• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Μιχάλης Κατρίνης στο Reporter: Θα ήταν ιστορικό λάθος να χαθεί η ευκαιρία της πολιτικής αλλαγής
08:54 - 17 Οκτ 2026

Μιχάλης Κατρίνης στο Reporter: Θα ήταν ιστορικό λάθος να χαθεί η ευκαιρία της πολιτικής αλλαγής

Δες περισσότερα άρθρα του Reporter.gr όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Την ανάγκη πολιτικής αλλαγής, με το ΠΑΣΟΚ στον πρωταγωνιστικό ρόλο μιας νέας προοδευτικής κυβέρνησης, αναδεικνύει ο Μιχάλης Κατρίνης, θέτοντας παράλληλα ζητήματα εθνικής στρατηγικής, οικονομίας και κοινωνικής δικαιοσύνης. Σε συνέντευξή του στο Reporter.gr, ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ υπογραμμίζει ότι η χώρα χρειάζεται μια διαφορετική πορεία, τόσο στην εξωτερική πολιτική όσο και στην καθημερινότητα των πολιτών, με σαφείς δεσμεύσεις, θεσμικές εγγυήσεις και συγκεκριμένο κυβερνητικό πρόγραμμα.

Αναφερόμενος στις ελληνοκυπριακές σχέσεις και την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, τονίζει ότι πρόκειται για ένα έργο με ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, προειδοποιώντας πως «άλλο πράγμα είναι ο τεχνικός ανασχεδιασμός και άλλο η στρατηγική υποχώρηση».

«Η κυβέρνηση οφείλει να ξεκαθαρίσει το χρονοδιάγραμμα και κυρίως τον τρόπο με τον οποίο θα διασφαλιστεί η υλοποίηση του έργου. Η εξωτερική πολιτική απαιτεί αποφασιστικότητα και ετοιμότητα. Και σίγουρα, όχι επικοινωνιακή διαχείριση εντυπώσεων μπροστά στην απειλή μιας εθνικής ήττας», τονίζει.


«Το ΠΑΣΟΚ δεν πρόκειται να αποτελέσει σωσίβιο της Νέας Δημοκρατίας»


Παράλληλα, ζητά μεγαλύτερη αυτονομία στην εξωτερική πολιτική και ουσιαστικές διεκδικήσεις από τις ΗΠΑ, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα πρέπει να είναι «αξιόπιστος σύμμαχος, αλλά και απαιτητικός εταίρος».

Στο πεδίο της οικονομίας, ο κ. Κατρίνης ασκεί κριτική στην κυβερνητική πολιτική για την ακρίβεια και την πίεση που δέχονται τα νοικοκυριά, παρουσιάζοντας τις προτάσεις του ΠΑΣΟΚ για την ενίσχυση των εισοδημάτων, τον έλεγχο των ολιγοπωλίων, τη φορολόγηση των υπερκερδών και τη στεγαστική πολιτική. Ιδιαίτερη έμφαση δίνει, επίσης, στην ανάγκη ενίσχυσης της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας, ώστε οι εξοπλιστικές δαπάνες να δημιουργούν παραγωγική και τεχνολογική προστιθέμενη αξία για τη χώρα.


«Στην Ελλάδα του κ. Μητσοτάκη η οικονομία μπορεί να πηγαίνει καλά στους κυβερνητικούς πίνακες, αλλά δεν πηγαίνει καλά στο σπίτι του μέσου πολίτη»


Για την επόμενη ημέρα στον προοδευτικό χώρο, ξεκαθαρίζει ότι η πολιτική αυτονομία του ΠΑΣΟΚ δεν τίθεται υπό διαπραγμάτευση, ενώ απορρίπτει το ενδεχόμενο μετεκλογικής συνεργασίας με τη Νέα Δημοκρατία.

«Θέλω να είμαι απολύτως σαφής. Το ΠΑΣΟΚ δεν πρόκειται να αποτελέσει το σωσίβιο της Νέας Δημοκρατίας. Δεν ζητάμε την ψήφο των πολιτών για να παρατείνουμε τη διακυβέρνηση Μητσοτάκη με κάποιο διαφορετικό κυβερνητικό σχήμα. Η χώρα χρειάζεται πολιτική αλλαγή. Και αυτή δεν μπορεί να προκύψει με ανακύκλωση», υπογραμμίζει.


«Η κοινωνία δεν ενδιαφέρεται για τις «ταμπέλες». Ενδιαφέρεται να μάθει πώς θα βελτιωθεί η ζωή της και ποιος μπορεί να κυβερνήσει καλύτερα»


Τάσσεται, δε, υπέρ των προγραμματικών συγκλίσεων μεταξύ προοδευτικών δυνάμεων, με γνώμονα τις επιλογές των πολιτών και όχι τις συμφωνίες κορυφής. «Δεν θα πρέπει να αφήσουμε αυτές τις διαφορές να γίνουν αιτία για τη διαιώνιση της σημερινής κατάστασης», σημειώνει, καταλήγοντας ότι «θα ήταν ιστορικό λάθος να χαθεί η ευκαιρία της πολιτικής αλλαγής που απαιτεί η μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας. Πρέπει να αντιληφθούμε ότι υπάρχει μια μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία που επιθυμεί πολιτική αλλαγή. Και αυτή την πλειοψηφία δεν δικαιούμαστε να την απογοητεύσουμε. Θεωρώ ότι είναι εντελώς αχρείαστη μια έντονη αντιπαράθεση μεταξύ των κομμάτων της προοδευτικής αντιπολίτευσης».

img 1550 1 238a71f603fbc178

Αναλυτικά η συνέντευξη

Πρόσφατα επισκεφθήκατε την Κυπριακή Δημοκρατία. Ποια ήταν τα βασικά συμπεράσματα από τις επαφές σας και τι πρέπει να γίνει από εδώ και πέρα για να προχωρήσει η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου;

Η Κύπρος είναι αναπόσπαστο κομμάτι του Ελληνισμού και η ασφάλειά της συνδέεται άμεσα με την ασφάλεια της Ελλάδας. Αυτό είναι κάτι που δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε, ιδιαίτερα σε μια περίοδο που η Τουρκία επιχειρεί να διευρύνει την επιρροή της στην Ανατολική Μεσόγειο. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η Ελλάδα και η Κύπρος πρέπει να έχουν κοινή στρατηγική, καθαρούς στόχους και απόλυτη συνεννόηση. Και φυσικά, συναντίληψη για την αναγκαιότητα ενός ενιαίου αμυντικού δόγματος Ελλάδας-Κύπρου, όπως το οραματίστηκε ο Ανδρέας Παπανδρέου. Η ηλεκτρική διασύνδεση είναι ένα έργο με σημαντική οικονομική και ενεργειακή αξία. Έχει, όμως, σαφή γεωπολιτική διάσταση. Συνδέεται με τη θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας στον ευρωπαϊκό ενεργειακό χάρτη και με τη δυνατότητα δύο κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ασκούν τα κυριαρχικά τους δικαιώματα χωρίς εξωτερικούς εκβιασμούς. Η κυβέρνηση οφείλει να ξεκαθαρίσει το χρονοδιάγραμμα και κυρίως τον τρόπο με τον οποίο θα διασφαλιστεί η υλοποίηση του έργου. Η εξωτερική πολιτική απαιτεί αποφασιστικότητα και ετοιμότητα. Και σίγουρα, όχι επικοινωνιακή διαχείριση εντυπώσεων μπροστά στην απειλή μιας εθνικής ήττας.

Πώς επηρεάζει τον σχεδιασμό ο στρατηγικός άξονας με το Ισραήλ, ιδίως ενόψει των πολιτικών εξελίξεων που ενδέχεται να προκαλέσουν οι επόμενες εκλογές στη χώρα; Με δεδομένες τις τουρκικές αντιδράσεις και τις συζητήσεις για πιθανό ανασχεδιασμό του έργου, υπάρχει κίνδυνος η Αθήνα να υποχωρήσει από έναν στρατηγικό της στόχο;

Οι στρατηγικές συνεργασίες των κρατών πρέπει να έχουν συνέχεια και να μην εξαρτώνται από πολιτικές ισορροπίες. Η συνεργασία με το Ισραήλ έχει σημασία για την Ελλάδα, αλλά η εξωτερική μας πολιτική πρέπει να διαθέτει αυτονομία, σταθερότητα και πολλαπλά διπλωματικά ερείσματα. Εκείνο που με ανησυχεί περισσότερο είναι η στάση της ελληνικής κυβέρνησης απέναντι στις τουρκικές πιέσεις. Γιατί, αν αποδεχθούμε στην πράξη ότι η Τουρκία μπορεί να εμποδίζει ένα ενεργειακό έργο μεταξύ ευρωπαϊκών κρατών, δημιουργούμε ένα εξαιρετικά επικίνδυνο προηγούμενο. Το έθεσα πρόσφατα και στην Κοινοβουλευτική Συνέλευση του ΝΑΤΟ: Δεν μπορεί η Συμμαχία να θεωρεί την ενεργειακή ασφάλεια στρατηγική προτεραιότητα όταν οι απειλές προέρχονται από τη Ρωσία, αλλά να αντιμετωπίζει διαφορετικά τις πιέσεις όταν προέρχονται την Τουρκία. Εδώ χρειάζεται ξεκάθαρη στάση από την Αθήνα. Δεν υποτιμώ τις τεχνικές ή οικονομικές δυσκολίες ενός τόσο σύνθετου έργου. Αλλά, άλλο πράγμα είναι ο τεχνικός ανασχεδιασμός και άλλο η στρατηγική υποχώρηση. Αν κάθε φορά που η Τουρκία απειλεί, εμείς αλλάζουμε σχεδιασμό, στο τέλος δεν θα χρειάζεται καν να μας απειλεί. Θα έχουμε μάθει να αυτοπεριοριζόμαστε.

Ο ΣΕΚΠΥ ζητά σαφέστερο θεσμικό πλαίσιο για τη συμμετοχή της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας στα εξοπλιστικά προγράμματα, καθώς και έναν κεντρικό μηχανισμό συντονισμού της σχετικής πολιτικής. Ποιες συγκεκριμένες δεσμεύσεις θα ζητούσατε από την κυβέρνηση για τη συμμετοχή ελληνικών επιχειρήσεων, τη μεταφορά τεχνογνωσίας και την κατοχύρωση ουσιαστικής εγχώριας προστιθέμενης αξίας;

Εδώ βρίσκεται μια μεγάλη χαμένη ευκαιρία της χώρας. Η Ελλάδα διαθέτει αξιόλογες επιχειρήσεις, επιστήμονες, μηχανικούς και τεχνικό προσωπικό. Διαθέτει ανθρώπους που μπορούν να σχεδιάσουν και να παράγουν τεχνολογία υψηλού επιπέδου. Κι όμως, παραμένουμε αγοραστές μεγάλων εξοπλιστικών προγραμμάτων. Αυτό πρέπει να αλλάξει. Το ΠΑΣΟΚ έχει υποστηρίξει ότι χρειαζόμαστε μια ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική για την αμυντική βιομηχανία, με συγκεκριμένους στόχους, θεσμικό συντονισμό και μετρήσιμα αποτελέσματα. Η συμμετοχή των ελληνικών επιχειρήσεων πρέπει να αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο του σχεδιασμού κάθε προμήθειας, με διαφανείς διαδικασίες, πραγματική μεταφορά τεχνογνωσίας, πρόσβαση σε κρίσιμες τεχνολογίες και δυνατότητα συμμετοχής στην παραγωγή, τη συντήρηση και τη μελλοντική αναβάθμιση των συστημάτων. Η αμυντική βιομηχανία είναι ζήτημα εθνικής ισχύος. Δεν αρκεί να αποκτούμε ισχυρότερες Ένοπλες Δυνάμεις. Πρέπει, μέσα από αυτή την προσπάθεια, να αποκτά και η Ελλάδα ισχυρότερη παραγωγική και τεχνολογική βάση.

Η πρόσφατη επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα επανέφερε στο προσκήνιο τη στρατηγική σχέση Ελλάδας–ΗΠΑ. Τι συγκεκριμένα πρέπει να διεκδικήσει η Αθήνα σε θέματα ασφάλειας, εξοπλισμών και ενέργειας και πώς θα διασφαλίσει ότι η στενή συνεργασία με την Ουάσιγκτον δεν θα οδηγήσει σε υποχωρήσεις στα εθνικά συμφέροντα, ιδίως απέναντι στην Τουρκία;

Η στρατηγική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι σημαντική για την Ελλάδα. Αλλά υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα σε μια στρατηγική σχέση και σε μια σχέση όπου ο ένας ζητά και ο άλλος διαρκώς προσφέρει. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει καλλιεργήσει την εντύπωση ότι όσο περισσότερο εμφανίζεται ως δεδομένος και προβλέψιμος σύμμαχος, τόσο περισσότερα θα κερδίζει η χώρα. Η διεθνής πραγματικότητα, όμως, δεν λειτουργεί έτσι.

Οι ισχυρές χώρες σέβονται εκείνους που γνωρίζουν τι θέλουν και διεκδικούν με συνέπεια τα συμφέροντά τους. Όχι εκείνους που θεωρούν ότι η καλή προσωπική σχέση με έναν Αμερικανό αξιωματούχο αποτελεί από μόνη της διπλωματικό επίτευγμα. Η Ελλάδα πρέπει να διεκδικήσει συγκεκριμένες εγγυήσεις για την ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο, ουσιαστική συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας στις εξοπλιστικές συνεργασίες και έμπρακτη υποστήριξη των ενεργειακών διασυνδέσεων που ενισχύουν τον γεωπολιτικό της ρόλο.

Κυρίως, όμως, πρέπει να καταστήσει σαφές στις ΗΠΑ ότι δεν μπορεί να υπάρχει ανοχή στις τουρκικές απειλές και ταυτόχρονα να παρουσιάζεται η Ελλάδα ως προνομιακός στρατηγικός εταίρος. Δεν γίνεται να προσφέρουμε διευκολύνσεις και στρατηγικά πλεονεκτήματα και, όταν τίθεται ζήτημα τουρκικών διεκδικήσεων, να ακούμε ουδέτερες γενικότητες που εκ των πραγμάτων καθιστούν την Τουρκία πχ συνδιαχειριστή του καλωδίου σύνδεσης. Δεν πρέπει να επιτρέψουμε η χώρα να αντιμετωπίζεται ως το προβλέψιμο μέρος της ελληνοτουρκικής εξίσωσης, από το οποίο μπορούν να ζητούνται συνεχώς παραχωρήσεις για να διατηρείται η ισορροπία. Αυτή δεν είναι ισορροπία. Είναι μια συνταγή διαρκούς πίεσης προς την Ελλάδα για υποχωρήσεις από κυριαρχικά δικαιώματά της.

Πόσο μπορούν οι εξελίξεις στην αμερικανική πρεσβεία και οι ενδεχόμενες αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο η Ουάσιγκτον διαχειρίζεται τις σχέσεις της με την Αθήνα να επηρεάσουν τις διμερείς ισορροπίες; Υπάρχει κίνδυνος να υπονομευθούν στρατηγικές επιλογές της κυβέρνησης ή πρόκειται για μια σχέση με σταθερά χαρακτηριστικά, ανεξάρτητα από τα πρόσωπα και τις συγκυρίες;

Η αποχώρηση της Αμερικανίδας πρέσβεως αναδεικνύει κάτι που θα έπρεπε να είναι αυτονόητο. Οι διακρατικές σχέσεις δεν είναι προσωπικές σχέσεις και η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να στηρίζεται στην επιρροή ή τη δημοσιότητα οποιουδήποτε προσώπου. Δεν θα μπω στην ουσία των καταγγελιών που οδήγησαν στην αποχώρησή της. Είναι ζήτημα που αφορά πρωτίστως τις αμερικανικές αρχές και τους αρμόδιους θεσμούς. Αυτό που αφορά την Ελλάδα είναι το πολιτικό συμπέρασμα. Η κυβέρνηση επένδυσε υπερβολικά στη δημιουργία μιας εικόνας προνομιακής σχέσης με την αμερικανική διοίκηση. Συχνά μάλιστα με όρους προσωπικής εγγύτητας, περισσότερο παρά με όρους συγκεκριμένων εθνικών ανταλλαγμάτων. Αυτό είναι λάθος. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν τα δικά τους συμφέροντα, τις δικές τους προτεραιότητες. Η Ελλάδα οφείλει να διαθέτει τη δική της σταθερή στρατηγική, ανεξάρτητα από το ποιος βρίσκεται στον Λευκό Οίκο ή στην αμερικανική πρεσβεία. Γι' αυτό θεωρώ ότι η κυβέρνηση πρέπει να εγκαταλείψει τη λογική των προσωπικών διαβεβαιώσεων και να επικεντρωθεί σε θεσμικές, διαρκείς και αμοιβαία επωφελείς δεσμεύσεις. Οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις έχουν ισχυρά θεμέλια και δεν εξαρτώνται από ένα πρόσωπο. Το ζητούμενο, όμως, είναι να αξιοποιούνται προς όφελος της χώρας. Η Ελλάδα πρέπει να είναι αξιόπιστος σύμμαχος, αλλά και απαιτητικός εταίρος. Αυτά τα δύο όχι μόνο δεν συγκρούονται, αλλά πρέπει να συνυπάρχουν.

Η γεωπολιτική αστάθεια και οι ενεργειακές εξελίξεις δημιουργούν πρόσθετες πιέσεις σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ενώ η ακρίβεια εξακολουθεί να επιβαρύνει την καθημερινότητα των πολιτών. Ποιες είναι οι βασικές παρεμβάσεις που προτείνει το ΠΑΣΟΚ για την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος, τη μείωση του κόστους ζωής και την αντιμετώπιση των ανισοτήτων; Και, κυρίως, πώς θα χρηματοδοτηθούν αυτές οι παρεμβάσεις, ώστε να αποτελούν ένα εφαρμόσιμο κυβερνητικό πρόγραμμα και όχι απλώς μια δέσμη πολιτικών εξαγγελιών;

Θα σας απαντήσω ξεκινώντας από μια απλή διαπίστωση. Στην Ελλάδα του κ. Μητσοτάκη η οικονομία μπορεί να πηγαίνει καλά στους κυβερνητικούς πίνακες, αλλά δεν πηγαίνει καλά στο σπίτι του μέσου πολίτη. Και αυτό είναι το αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης πολιτικής. Όταν τα βασικά αγαθά ακριβαίνουν, το ενοίκιο απορροφά μεγάλο μέρος του εισοδήματος και οι τράπεζες καταγράφουν υψηλή κερδοφορία, ενώ τα νοικοκυριά δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, δεν μπορούμε να μιλάμε για μια οικονομία που λειτουργεί προς όφελος των πολλών. Το αντίθετο.

Το ΠΑΣΟΚ έχει παρουσιάσει ένα συγκεκριμένο σχέδιο που στηρίζεται στην ενίσχυση των πραγματικών εισοδημάτων, στη μείωση των ανελαστικών δαπανών των νοικοκυριών και στην αντιμετώπιση των στρεβλώσεων της αγοράς. Προτείνουμε ουσιαστικούς ελέγχους στα ολιγοπώλια, μόνιμο μηχανισμό φορολόγησης αδικαιολόγητων υπερκερδών, παρεμβάσεις για την προστασία των δανειοληπτών από τις καταχρηστικές πρακτικές των funds, ενίσχυση των μισθών και των συντάξεων και μια γενναία στεγαστική πολιτική. Γιατί δεν αρκεί να δίνεις μια μικρή αύξηση στον εργαζόμενο, όταν την επόμενη ημέρα του την παίρνουν πίσω το σούπερ μάρκετ, η ενέργεια και το ενοίκιο.

Και κάτι ακόμη που θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό. Η ακρίβεια δεν πλήττει μόνο τους οικονομικά ασθενέστερους. Διαβρώνει τη μεσαία τάξη, περιορίζει τις δυνατότητες των νέων ανθρώπων, πιέζει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και δημιουργεί μια κοινωνία που εργάζεται περισσότερο, αλλά αισθάνεται πως αντί να πηγαίνει μπροστά, γυρίζει πίσω.

Σε ό,τι αφορά τη χρηματοδότηση, δεν ισχυριζόμαστε ότι υπάρχουν ανεξάντλητοι πόροι. Υπάρχουν όμως διαφορετικές δημοσιονομικές προτεραιότητες. Υπάρχουν περιθώρια από τη δικαιότερη κατανομή των φορολογικών βαρών, από τη φορολόγηση των υπερκερδών, από την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των δημόσιων και ευρωπαϊκών πόρων και από την ανακατεύθυνση δαπανών που σήμερα δεν δημιουργούν αντίστοιχο κοινωνικό ή παραγωγικό αποτέλεσμα. Κάθε μέτρο πρέπει να είναι κοστολογημένο, να έχει σαφή πηγή χρηματοδότησης και συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα εφαρμογής. Αυτό υπηρετεί το κυβερνητικό πρόγραμμα που παρουσίασε το ΠΑΣΟΚ στη ΔΕΘ.

Εμείς πιστεύουμε ότι η οικονομία πρέπει να παράγει πλούτο, αλλά και να διασφαλίζει ότι ο πλούτος αυτός δεν συγκεντρώνεται διαρκώς στα ίδια χέρια. Δεν είναι ζήτημα μόνο κοινωνικής δικαιοσύνης. Είναι προϋπόθεση για μια οικονομία με ανθεκτικότητα, παραγωγικότητα και προοπτική.

Η συζήτηση για την επόμενη ημέρα στον προοδευτικό χώρο εντείνεται. Η δημιουργία νέου πολιτικού φορέα από τον Αλέξη Τσίπρα δημιουργεί νέα δεδομένα για το ΠΑΣΟΚ. Πώς θα διασφαλίσετε ότι η διεκδίκηση του ίδιου πολιτικού και κοινωνικού ακροατηρίου δεν θα οδηγήσει σε περαιτέρω κατακερματισμό των προοδευτικών δυνάμεων; Πού βρίσκονται τα όρια της πολιτικής αυτονομίας του ΠΑΣΟΚ και υπό ποιες προϋποθέσεις θα μπορούσαν να υπάρξουν προγραμματικές συγκλίσεις;

Η κοινωνία δεν ενδιαφέρεται για τις «ταμπέλες». Ενδιαφέρεται να μάθει πώς θα βελτιωθεί η ζωή της και ποιος μπορεί να κυβερνήσει καλύτερα. Το ΠΑΣΟΚ έχει τη δική του ιστορική διαδρομή, τις δικές του αξίες, συγκεκριμένο πρόγραμμα και ξεκάθαρη πολιτική παρουσία. Δεν έχει κανέναν λόγο να ετεροπροσδιορίζεται, ούτε αντιμετωπίζει κάθε νέα πολιτική πρωτοβουλία ως υπαρξιακή απειλή. Η πολιτική μας αυτονομία δεν είναι διαπραγματεύσιμη. Όπως δεν είναι διαπραγματεύσιμος και ο στόχος μας να αποτελέσει το ΠΑΣΟΚ τον βασικό κορμό μιας νέας προοδευτικής κυβέρνησης.

Από εκεί και πέρα, πρέπει να αντιληφθούμε ότι υπάρχει μια μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία που επιθυμεί πολιτική αλλαγή. Και αυτή την πλειοψηφία δεν δικαιούμαστε να την απογοητεύσουμε. Θεωρώ ότι είναι εντελώς αχρείαστη μια έντονη αντιπαράθεση μεταξύ των κομμάτων της προοδευτικής αντιπολίτευσης. Αυτό δεν σημαίνει να κρύψουμε τις διαφορές μας, να ξεχάσουμε το παρελθόν ή να αποφύγουμε την πολιτική κριτική. Όμως, πρέπει όλοι να αποκτήσουμε αίσθηση του πραγματικού πολιτικού διακυβεύματος, το οποίο είναι η πολιτική αλλαγή. Αυτό είναι το στοίχημα και για το ΠΑΣΟΚ. Να ενισχυθεί πολιτικά και κοινωνικά, να αποκτήσει δυναμική νίκης και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια πραγματική αλλαγή στη διακυβέρνηση της χώρας.

Το ΠΑΣΟΚ αποκλείει τη μετεκλογική συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία και διεκδικεί να αποτελέσει τον βασικό κορμό μιας διαφορετικής κυβέρνησης. Αν οι εκλογές δεν αναδείξουν αυτοδύναμη κυβέρνηση, ποιο είναι το σχέδιό σας; Βοηθά ένα σκηνικό διαρκούς σύγκρουσης μέσα στην «κεντροαριστερή πολυκατοικία» ή απαιτούνται συγκεκριμένες πρωτοβουλίες συνεννόησης; Και ποιες ελάχιστες προγραμματικές προϋποθέσεις θα μπορούσαν να αποτρέψουν μια παρατεταμένη περίοδο πολιτικής αστάθειας;

Θέλω να είμαι απολύτως σαφής. Το ΠΑΣΟΚ δεν πρόκειται να αποτελέσει το σωσίβιο της Νέας Δημοκρατίας. Δεν ζητάμε την ψήφο των πολιτών για να παρατείνουμε τη διακυβέρνηση Μητσοτάκη με κάποιο διαφορετικό κυβερνητικό σχήμα. Η χώρα χρειάζεται πολιτική αλλαγή. Και αυτή δεν μπορεί να προκύψει με ανακύκλωση.

Το ΠΑΣΟΚ είναι η σημερινή αξιωματική αντιπολίτευση και διεκδικεί να είναι ο πρωταγωνιστής της αυριανής προοδευτικής κυβέρνησης. Δεν υπάρχει κάτι παράδοξο σε αυτό. Αλλά επειδή στην πολιτική οφείλουμε να μιλάμε με καθαρότητα, θέλω να επισημάνω και κάτι ακόμη. Αυτή η νέα προοδευτική διακυβέρνηση δεν θα δημιουργηθεί ούτε με ευκαιριακές συμφωνίες κορυφής, ούτε με την προσπάθεια να μοιραστούν εκ των προτέρων κυβερνητικές καρέκλες. Θα προκύψει μέσα από τις επιλογές της κοινωνίας και στη βάση συγκεκριμένων προγραμματικών δεσμεύσεων. Εκεί πιστεύω ότι πρέπει να επικεντρώσουμε την προσπάθειά μας. Αυτό που χρειάζεται σήμερα είναι να ξαναδώσουμε περιεχόμενο στην έννοια της προοδευτικής διακυβέρνησης. Μια κυβέρνηση που θα αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, θα συγκρουστεί με τα ολιγοπώλια, θα ενισχύσει το κοινωνικό κράτος και τη δημόσια υγεία, θα προστατεύσει την εργασία και θα προχωρήσει σε πραγματικές μεταρρυθμίσεις στη λειτουργία του κράτους. Μια κυβέρνηση με υπεύθυνη εξωτερική πολιτική, που θα ενισχύει την αποτρεπτική ισχύ της χώρας και θα αντιμετωπίζει τα ζητήματα εθνικής ασφάλειας με αποφασιστικότητα και αυτοπεποίθηση. Και φυσικά, με ένα αξιόπιστο οικονομικό πρόγραμμα που θα παράγει ανάπτυξη και θα διανέμει δικαιότερα τα οφέλη της.

Αυτά είναι ζητήματα πάνω στα οποία μπορεί να υπάρξει προγραμματική σύγκλιση, αν αυτή είναι η εντολή των πολιτών στις κάλπες. Δεν λέω ότι οι διαφορές των προοδευτικών κομμάτων είναι ασήμαντες. Υπάρχουν, είναι πραγματικές και πρέπει να συζητηθούν με ειλικρίνεια. Αλλά πιστεύω πως δεν θα πρέπει να αφήσουμε αυτές τις διαφορές να γίνουν αιτία για τη διαιώνιση της σημερινής κατάστασης. Θα ήταν ιστορικό λάθος να χαθεί η ευκαιρία της πολιτικής αλλαγής που απαιτεί η μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας.

Τελευταία τροποποίηση στις 17/10/2026 - 11:55