Η βασική διαφορά σε σχέση με το σημερινό καθεστώς είναι ότι το ευνοϊκό επιτόκιο δεν θα περιορίζεται πλέον στην πρώτη τριετία. Αντίθετα, θα παραμένει σταθερό μέχρι την ολοκλήρωση της αποπληρωμής, ανεξάρτητα από το εάν η οφειλή συνοδεύεται από εμπράγματες εξασφαλίσεις, όπως ακίνητα, ή είναι ανεξασφάλιστη. Σημειώνεται, δε, ότι η νέα διάταξη αφορά τους ευάλωτους και τους επιλέξιμους οφειλέτες και, εφόσον ψηφιστεί, θα εφαρμόζεται στις δόσεις που καταβάλλονται από την 1η Δεκεμβρίου 2026 και μετά.
Ειδικότερα, η σημασία της παρέμβασης γίνεται περισσότερο εμφανής στις ρυθμίσεις μεγάλης διάρκειας, οι οποίες μπορούν να φτάσουν έως και τα 35 χρόνια. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η διατήρηση χαμηλού και σταθερού επιτοκίου περιορίζει σημαντικά το συνολικό κόστος αποπληρωμής, προστασία από επιτοκιακκές ανόδους, ενώ παράλληλα επιτρέπει στους οφειλέτες να γνωρίζουν εκ των προτέρων το ύψος της μηνιαίας επιβάρυνσής τους. Προϋπόθεση βέβαια για όλα αυτά είναι συνολικα ο οφειλέτης να έχει τη συναότητα εξυπηρέτησης της όλης ρύθμισης.
Πώς αλλάζει το επιτόκιο και πού βρίσκεται το όφελος
Με το ισχύον πλαίσιο, το επιτόκιο για οφειλές με εμπράγματες εξασφαλίσεις διαμορφώνεται στο 3% για τα πρώτα τρία χρόνια, ενώ για τις οφειλές χωρίς εξασφαλίσεις ανέρχεται στο 4%.
Μετά την παρέλευση της τριετίας, όμως, το επιτόκιο μετατρέπεται σε κυμαινόμενο. Για τις εξασφαλισμένες απαιτήσεις διαμορφώνεται σε Euribor τριμήνου συν 2,5 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ για τις ανεξασφάλιστες σε Euribor τριμήνου συν 3 μονάδες.
Με βάση το σημερινό επίπεδο του Euribor τριμήνου, το οποίο βρίσκεται στο 2,67%, το επιτόκιο μετά την πρώτη τριετία θα έφτανε στο 5,17% για τις οφειλές με εξασφαλίσεις και στο 5,67% για εκείνες χωρίς εξασφαλίσεις.
Η νέα ρύθμιση ανατρέπει αυτή την εικόνα για τους δικαιούχους, καθώς προβλέπει ότι το επιτόκιο θα παραμένει στο 3% σε όλη τη διάρκεια της αποπληρωμής. Μάλιστα, η εφαρμογή του δεν διαφοροποιείται ανάλογα με το είδος των εξασφαλίσεων ή την κατηγορία του χρηματοδοτικού φορέα, αλλά καθίσταται υποχρεωτικός όρος της σύμβασης αναδιάρθρωσης.
Το πραγματικό οικονομικό όφελος αποτυπώνεται ανάγλυφα σε δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα.
Πόσα κερδίζει ένας δανειολήπτης με οφειλή 80.000 ευρώ
Ενδεικτικά, στην περίπτωση οφειλής ύψους 80.000 ευρώ, η οποία ρυθμίζεται σε 180 μηνιαίες δόσεις, δηλαδή σε χρονικό ορίζοντα 15 ετών, το σταθερό επιτόκιο 3% διαμορφώνει τη μηνιαία δόση στα 552,47 ευρώ. Έτσι, ο οφειλέτης θα καταβάλει συνολικά 99.444,60 ευρώ μέχρι την εξόφληση της ρύθμισης.
Με το σημερινό καθεστώς, εάν η οφειλή ήταν εξασφαλισμένη, η μηνιαία δόση θα ξεκινούσε από τα ίδια επίπεδα, δηλαδή από 552,47 ευρώ για τους πρώτους 36 μήνες. Μετά την τριετία, ωστόσο, και με επιτόκιο 5,17%, θα αυξανόταν στα 622,98 ευρώ.
Η επιβάρυνση θα ήταν επομένως μεγαλύτερη κατά 70,51 ευρώ κάθε μήνα για τα επόμενα 12 χρόνια. Από τη διατήρηση του επιτοκίου στο 3% προκύπτει συνολικό όφελος περίπου 10.154 ευρώ.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η διαφορά για μια ανεξασφάλιστη οφειλή. Με το ισχύον πλαίσιο, η δόση θα ανερχόταν σε 591,75 ευρώ κατά την πρώτη τριετία, λόγω του επιτοκίου 4%, ενώ από τον 37ο μήνα θα αυξανόταν στα 648,07 ευρώ, με βάση το κυμαινόμενο επιτόκιο 5,67%.
Με τη νέα διάταξη, αντίθετα, η δόση διαμορφώνεται σταθερά στα 552,47 ευρώ. Αυτό σημαίνει εξοικονόμηση 39,29 ευρώ τον μήνα κατά τα πρώτα τρία χρόνια και 95,61 ευρώ για κάθε μήνα που ακολουθεί.
Το συνολικό οικονομικό όφελος στην περίπτωση αυτή υπολογίζεται σε περίπου 15.182 ευρώ.
Το μεγάλο κέρδος στις ρυθμίσεις των 35 ετών – Έως 124.352 ευρώ
Σε σχέση με τις μακροχρόνιες ρυθμίσεις, όπου η διάρκεια αποπληρωμής φτάνει τις 420 μηνιαίες δόσεις, δηλαδή τα 35 χρόνια, τα οφέλη είναι έτι πιο μεγάλα.
Για μια οφειλή 200.000 ευρώ, το σταθερό επιτόκιο 3% διαμορφώνει τη μηνιαία δόση στα 769,70 ευρώ. Σε ολόκληρη τη διάρκεια της ρύθμισης, το συνολικό ποσό αποπληρωμής ανέρχεται σε 323.274 ευρώ.
Με το σημερινό καθεστώς, εάν η οφειλή διαθέτει εμπράγματες εξασφαλίσεις, η δόση θα παρέμενε στα 769,70 ευρώ για την πρώτη τριετία. Από τον 37ο μήνα, όμως, θα αυξανόταν στα 1.012,18 ευρώ, με επιτόκιο 5,17%.
Η διαφορά φτάνει τα 242,48 ευρώ τον μήνα, επιβάρυνση που θα διατηρούνταν για τις υπόλοιπες 384 δόσεις. Συνολικά, το όφελος από τη διατήρηση του σταθερού επιτοκίου 3% υπολογίζεται σε περίπου 93.043 ευρώ.
Ακόμη μεγαλύτερο είναι το κέρδος στην περίπτωση ανεξασφάλιστης οφειλής. Σήμερα, η μηνιαία δόση θα ξεκινούσε από τα 885,55 ευρώ για τους πρώτους 36 μήνες, με επιτόκιο 4%, και στη συνέχεια θα αυξανόταν στα 1.082,67 ευρώ, εφόσον το επιτόκιο διαμορφωνόταν στο 5,67%.
Με τη νέα ρύθμιση, η μηνιαία καταβολή περιορίζεται στα 769,70 ευρώ για όλη την περίοδο αποπληρωμής. Η εξοικονόμηση ανέρχεται σε 115,85 ευρώ τον μήνα κατά την πρώτη τριετία και εκτοξεύεται στα 312,97 ευρώ για κάθε μία από τις επόμενες 384 δόσεις.
Το συνολικό όφελος φτάνει έτσι περίπου τα 124.352 ευρώ, αποτελώντας το μεγαλύτερο από τα δύο παραδείγματα.
Η απόσταση μεταξύ των δύο περιπτώσεων εξηγείται κυρίως από τη διάρκεια της αποπληρωμής. Στη ρύθμιση των 15 ετών, το ευνοϊκό επιτόκιο αντικαθιστά το κυμαινόμενο για τα επόμενα 12 χρόνια. Στη ρύθμιση των 35 ετών, το όφελος από τη σταθεροποίηση του επιτοκίου εκτείνεται σε επιπλέον 32 χρόνια, με αποτέλεσμα η συνολική εξοικονόμηση να είναι πολύ μεγαλύτερη.
Θα πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι οι παραπάνω υπολογισμοί βασίζονται στο σημερινό επίπεδο του Euribor τριμήνου, στο 2,67%, και δεν λαμβάνουν υπόψη ενδεχόμενες μελλοντικές μεταβολές του, ούτε την εφαρμογή μηχανισμού step-up. Πρόκειται, επομένως, για ενδεικτικά παραδείγματα και όχι για εγγυημένο όφελος σε κάθε περίπτωση.
Πάντως, το σταθερό επιτόκιο προσφέρει κάτι περισσότερο από χαμηλότερες δόσεις. Επίσης, εξασφαλίζει προβλεψιμότητα στο κόστος εξυπηρέτησης της οφειλής και προστασία από πιθανές αυξήσεις των επιτοκίων στις διεθνείς αγορές.
Ποιοι είναι οι δικαιούχοι του σταθερού επιτοκίου 3%
Σημειώνεται πάντως, ότι το μέτρο δεν αφορά το σύνολο των οφειλετών που εντάσσονται στον εξωδικαστικό μηχανισμό, αλλά δύο συγκεκριμένες κατηγορίες και δη τους οικονομικά ευάλωτους και τους επιλέξιμους οφειλέτες.
Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται όσοι πληρούν τα προβλεπόμενα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια και διαθέτουν τη σχετική βεβαίωση ευάλωτου οφειλέτη.
Ειδικότερα, για να χαρακτηριστεί ένα νοικοκυριό οικονομικά ευάλωτο, πρέπει να πληροί συγκεκριμένα όρια:
Το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 7.000 ευρώ για μονοπρόσωπο νοικοκυριό, με προσαύξηση 3.500 ευρώ για κάθε επιπλέον μέλος και ανώτατο όριο τα 21.000 ευρώ.
Η αξία της ακίνητης περιουσίας δεν πρέπει να ξεπερνά τις 120.000 ευρώ για ένα άτομο, με προσαύξηση 15.000 ευρώ ανά επιπλέον μέλος και ανώτατο όριο τις 180.000 ευρώ.
Οι καταθέσεις και τα λοιπά χρηματοπιστωτικά προϊόντα δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις 7.000 ευρώ για μονοπρόσωπο νοικοκυριό, με το ανώτατο όριο να φτάνει τις 21.000 ευρώ για νοικοκυριά πέντε μελών και άνω.
Η δεύτερη κατηγορία αφορά τους επιλέξιμους οφειλέτες, δηλαδή νοικοκυριά που διαθέτουν υψηλότερα εισοδήματα και περιουσία, χωρίς ωστόσο να υπερβαίνουν τα συγκεκριμένα όρια που θέτει η νομοθεσία.
Για την ένταξή τους στο μέτρο προβλέπονται συνολικά οικογενειακά εισοδήματα έως 42.000 ευρώ, ακίνητη περιουσία έως 360.000 ευρώ και καταθέσεις ή άλλα χρηματοπιστωτικά προϊόντα έως 42.000 ευρώ, με τα επιμέρους όρια να διαφοροποιούνται ανάλογα με τη σύνθεση του νοικοκυριού.
Ενδεικτικά, το εισοδηματικό όριο διαμορφώνεται σε 14.000 ευρώ για μονοπρόσωπο νοικοκυριό, 21.000 ευρώ για δύο μέλη, 28.000 ευρώ για τρία μέλη ή μονογονεϊκή οικογένεια με ένα ανήλικο παιδί, 35.000 ευρώ για τετραμελή οικογένεια και 42.000 ευρώ για νοικοκυριά πέντε μελών και άνω.
Υπάρχουν, ωστόσο, και συγκεκριμένοι περιορισμοί. Εκτός του πλαισίου μένουν νοικοκυριά που εμπίπτουν στον φόρο πολυτελούς διαβίωσης, καθώς και εκείνα που δηλώνουν δαπάνες για πληρώματα σκαφών αναψυχής, δίδακτρα άνω των 1.500 ευρώ σε ιδιωτικά σχολεία ή απασχόληση οικιακού προσωπικού.
Δεκαπλασιάζονται τα πρόστιμα στους servicers – Έως 5 εκατ. ευρώ
Η παρέμβαση στο πλαίσιο του εξωδικαστικού συνοδεύεται και από δεύτερη σημαντική αλλαγή, αυτή τη φορά σε ό,τι αφορά την εποπτεία των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, γνωστών ως servicers.
Με τη νέα τροπολογία, το ανώτατο πρόστιμο που μπορεί να επιβάλει η Τράπεζα της Ελλάδος αυξάνεται από τις 500.000 ευρώ στα 5 εκατ. ευρώ, δηλαδή δεκαπλασιάζεται.
Η αυστηροποίηση των κυρώσεων αφορά παραβάσεις του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας των εταιρειών, όπως αδυναμίες στην εταιρική διακυβέρνηση και στους εσωτερικούς ελέγχους, πλημμελή μεταχείριση των δανειοληπτών, ελλείψεις στην καταγραφή και διαχείριση παραπόνων, αλλά και παραβιάσεις των υποχρεώσεων που έχουν οι αγοραστές και οι διαχειριστές πιστώσεων.
Η Τράπεζα της Ελλάδος, επίσης, αποκτά τη δυνατότητα επιβολής προστίμων ακόμη και σε περιπτώσεις πολλαπλών παραβάσεων, ενισχύοντας το πλαίσιο εποπτείας και λογοδοσίας των εταιρειών διαχείρισης.
Οι συγκεκριμένες κυρώσεις λειτουργούν συμπληρωματικά προς τα πρόστιμα που μπορεί να επιβάλλει η Γενική Γραμματεία Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, τα οποία κυμαίνονται από 50.000 έως 500.000 ευρώ ανά δανειολήπτη για παραβάσεις που σχετίζονται με τις πρακτικές είσπραξης οφειλών.



