Ο πληθυσμός-στόχος της έρευνας ήταν τα άτομα ηλικίας 18 έως 74 ετών και η έρευνα διεξήχθη παράλληλα με την Έρευνα Εργατικού Δυναμικού τα τέσσερα τρίμηνα του 2025, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον Εκτελεστικό Κανονισμό (ΕΕ) 2022/2312 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Βασικός στόχος της έρευνας ήταν να εξετάσει την αλληλεπίδραση μεταξύ εργασιακών υποχρεώσεων και υποχρεώσεων φροντίδας μικρών παιδιών ή άλλων εξαρτώμενων ενηλίκων.
Ειδικότερα, η έρευνα επεδίωξε να μελετήσει:
- Τα χαρακτηριστικά των ατόμων που έχουν υποχρέωση φροντίδας παιδιών κάτω των 15 ετών ή εξαρτώμενων ενηλίκων άνω των 15 ετών.
- Τη χρήση ή όχι επαγγελματικών υπηρεσιών φροντίδας, και τους λόγους για τους οποίους δεν γίνεται χρήση τέτοιων υπηρεσιών.
- Τις συνέπειες των υποχρεώσεων φροντίδας στην εργασία.
- Την εκτίμηση του ποσοστού των ατόμων που διακόπτουν την επαγγελματική τους σταδιοδρομία λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων, καθώς και τη διάρκεια αυτής της διακοπής.
Φροντίδα για μικρά παιδιά ή για εξαρτώμενους συγγενείς
Τα άτομα που συμμετείχαν στην έρευνα ρωτήθηκαν για το αν έχουν τη φροντίδα παιδιών, έως 15 ετών, που ζουν στο ίδιο ή σε διαφορετικό νοικοκυριό καθώς και το αν έχουν τη φροντίδα ατόμων που είναι μεγαλύτερα των 15 ετών και είναι ασθενή, ευπαθή ή με κάποια αναπηρία.
Το 29,8% των ατόμων που συμμετείχαν στην έρευνα δηλώνει ότι έχει υποχρεώσεις φροντίδας, με το μεγαλύτερο ποσοστό (25,7%) να έχει τη φροντίδα μόνο παιδιών, το 3,2% μόνο ενηλίκων ενώ μόνο το 0,9% φροντίζει και παιδιά και εξαρτώμενους ενήλικες.
Οι υποχρεώσεις φροντίδας είναι συχνότερες στις γυναίκες (31,9% έναντι 27,6% στους άντρες), στα άτομα ηλικίας 35-44 ετών (65,7% έναντι μέσου όρου 29,8%) και στους απασχολούμενους (35,2%).
Χρήση υπηρεσιών φροντίδας παιδιών
Τα άτομα που είχαν την υποχρέωση φροντίδας παιδιών κάτω των 15 ετών, ρωτήθηκαν για το αν χρησιμοποιούν υπηρεσίες φροντίδας (για παράδειγμα, παιδικό σταθμό, ολοήμερο σχολείο, μπέιμπι-σίτερ, κ.λπ.) για όλα ή ορισμένα από τα παιδιά.
Το μεγαλύτερο ποσοστό των ερευνηθέντων δεν χρησιμοποιεί υπηρεσίες φροντίδας για κανένα από τα παιδιά τους (67,9%). Τα μεγαλύτερα ποσοστά χρήσης απαντώνται σε άτομα ηλικίας 35-44 ετών (36,5%) και στους απασχολούμενους (34,9%). Τα μικρότερα ποσοστά απαντώνται
στους ανέργους (17,0%) και στα άτομα 18-24 ετών (14,1%).
Από την άποψη της συχνότητα χρήσης υπηρεσιών φροντίδας κατά τύπο νοικοκυριού, παρατηρείται ότι, όπως είναι αναμενόμενο, τα μεγαλύτερα ποσοστά χρήσης υπηρεσιών φροντίδας αφορούν σε νοικοκυριά με παιδιά ηλικίας κάτω των 15 ετών, με το μεγαλύτερο να απαντάται στα ζευγάρια με παιδιά (31,7%) και στους μόνους ενήλικες με παιδιά (19,3%).
Λόγοι μη χρησιμοποίησης των υπηρεσιών φροντίδας παιδιών
Τα άτομα που, αν και έχουν την υποχρέωση φροντίδας παιδιών κάτω των 15 ετών, δεν χρησιμοποιούν υπηρεσίες φροντίδας, ρωτήθηκαν για τον κύριο λόγο αυτής της επιλογής.
Το μεγαλύτερο ποσοστό των ερευνηθέντων δηλώνει ότι προτιμά να φροντίζει τα παιδιά μόνοι τους ή με τον/την σύντροφό τους (47,6%). Το ποσοστό αυτό είναι ιδιαίτερα υψηλό στα άτομα εκτός εργατικού δυναμικού (68,0%) και στα άτομα ηλικίας 25–34 ετών (64,1%). Αρκετά συχνά, ως κύριος λόγος για τη μη χρήση υπηρεσιών, αναφέρεται η ύπαρξη βοήθειας από συγγενείς και φίλους, καθώς και το ότι τα παιδιά μπορούν να φροντίζουν μόνα τον εαυτό τους.
Αναφορικά με το 9,6% των ατόμων που δεν χρησιμοποιούν υπηρεσίες φροντίδας, δηλώνεται ως κύριος λόγος ένα πρόβλημα σχετικό με τις παρεχόμενες υπηρεσίες.
Συγκεκριμένα, σε ποσοστό 5,6% δηλώνεται ως κύριο πρόβλημα το κόστος, για το 3,0% είναι η διαθεσιμότητα της υπηρεσίας και για 1,0% κάποιο άλλο πρόβλημα που σχετίζεται με τις υπηρεσίες.
Επίδραση της απασχόλησης στις υπηρεσίες φροντίδας
Περίπου 1 στους 3 εργαζόμενους (33,0%) απάντησαν ότι η εργασία τους έρχεται σε σύγκρουση με τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη φροντίδα των παιδιών τους ή των εξαρτώμενων ενηλίκων. Το ποσοστό είναι υψηλότερο για τις γυναίκες (35,4%) και για τα άτομα ηλικίας 35-44 ετών (37,5%).
Το συχνότερα αναφερόμενο πρόβλημα (34,9%) είναι οι πολλές ώρες εργασίας, ενώ δεύτερο σε συχνότητα είναι η απαιτητική ή εξαντλητική θέση εργασίας (27,0%). Ο χρόνος μετακίνησης και τα απρόβλεπτα ή δύσκολα προγράμματα αναφέρονται από το 12,9% και το 13,0%, αντίστοιχα, των ατόμων που δηλώνουν δυσκολία συνδυασμού εργασίας και υποχρεώσεων φροντίδας.
Ανατροφή παιδιών
Τα άτομα ηλικίας 18–54 ετών που ερευνήθηκαν, δήλωσαν τον αριθμό των παιδιών που έχουν αναθρέψει συνολικά στη ζωή τους. Κατά μέσον όρο, σε όλον τον πληθυσμό, δηλώθηκε ένα σχεδόν παιδί κατά άτομο. Περισσότερα παιδιά δηλώθηκαν στις ημιαστικές περιοχές (1,26), ενώ το μικρότερο πλήθος στο Πολεοδομικό Συγκρότημα Αθηνών (0,81).
Σημαντική είναι η διαφορά μεταξύ ατόμων Ελληνικής και ξένης ιθαγένειας (1,03 έναντι 1,41). Σε ό,τι αφορά το εκπαιδευτικό επίπεδο, παρατηρείται ότι το μεγαλύτερο πλήθος παιδιών δηλώνεται από τα άτομα που έχουν ολοκληρώσει έως Γυμνάσιο, ακολουθούμενο από τα άτομα
με πτυχίο Πανεπιστημίου (1,01), ενώ το μικρότερο πλήθος παιδιών δηλώνεται από τα άτομα που έχουν ολοκληρώσει μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση (0,93).
Σημαντική είναι και η διαφορά μεταξύ απασχολούμενων (1,15) και ανέργων ή ατόμων εκτός εργατικού δυναμικού (0,81 και στις δύο περιπτώσεις) καθώς και μεταξύ των ατόμων που εργάζονται στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα (1,48 έναντι 1,07).
Διακοπή της εργασίας για τη φροντίδα των παιδιών και λήψη αδειών
Η πλειονότητα των ατόμων που έχουν αναθρέψει παιδί/-ά και εργάζονται ή είχαν εργαστεί στο παρελθόν δηλώνει ότι δεν έχει λάβει κάποιας μορφής οικογενειακή άδεια (59,9%). Εξετάζοντας τη λήψη οικογενειακής άδειας κατά φύλο, παρατηρείται ότι είναι λιγότερο συχνή στους άνδρες (24,0%) ενώ, αντίθετα, οι περισσότερες γυναίκες έχουν λάβει άδεια μητρότητας ή γονική άδεια (ή και τα δύο).
Η λήψη οικογενειακής άδειας είναι συχνή στα άτομα ηλικίας 18-24 ετών (57,3%), στα άτομα με πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (59,2%) και στα άτομα με μεταπτυχιακές σπουδές (58,7%) καθώς και στα άτομα που εργάζονται στον Δημόσιο Τομέα (80,9%), ενώ είναι ιδιαίτερα σπάνια στα άτομα ξένης ιθαγένειας (14,3%) και στα άτομα που έχουν ολοκληρώσει μέχρι Γυμνάσιο (9,2%).
Σε ό,τι αφορά τη διάρκεια της οικογενειακής άδειας, παρατηρούνται σημαντικές διαφορές ανάλογα με το φύλο. Ένα πολύ μεγάλο ποσοστό ανδρών (85,3%) έλαβε άδεια διαρκείας μέχρι και 6 μηνών, ενώ μόλις το 5,2% πήρε άδεια 6 μηνών έως και 1 έτος και 2,8% μεγαλύτερη του 1 έτους. Αντίθετα, το 27,1% των γυναικών έλαβε άδεια 6 μηνών έως 1 έτος και το 30,5% είχε άδεια μεγαλύτερη του 1 έτους.



