Σε μια περίοδο κατά την οποία εντείνονται οι ανησυχίες στην Ευρώπη για τα υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα, την αύξηση του δημόσιου χρέους και τους χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, η Ελλάδα παρουσιάζεται ως χαρακτηριστική περίπτωση δημοσιονομικής προσαρμογής. Το δημοσίευμα επισημαίνει ότι η χώρα, η οποία βρέθηκε στο επίκεντρο της κρίσης χρέους της Ευρωζώνης, καταγράφει πλέον πρωτογενή πλεονάσματα και προχωρά σε πρόωρες αποπληρωμές δανείων.
Η ελληνική εμπειρία εξετάζεται σε αντιπαραβολή με τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οικονομίες όπως η Γαλλία, η Ιταλία και η Γερμανία. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη Γαλλία, όπου ο συνδυασμός υψηλών δημοσιονομικών ελλειμμάτων, αυξανόμενου χρέους, πολιτικής αβεβαιότητας και ασθενικής ανάπτυξης έχει εντείνει τις πιέσεις στις αγορές ομολόγων.
Ο Χόλγκερ Σμίντινγκ, επικεφαλής οικονομολόγος της Berenberg Bank, προειδοποιεί ότι η υφιστάμενη κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί επ’ αόριστον. Πρόσφατα, η απόδοση των δεκαετών γαλλικών ομολόγων πλησίασε προσωρινά το 5%, σύμφωνα με το δημοσίευμα.
Ο ίδιος εκτιμά ότι η γαλλική πολιτική ηγεσία θα πρέπει να ανταποκριθεί στα μηνύματα των αγορών, καθώς μια ενδεχόμενη κρίση εμπιστοσύνης από τους επενδυτές θα μπορούσε να οδηγήσει σε χρηματοπιστωτική αναταραχή με ευρύτερες συνέπειες για την Ευρωζώνη. Όπως διευκρινίζει, μια κρίση χρέους στη Γαλλία δεν είναι αναπόφευκτη, ωστόσο ο κίνδυνος παραμένει υπαρκτός.
Η ελληνική εμπειρία ως παράδειγμα δημοσιονομικής προσαρμογής
Στο πλαίσιο αυτό, ο Σμίντινγκ αναφέρεται στην εμπειρία της Ελλάδας και στις δυσκολίες που αντιμετώπισε η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα κατά τη διάρκεια της κρίσης. Υποστηρίζει ότι οι προεκλογικές δεσμεύσεις της περιόδου εκείνης δεν μπορούσαν να υλοποιηθούν χωρίς να ληφθούν υπόψη οι περιορισμοί χρηματοδότησης της χώρας.
Με αφορμή την πολιτική της Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία, ο οικονομολόγος εκτιμά ότι η εμπειρία του πρώην Έλληνα πρωθυπουργού αποτελεί παράδειγμα των δυσκολιών που μπορεί να προκύψουν όταν οι πολιτικές δεσμεύσεις συγκρούονται με τις απαιτήσεις των χρηματοπιστωτικών αγορών.
Από την πλευρά του, ο Κλάους Ρέγκλινγκ, πρώην επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), έχει υπολογίσει σε 100 δισ. ευρώ την οικονομική ζημία που, κατά την εκτίμησή του, προκάλεσε η αρχική στάση αντιπαράθεσης της κυβέρνησης Τσίπρα.
Πρωτογενή πλεονάσματα και πρόωρη αποπληρωμή δανείων
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το δημοσίευμα, το πρωτογενές πλεόνασμα της Ελλάδας ανήλθε σε 6,3 δισ. ευρώ κατά τους πρώτους οκτώ μήνες του έτους, έναντι πρόβλεψης για 4,9 δισ. ευρώ.
Παράλληλα, η χώρα σχεδιάζει να ολοκληρώσει έως το 2029 την αποπληρωμή των δανείων του πρώτου προγράμματος διάσωσης, έντεκα χρόνια νωρίτερα από τον αρχικό προγραμματισμό. Το δημοσίευμα εκτιμά επίσης ότι η Ιταλία ενδέχεται να ξεπεράσει την Ελλάδα ως προς τον λόγο δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ από φέτος, ενώ η Γαλλία θα μπορούσε να εμφανίζει υψηλότερο ποσοστό το 2029.
Η βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών αποτυπώνεται, σύμφωνα με το άρθρο, και στο κόστος δανεισμού της χώρας, το οποίο έχει υποχωρήσει σε επίπεδα χαμηλότερα από εκείνα της Ιταλίας και της Γαλλίας. Ως πρόσθετος παράγοντας αναφέρεται η πολιτική σταθερότητα, με την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη να διαθέτει κοινοβουλευτική αυτοδυναμία.
Ωστόσο, ο Σμίντινγκ αποδίδει την ελληνική προσαρμογή όχι μόνο στη δημοσιονομική περιστολή και στην αύξηση των φόρων, αλλά και σε μεταρρυθμίσεις που, όπως υποστηρίζει, ενίσχυσαν την ελκυστικότητα της χώρας για παραγωγικές επενδύσεις. Σε αυτές περιλαμβάνει τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης και τη μείωση ρυθμιστικών περιορισμών, κυρίως στην αγορά εργασίας.
Οι αλλαγές στην αγορά εργασίας
Το δημοσίευμα αναφέρεται στις αλλαγές που επέτρεψαν μεγαλύτερη ευελιξία στην οργάνωση του χρόνου εργασίας. Μεταξύ άλλων, προβλέπεται δυνατότητα απασχόλησης έως έξι ημέρες την εβδομάδα σε εθελοντική βάση, ενώ υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις μπορεί να υπάρξει ημερήσια εργασία έως και 13 ώρες. Παράλληλα, το κανονικό εβδομαδιαίο ωράριο των 40 ωρών μπορεί να κατανέμεται σε τέσσερις ημέρες.
Σύμφωνα με κυβερνητικά στοιχεία που παρατίθενται στο άρθρο, από το 2019 έως το 2025 δημιουργήθηκαν 563.000 νέες θέσεις εργασίας.
Συνταξιοδοτικό και ψηφιοποίηση της φορολογικής διοίκησης
Η δημοσιονομική προσαρμογή εξετάζεται επίσης υπό το πρίσμα των αλλαγών στο συνταξιοδοτικό σύστημα και της ψηφιοποίησης της φορολογικής διοίκησης.
Ο Αλεξάντερ Κρίτικος, μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Γερμανικού Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών (DIW), χαρακτηρίζει τις δύο αυτές παρεμβάσεις βασικούς παράγοντες για τη βελτίωση των δημόσιων οικονομικών. Η συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση περιλάμβανε περικοπές συντάξεων, αύξηση του νόμιμου ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης και σύνδεσή του με το προσδόκιμο ζωής.
Το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης βρίσκεται σήμερα στα 67 έτη, με ελάχιστη προϋπόθεση τα 15 έτη ασφάλισης. Ο Κρίτικος επισημαίνει ότι η σύνδεση με το προσδόκιμο ζωής περιορίζει την εξάρτηση ενός πολιτικά ευαίσθητου ζητήματος από τις βραχυπρόθεσμες προεκλογικές επιδιώξεις.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στην ψηφιοποίηση των φορολογικών υπηρεσιών, η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, συνέβαλε στην αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής. Το κενό ΦΠΑ, δηλαδή η διαφορά μεταξύ του φόρου που οφείλεται και του ποσού που τελικά εισπράττεται, μειώθηκε μέσα σε δέκα χρόνια από το 30% σε λιγότερο από 9%.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) έχει χαρακτηρίσει την πορεία της Ελλάδας «εντυπωσιακή ανατροπή», αποδίδοντας σημαντικό ρόλο στη μεταρρύθμιση της φορολογικής διοίκησης. Σύμφωνα με το Ταμείο, η εμπειρία αυτή μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο παράδειγμα για χώρες που επιδιώκουν να εκσυγχρονίσουν τα φορολογικά τους συστήματα.
Gov.gr: Περιορισμός της γραφειοκρατίας μέσω ψηφιακών υπηρεσιών
Η ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης επεκτάθηκε πέρα από τη φορολογία. Μέσω της πλατφόρμας gov.gr, η οποία τέθηκε σε λειτουργία το 2020, πολίτες και επιχειρήσεις μπορούν να εξυπηρετούνται ηλεκτρονικά για 2.279 κρατικές υπηρεσίες, περιορίζοντας την ανάγκη φυσικής παρουσίας σε δημόσιες υπηρεσίες.
Με βάση κυβερνητικά στοιχεία που επικαλείται το δημοσίευμα, το 2025 πραγματοποιήθηκαν περίπου 2,7 δισ. ψηφιακές συναλλαγές και διαδικασίες. Ο χρόνος διεκπεραίωσης μειώθηκε κατά 88%, ενώ η ετήσια εξοικονόμηση εκτιμάται σε 312 εκατ. ευρώ.
Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης, ο οποίος είχε εισαγάγει την πλατφόρμα το 2020 από τη θέση του υπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης, υποστηρίζει ότι η εμπειρία αυτή δείχνει πως η Ελλάδα μπορεί να μετατρέψει χρόνιες αδυναμίες σε πλεονεκτήματα.
Το βασικό συμπέρασμα του δημοσιεύματος είναι ότι η ελληνική πορεία δημοσιονομικής προσαρμογής συνδέεται με έναν συνδυασμό δύσκολων αποφάσεων για τις συντάξεις, τη φορολογία και τις κρατικές δαπάνες, αλλά και μεταρρυθμίσεων στη δημόσια διοίκηση και στην αγορά εργασίας.
Ο αναλυτής επισημαίνει, τέλος, μια αντίφαση: η Ελλάδα κλήθηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης, κυρίως υπό την ισχυρή πίεση της τότε γερμανικής κυβέρνησης, να εφαρμόσει μεταρρυθμίσεις τις οποίες, κατά την άποψή του, η ίδια η Γερμανία εξακολουθεί να αποφεύγει.



