αλλαγές στα όρια συνταξιοδότησης και την αναμενόμενη παράταση του εργασιακού βίου.
Η έκθεση υπενθυμίζει ότι οι μεταρρυθμίσεις του 2012 και του 2014 αύξησαν το γενικό όριο συνταξιοδότησης από τα 65 στα 67 έτη και το όριο πρόωρης συνταξιοδότησης από τα 60 στα 62 έτη. Παράλληλα, ο προβλεπόμενος μηχανισμός επανεξέτασης των ορίων ανά τριετία, με βάση την εξέλιξη του προσδόκιμου ζωής, δεν ενεργοποιήθηκε, με αποτέλεσμα να διατηρηθούν τα σημερινά όρια των 67 και 62 ετών.
Η υπογεννητικότητα παραμένει βασική πρόκληση
Παρά την εκτιμώμενη σταδιακή βελτίωση του δείκτη γονιμότητας, το δημογραφικό έλλειμμα αναμένεται να παραμείνει σημαντικό. Ο δείκτης προβλέπεται να αυξηθεί από 1,20 παιδιά ανά γυναίκα το 2025 σε 1,22 το 2030 και 1,45 το 2080.
Ωστόσο, ακόμη και με αυτή τη βελτίωση, η γονιμότητα θα εξακολουθεί να βρίσκεται αρκετά χαμηλότερα από το επίπεδο των 2,1 γεννήσεων ανά γυναίκα, το οποίο θεωρείται απαραίτητο για τη φυσική αναπλήρωση του πληθυσμού μακροπρόθεσμα.
Σύμφωνα με τις προβολές, ούτε η μετανάστευση αναμένεται αρχικά να αντισταθμίσει την πληθυσμιακή υποχώρηση. Το ποσοστό των μεταναστών στον συνολικό πληθυσμό, το οποίο το 2025 εκτιμάται σε 0,4%, προβλέπεται να περιοριστεί στο 0,2% έως το 2050, προτού ακολουθήσει εκ νέου ανοδική πορεία.
Η δημογραφική πρόκληση σε ευρωπαϊκό επίπεδο
Η Ελλάδα δεν αποτελεί μεμονωμένη περίπτωση, καθώς η γήρανση και η πληθυσμιακή συρρίκνωση αναμένεται να επηρεάσουν συνολικά την Ευρωπαϊκή Ένωση. Με βάση τις εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο πληθυσμός της ΕΕ θα αυξηθεί οριακά από 452 εκατομμύρια το 2025 σε 453 εκατομμύρια το 2029 και στη συνέχεια θα ακολουθήσει πτωτική πορεία, φτάνοντας τα 414 εκατομμύρια το 2080. Η μεταβολή αντιστοιχεί σε μείωση περίπου 8% σε σύγκριση με το 2025.
Την ίδια περίοδο, το ποσοστό των πολιτών ηλικίας 65 ετών και άνω προβλέπεται να αυξηθεί από 22% σε 33%. Ακόμη μεγαλύτερη αναμένεται να είναι η μεταβολή στην ομάδα των ατόμων άνω των 80 ετών, το μερίδιο των οποίων εκτιμάται ότι θα αυξηθεί από 6% σε 14%. Αντίθετα, ο πληθυσμός ηλικίας 20 έως 64 ετών προβλέπεται να περιοριστεί από το 58% στο 51% του συνολικού πληθυσμού.
Ανάλογη επιδείνωση αναμένεται και στον δείκτη εξάρτησης ηλικιωμένων, ο οποίος αποτυπώνει την αναλογία των ατόμων άνω των 65 ετών προς τον πληθυσμό εργάσιμης ηλικίας. Για την ΕΕ, ο δείκτης προβλέπεται να αυξηθεί από 38% το 2025 σε 65% το 2080. Με βάση αυτή την αναλογία, από περίπου 26 άτομα εργάσιμης ηλικίας ανά 10 ηλικιωμένους σήμερα, η σχέση αναμένεται να περιοριστεί σε λιγότερα από 16.
Οι επιπτώσεις στην οικονομική ανάπτυξη
Η δημογραφική μεταβολή συνιστά, σύμφωνα με την έκθεση, μία από τις σημαντικές μακροπρόθεσμες προκλήσεις για την ευρωπαϊκή οικονομία. Το εργατικό δυναμικό της ΕΕ προβλέπεται να μειωθεί κατά 17%, δηλαδή κατά περίπου 36 εκατομμύρια άτομα, από το 2025 έως το 2080.
Η αυξημένη συμμετοχή των γυναικών και των μεγαλύτερων σε ηλικία πολιτών στην αγορά εργασίας εκτιμάται ότι θα περιορίσει εν μέρει τις απώλειες, χωρίς ωστόσο να τις αντισταθμίσει πλήρως.
Ως αποτέλεσμα, ο μέσος ετήσιος ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης της ΕΕ προβλέπεται να διαμορφωθεί περίπου στο 1% για την περίοδο 2026-2080. Ειδικότερα, εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει σταδιακά από 1,2% στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 2020 σε 0,9% τη δεκαετία του 2070.
Σε αυτό το περιβάλλον, η παραγωγικότητα αναμένεται να αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη σημασία για τη διατήρηση της οικονομικής δραστηριότητας, καθώς η συρρίκνωση του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας θα περιορίζει τη συμβολή της απασχόλησης στην ανάπτυξη. Για την Ελλάδα, οι προβολές αναδεικνύουν το μέγεθος της δημογραφικής πρόκλησης και τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της σε εργασία, συντάξεις και δημόσια οικονομικά.



