Την ίδια στιγμή, σημαντικό εμπόδιο στην πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό αποτελεί το υψηλό κόστος χρηματοδότησης, αλλά και ο φόβος απόρριψης των αιτημάτων. Ενδεικτικά, το 37% των επιχειρήσεων δεν υπέβαλε αίτηση για τραπεζική χρηματοδότηση κατά το τελευταίο έτος, επικαλούμενο τους συγκεκριμένους λόγους.
Τα στοιχεία προκύπτουν από την έρευνα του ΒΕΘ για το δίμηνο Σεπτεμβρίου – Οκτωβρίου, η οποία πραγματοποιήθηκε από την εταιρεία δημοσκοπήσεων Interview σε δείγμα 405 επιχειρήσεων-μελών του Επιμελητηρίου.
Το λειτουργικό κόστος η μεγαλύτερη πηγή πίεσης
Αναλυτικότερα, το 60% των συμμετεχόντων χαρακτηρίζει οριακή τη ρευστότητά του, το 29% ανεπαρκή και μόλις το 11% εξαιρετική.
Ως βασικότερη αιτία οικονομικής επιβάρυνσης αναδεικνύεται η αύξηση του λειτουργικού κόστους, που περιλαμβάνει την ενέργεια, τις πρώτες ύλες και τις μεταφορές, με ποσοστό 44%. Ακολουθούν οι συσσωρευμένες φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις με 24%, η μείωση των πωλήσεων και η περιορισμένη ζήτηση με 20%, οι καθυστερήσεις πληρωμών από πελάτες με 10% και το κόστος εξυπηρέτησης υφιστάμενων δανείων με 2%.
Οι πιέσεις στη ρευστότητα αποτυπώνονται και στις υποχρεώσεις των επιχειρήσεων. Το 42% δηλώνει ότι καθυστερεί πληρωμές προς προμηθευτές πρώτων υλών, το 24% φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις, το 9% τη μισθοδοσία και το 6% τις δόσεις τραπεζικών δανείων. Αντίθετα, το 19% αναφέρει ότι δεν έχει καθυστερήσει καμία πληρωμή.
Δυσκολίες στην τραπεζική χρηματοδότηση
Η εικόνα παραμένει προβληματική και ως προς την πρόσβαση σε τραπεζικά κεφάλαια. Κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο, πλήρη έγκριση χρηματοδότησης έλαβε μόλις το 5% των επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην έρευνα, ενώ στο 6% εγκρίθηκε ποσό μικρότερο από εκείνο που είχε ζητήσει. Παράλληλα, το 11% είδε το αίτημά του να απορρίπτεται.
Το 37% δεν προχώρησε καν σε αίτηση, λόγω του φόβου απόρριψης ή των υψηλών επιτοκίων, ενώ το 41% δήλωσε ότι δεν χρειάστηκε τραπεζική χρηματοδότηση.
Στασιμότητα και επιφυλακτικότητα για το επόμενο εξάμηνο
Σε ό,τι αφορά τη συνολική εικόνα των επιχειρήσεων, το 45% την αξιολογεί ως ικανοποιητική, το 16% ως καλή και το 39% ως κακή.
Οι προσδοκίες για το επόμενο εξάμηνο παραμένουν συγκρατημένες: το 56% εκτιμά ότι η κατάσταση θα παραμείνει αμετάβλητη, το 35% προβλέπει επιδείνωση και μόλις το 9% αναμένει βελτίωση.
Στο μέτωπο της απασχόλησης, το 88% προτίθεται να διατηρήσει το υφιστάμενο προσωπικό του κατά το επόμενο δίμηνο, το 5% σχεδιάζει νέες προσλήψεις και το 7% εξετάζει μειώσεις προσωπικού.
Αντίστοιχα, ο κύκλος εργασιών παρέμεινε σταθερός για το 45% των επιχειρήσεων, μειώθηκε για το 38% και αυξήθηκε για το 17%.
Τέλος, ο δείκτης οικονομικής συγκυρίας του ΒΕΘ υποχώρησε στις 4,8 μονάδες κατά το δίμηνο Σεπτεμβρίου – Οκτωβρίου, από 5,1 μονάδες που είχε καταγράψει την περίοδο Ιουλίου – Αυγούστου, αποτυπώνοντας την επιδείνωση του επιχειρηματικού κλίματος στον χώρο της βιοτεχνίας.



