Αυτή είναι η εικόνα που αποτυπώνει, "πίσω από τις γραμμές", η S&P Global Ratings, επιβεβαιώνοντας, πάντως, την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας στη βαθμίδα BBB/A-2 με σταθερές προοπτικές. Ο οίκος αναγνωρίζει, βέβαια, την ανθεκτικότητα της οικονομικής δραστηριότητας, τη συνεχιζόμενη δημοσιονομική υπεραπόδοση και την αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, επισημαίνει ωστόσο ότι το υψηλό χρέος και η ασθενής εξωτερική θέση εξακολουθούν να επιβαρύνουν την πιστοληπτική εικόνα της χώρας.
Ενεργειακό σοκ και γεωπολιτική αβεβαιότητα επιβαρύνουν το εξωτερικό ισοζύγιο
Η S&P εκτιμά ότι το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών θα διευρυνθεί στο 7% του ΑΕΠ το 2026, από 5,8% το 2025. Η επιδείνωση αποδίδεται τόσο στο ενεργειακό κόστος όσο και στις διαρθρωτικές αδυναμίες του εξωτερικού τομέα, οι οποίες συνδέονται με την εξάρτηση από εισαγωγές και τις περιορισμένες επιδόσεις της εξωτερικής ανταγωνιστικότητας.
Ο οίκος αναμένει ότι η εικόνα θα βελτιωθεί σταδιακά τα επόμενα χρόνια, καθώς θα περιορίζονται οι επιπτώσεις του ενεργειακού σοκ και θα ολοκληρώνεται το πρόγραμμα του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Με βάση τις προβλέψεις του, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών θα υποχωρήσει στο 4,5% του ΑΕΠ έως το 2029.
Ωστόσο, η εξωτερική θέση της Ελλάδας εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική αδυναμία. Η καθαρή εξωτερική χρεωστική θέση διαμορφώθηκε το 2025 στα 304 δισ. δολάρια, ποσό που αντιστοιχούσε στο 231% των εισπράξεων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Εξαιρουμένων συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων μη χρηματοπιστωτικών τομέων, ο σχετικός δείκτης αυξάνεται στα 355 δισ. δολάρια ή στο 270% των εισπράξεων.
Οι εξωτερικές αυτές ανισορροπίες αυξάνουν, επίσης, την έκθεση της χώρας στις συνθήκες των διεθνών αγορών χρηματοδότησης. Παρά ταύτα, η συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωζώνη και η συμμόρφωση με το δημοσιονομικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρέχουν, κατά την S&P, προστασία έναντι του κινδύνου μιας κρίσης στο ισοζύγιο πληρωμών.
Ανθεκτική ανάπτυξη με βασικούς μοχλούς τον τουρισμό και τις επενδύσεις
Παρά τις εξωτερικές πιέσεις, όμως, η ελληνική οικονομία διατηρεί τη δυναμική της. Η S&P επισημαίνει ότι ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ διαμορφώθηκε στο 1,9% σε ετήσια βάση το δεύτερο τρίμηνο του 2026, έναντι 2% το πρώτο τρίμηνο, εξέλιξη που υποδηλώνει περιορισμένες ενδείξεις επιβράδυνσης μετά το ενεργειακό σοκ.
Καθοριστική είναι η συμβολή του τουρισμού, των εξαγωγών αγαθών και των επενδύσεων. Οι εισερχόμενες αφίξεις ταξιδιωτών αυξήθηκαν κατά 14,7% σε ετήσια βάση έως τον Ιούνιο, ενώ η επιτάχυνση της υλοποίησης έργων που συνδέονται με το Ταμείο Ανάκαμψης στηρίζει την επενδυτική δραστηριότητα.
Παράλληλα, η υποχώρηση της ανεργίας ενισχύει την ανθεκτικότητα των νοικοκυριών. Το εποχικά διορθωμένο ποσοστό ανεργίας διαμορφώθηκε στο 7,4% τον Αύγουστο, στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 18 ετών, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο οίκος.
Οι επιδόσεις αυτές συμβάλλουν στην αντιστάθμιση των πιέσεων στην κατανάλωση από το αυξημένο ενεργειακό κόστος, χωρίς ωστόσο να εξαλείφουν την ευαισθησία της οικονομίας σε ενδεχόμενη νέα επιδείνωση του διεθνούς περιβάλλοντος.
Η S&P προβλέπει ότι η ελληνική οικονομία θα αναπτυχθεί με μέσο ετήσιο ρυθμό περίπου 2,1% την περίοδο 2027-2029, με βασικούς μοχλούς τις επενδύσεις, τον τουρισμό και τη συνέχιση της βελτίωσης στην αγορά εργασίας.
Πρωτογενές πλεόνασμα 3,8% του ΑΕΠ το 2026
Στο δημοσιονομικό πεδίο, η Ελλάδα αναμένεται να υπεραποδώσει εκ νέου έναντι των στόχων. Η S&P προβλέπει ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα ανέλθει στο 3,8% του ΑΕΠ το 2026, ενώ το συνολικό ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης αναμένεται να καταγράψει πλεόνασμα 0,8% του ΑΕΠ.
Η εκτίμηση αυτή συνδέεται με την αύξηση των φορολογικών εσόδων, την ενίσχυση της απασχόλησης, τις μεταρρυθμίσεις για τη φορολογική συμμόρφωση και τις ισχυρές τουριστικές επιδόσεις. Τα στοιχεία του κρατικού προϋπολογισμού έως τον Αύγουστο εμφάνιζαν υπέρβαση περίπου 1,1 δισ. ευρώ έναντι του στόχου, ενώ τα συνολικά ενοποιημένα φορολογικά έσοδα αυξήθηκαν κατά 7,6% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Η δημοσιονομική υπεραπόδοση καταγράφεται παρά την αύξηση των επενδυτικών δαπανών και τις παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της ενεργειακής κρίσης. Το κόστος των μέτρων ενεργειακής στήριξης εκτιμάται από τον οίκο σε περίπου 0,3% του ΑΕΠ για το 2026.
Για την περίοδο 2027-2029, η S&P αναμένει ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα διατηρηθεί κατά μέσο όρο στο 3,2% του ΑΕΠ, ενώ το συνολικό δημοσιονομικό ισοζύγιο προβλέπεται να εμφανίζει μέσο πλεόνασμα περίπου 0,2% του ΑΕΠ.
Η συνέχιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας θεωρείται κρίσιμη για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των αγορών και την περαιτέρω αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους.
Στο 107% του ΑΕΠ το καθαρό δημόσιο χρέος έως το 2029
Η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που στηρίζουν την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας. Σύμφωνα με την S&P, το καθαρό χρέος της γενικής κυβέρνησης αναμένεται να υποχωρήσει στο 123% του ΑΕΠ το 2026, καταγράφοντας μείωση περίπου 40 ποσοστιαίων μονάδων σε σχέση με το τέλος του 2019.
Έως το τέλος του 2029, ο δείκτης προβλέπεται να περιοριστεί περαιτέρω στο 107% του ΑΕΠ, υπό την προϋπόθεση ότι θα διατηρηθούν τα πρωτογενή πλεονάσματα και η αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ.
Η ευνοϊκή διάρθρωση του ελληνικού χρέους λειτουργεί υποστηρικτικά. Η σταθμισμένη μέση διάρκεια αποπληρωμής ανέρχεται σε περίπου 18,3 έτη, ενώ το μέσο ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης μετά τις πράξεις ανταλλαγής επιτοκίων διαμορφώνεται στο 1,9%. Επιπλέον, τα ταμειακά διαθέσιμα του Δημοσίου εκτιμάται ότι θα ανέλθουν σε 33 δισ. ευρώ στο τέλος του 2026.
Παρά τη σημαντική πρόοδο, η S&P υπογραμμίζει ότι το δημόσιο χρέος εξακολουθεί να είναι υψηλό σε διεθνή σύγκριση, καθιστώντας τη διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας βασική προϋπόθεση για τη διαφύλαξη της πιστοληπτικής αξιολόγησης.
Το δημογραφικό και η κλιματική αλλαγή απειλούν τις μακροπρόθεσμες προοπτικές
Πέρα από τις βραχυπρόθεσμες γεωπολιτικές και ενεργειακές πιέσεις, η Ελλάδα αντιμετωπίζει διαρθρωτικές προκλήσεις που ενδέχεται να περιορίσουν τη μακροπρόθεσμη αναπτυξιακή της δυναμική.
Η συρρίκνωση και η γήρανση του πληθυσμού αποτελούν, σύμφωνα με την S&P, σημαντικό εμπόδιο για την οικονομία. Ο πληθυσμός της χώρας έχει μειωθεί κατά περισσότερο από 6% από την κορύφωσή του το 2011, εξέλιξη που συνδέεται με τη μακροχρόνια πτώση των γεννήσεων και τη μετανάστευση που ακολούθησε την κρίση δημόσιου χρέους.
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις γηραιότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ οι προβολές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνουν ότι έως το 2050 το ποσοστό των ατόμων άνω των 65 ετών θα είναι το υψηλότερο μεταξύ των κρατών-μελών.
Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να επιβαρύνει τη σχέση μεταξύ οικονομικά ενεργού και εξαρτώμενου πληθυσμού, περιορίζοντας το εργατικό δυναμικό και ασκώντας πιέσεις στις μακροπρόθεσμες δυνατότητες ανάπτυξης. Οι μεταρρυθμίσεις στο συνταξιοδοτικό σύστημα έχουν περιορίσει μέρος της δημοσιονομικής έκθεσης, ωστόσο παραμένει αβέβαιο κατά πόσο οι πρόσφατες φορολογικές παρεμβάσεις για τις οικογένειες θα συμβάλουν ουσιαστικά στην αύξηση των γεννήσεων.
Παράλληλα, η S&P αναγνωρίζει την κλιματική αλλαγή ως μία από τις σημαντικές μακροπρόθεσμες προκλήσεις για τη χώρα. Οι σχετικοί κίνδυνοι προστίθενται στις δημογραφικές πιέσεις και στις διαρθρωτικές αδυναμίες που εξακολουθούν να περιορίζουν την πλήρη αξιοποίηση του παραγωγικού δυναμικού της ελληνικής οικονομίας.
Το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης και η επόμενη ημέρα των επενδύσεων
Η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας αποτελεί μία ακόμη κρίσιμη παράμετρο για τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές. Η Ελλάδα υπέβαλε στις 29 Σεπτεμβρίου 2026 τα δύο τελευταία αιτήματα πληρωμής, τα οποία, μετά την αξιολόγηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αναμένεται να ολοκληρώσουν τα 376 ορόσημα και τους στόχους του προγράμματος και να επιτρέψουν την πλήρη εκταμίευση των 35,95 δισ. ευρώ που έχουν διατεθεί στη χώρα.
Η S&P δεν αναμένει απότομη κάμψη των επενδύσεων μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος. Εκτιμά ότι η αξιοποίηση άλλων ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων, σε συνδυασμό με την αύξηση των εγχώριων πόρων για δημόσιες επενδύσεις, μπορεί να στηρίξει την αναπτυξιακή δραστηριότητα τα επόμενα χρόνια.
Ωστόσο, η διατήρηση της επενδυτικής δυναμικής θα εξαρτηθεί από την αποτελεσματική απορρόφηση των διαθέσιμων πόρων, την υλοποίηση των έργων και τη δυνατότητα ενίσχυσης της παραγωγικότητας, ώστε να περιοριστούν οι χρόνιες αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας.
Τα κριτήρια για αναβάθμιση ή υποβάθμιση
Η S&P διατηρεί σταθερές τις προοπτικές της ελληνικής αξιολόγησης, εκτιμώντας ότι οι θετικές δημοσιονομικές και αναπτυξιακές επιδόσεις εξισορροπούν τους κινδύνους από το υψηλό χρέος και τις εξωτερικές ανισορροπίες.
Πιθανή αναβάθμιση θα μπορούσε να προκύψει εφόσον η Ελλάδα επιτύχει ουσιαστική και διατηρήσιμη βελτίωση της εξωτερικής της θέσης, περιορίσει την εξάρτηση από τις εισαγωγές ή μειώσει σημαντικά το εξωτερικό της χρέος.
Πιθανή υποβάθμιση, αντίθετα, θα μπορούσε να προκύψει σε περίπτωση σημαντικής επιδείνωσης των δημοσιονομικών επιδόσεων.
Ο οίκος εκτιμά, τέλος, ότι οι κίνδυνοι για τον τραπεζικό τομέα παραμένουν σχετικά περιορισμένοι, χάρη στην οικονομική ανάπτυξη, τη βελτίωση των ισολογισμών νοικοκυριών και επιχειρήσεων και τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.



