Παρά το μέγεθος των κεφαλαιακών απαιτήσεων και τους προβληματισμούς για την απόδοση των επενδύσεων, κορυφαία στελέχη της Wall Street εκτιμούν ότι οι διεθνείς κεφαλαιαγορές θα συνεχίσουν να στηρίζουν τη συγκεκριμένη επέκταση, εξασφαλίζοντας τη χρηματοδότηση που απαιτείται.
Μιλώντας την Τρίτη στο Global Financial Leaders’ Investment Summit, το οποίο διοργανώνει η Νομισματική Αρχή του Χονγκ Κονγκ, ο διευθύνων σύμβουλος της Morgan Stanley, Τεντ Πικ, ανέφερε ότι οι μεγαλύτεροι πάροχοι υπολογιστικών υποδομών, οι λεγόμενοι hyperscalers, ενδέχεται να δαπανούν από 800 δισ. έως 1 τρισ. δολάρια ετησίως για διάστημα επτά έως δώδεκα ετών.
Παρομοιάζοντας την εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης με έναν αγώνα μπέιζμπολ εννέα περιόδων, υποστήριξε ότι βρισκόμαστε μόλις στη δεύτερη, θέλοντας να επισημάνει ότι η επενδυτική δραστηριότητα βρίσκεται ακόμη στα πρώτα της στάδια.
Όπως σημείωσε, το εύρος των 10 έως 15 τρισ. δολαρίων μπορεί να μοιάζει εντυπωσιακό, ωστόσο δεν συνιστά υπερβολική εκτίμηση για το κόστος δημιουργίας των υποδομών που θα επιτρέψουν την περαιτέρω τεχνολογική πρόοδο.
Οι τράπεζες της Wall Street στο επίκεντρο της χρηματοδότησης
Η εκρηκτική αύξηση των αναγκών για κεφάλαια δημιουργεί ένα ευρύ πεδίο δραστηριότητας για τις μεγάλες επενδυτικές τράπεζες. Ήδη αναλαμβάνουν συμβουλευτικό ρόλο και οργανώνουν εκδόσεις μετοχών και ομολόγων, προκειμένου να διευκολύνουν τη χρηματοδότηση των τεχνολογικών επιχειρήσεων.
Μεταξύ των εταιρειών που αναζητούν πρόσθετους πόρους για την επέκτασή τους συγκαταλέγονται η Meta Platforms και η Anthropic, ενώ οι τράπεζες διεκδικούν σημαντικό μερίδιο από τις χρηματοδοτικές συναλλαγές που απαιτούνται για την ανάπτυξη των υποδομών AI.
Από την πλευρά του, ο διευθύνων σύμβουλος της Goldman Sachs, Ντέιβιντ Σόλομον, εκτίμησε ότι οι κεφαλαιαγορές εξακολουθούν να έχουν τη διάθεση να στηρίξουν τις επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη, καθώς η ζήτηση για υπολογιστική ισχύ αυξάνεται με ταχύτατους ρυθμούς.
Επεσήμανε, ωστόσο, ότι η πορεία των μεγάλων τεχνολογικών μετασχηματισμών συνοδεύεται αναπόφευκτα από περιόδους αστάθειας και προσαρμογών.
Κατά τον ίδιο, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι τόσο η εξεύρεση χρηματοδότησης όσο το κόστος της. Όπως εξήγησε, τα διαθέσιμα κεφάλαια αναμένεται να επαρκούν για την κάλυψη της ζήτησης, αλλά οι όροι με τους οποίους θα χορηγούνται θα καθορίσουν σε σημαντικό βαθμό την έκταση των επενδυτικών σχεδίων.
Οι οικονομικές προοπτικές και το όφελος στην παραγωγικότητα
Παρά τις υψηλές αρχικές δαπάνες, η Morgan Stanley διαβλέπει σημαντικά μακροοικονομικά οφέλη από την εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης.
Ειδικότερα, ο Τεντ Πικ εκτίμησε ότι η αύξηση της παραγωγικότητας που θα προκύψει από την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών θα μπορούσε να προσθέτει 0,5 έως 0,7 ποσοστιαίες μονάδες στον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης του πραγματικού ΑΕΠ των ΗΠΑ.
Η εκτίμηση βασίζεται στη δυνατότητα των επιχειρήσεων να βελτιώσουν την αποδοτικότητά τους, να μειώσουν τις λειτουργικές τους δαπάνες και να επιταχύνουν τις παραγωγικές διαδικασίες μέσω της ενσωμάτωσης εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης.
Υπό αυτό το πρίσμα, οι επενδύσεις στην AI δεν αντιμετωπίζονται απλώς ως μια μεγάλης κλίμακας τεχνολογική αναβάθμιση, αλλά και ως δυνητικός μοχλός ενίσχυσης της αμερικανικής οικονομίας σε βάθος χρόνου.
Η ανθρώπινη ευθύνη στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης
Στη συζήτηση των δύο τραπεζικών στελεχών τέθηκε και το ζήτημα της εποπτείας και της υπεύθυνης χρήσης των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης.
Ο Ντέιβιντ Σόλομον αναφέρθηκε στην εμπειρία της Goldman Sachs από τη χρήση αυτοματοποιημένων συστημάτων συναλλαγών εδώ και περίπου 20 χρόνια, επισημαίνοντας ότι ο χρηματοπιστωτικός κλάδος έχει ήδη αποκτήσει σημαντική τεχνογνωσία στη διαχείριση σύνθετων τεχνολογικών εφαρμογών.
Τόνισε, παράλληλα, ότι η ευθύνη για τη δημιουργία και τη χρήση της τεχνολογίας δεν μπορεί να μεταβιβαστεί στις ίδιες τις μηχανές. Αντίθετα, όσοι αναπτύσσουν τα συστήματα πρέπει να λογοδοτούν για τον σχεδιασμό τους, ενώ οι χρήστες τους οφείλουν να αναλαμβάνουν την ευθύνη για τον τρόπο εφαρμογής τους.
Το βασικό συμπέρασμα από τις τοποθετήσεις των επικεφαλής της Morgan Stanley και της Goldman Sachs είναι ότι η χρηματοδοτική στήριξη της τεχνητής νοημοσύνης αναμένεται να διατηρηθεί σε υψηλά επίπεδα, παρά τις αυξανόμενες κεφαλαιακές απαιτήσεις.
Το μεγάλο ερώτημα, ωστόσο, παραμένει εάν η αύξηση της παραγωγικότητας και τα οικονομικά οφέλη που υπόσχεται η νέα τεχνολογία θα αποδειχθούν αρκετά ώστε να δικαιολογήσουν τις επενδύσεις τρισεκατομμυρίων δολαρίων για τη δημιουργία των απαραίτητων υποδομών.



