«Όλα θα γίνουν μέσα στις επόμενες ημέρες», δήλωσε, σύμφωνα με ρωσικά πρακτορεία ειδήσεων, ο Κίριλ Ντμίτριεφ, σύμβουλος του Βλαντίμιρ Πούτιν για θέματα διεθνούς οικονομικής συνεργασίας.
Όπως ανέφερε, οι επαφές με την αμερικανική πλευρά είναι συνεχείς. «Βρισκόμαστε σε πολύ στενή επικοινωνία, κάθε ώρα, με την αμερικανική πλευρά και όλα προχωρούν πολύ γρήγορα», σημείωσε, προσθέτοντας ότι η Μόσχα και η Ουάσινγκτον συνεργάζονται για την επίλυση σειράς υλικοτεχνικών ζητημάτων, προκειμένου η συμφωνία να εφαρμοστεί το συντομότερο δυνατό και με αποτελεσματικό τρόπο.
Την εξέλιξη επιβεβαίωσε και ο αναπληρωτής πρωθυπουργός της Ρωσίας, Αλεξάντερ Νόβακ, ο οποίος είναι αρμόδιος για τον ενεργειακό τομέα. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι διαδικασίες για την κατάρτιση συμβάσεων προμήθειας βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη, σε επίπεδο υπουργείων και επιχειρήσεων και στις δύο χώρες.
«Οι παραδόσεις θα πραγματοποιηθούν στις παγκόσμιες αγορές, μεταξύ άλλων και απευθείας στις ΗΠΑ», δήλωσε ο Νόβακ. Παράλληλα, εκτίμησε ότι η Ρωσία θα μπορέσει τελικά να διαθέσει 3 έως 3,5 εκατομμύρια τόνους ντίζελ, επαναφέροντας τις προμήθειές της στα επίπεδα που διατηρούσε στις διεθνείς αγορές πριν από την επιβολή των δυτικών κυρώσεων.
Κατά τον Ρώσο αναπληρωτή πρωθυπουργό, η επιστροφή αυτών των ποσοτήτων στην αγορά θα συμβάλει στην αποκλιμάκωση των τιμών, οι οποίες έχουν σημειώσει κατακόρυφη άνοδο διεθνώς μετά την έναρξη του ισραηλινοαμερικανικού πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Ο Νόβακ υποδέχθηκε θετικά τη συμφωνία, υπογραμμίζοντας ότι θα δημιουργήσει πρόσθετα φορολογικά έσοδα για τον ρωσικό προϋπολογισμό και θα ανοίξει νέες επενδυτικές προοπτικές. Τα οφέλη αυτά αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για τη Μόσχα, καθώς οι στρατιωτικές δαπάνες της έχουν αυξηθεί κατακόρυφα από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία.
Ωστόσο, η συμφωνία ΗΠΑ-Ρωσίας για την προμήθεια ρωσικού ντίζελ έχει προκαλέσει αντιδράσεις. Επικρίσεις έχουν διατυπωθεί από Ευρωπαίους αξιωματούχους, τον πρόεδρο της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι, καθώς και από Αμερικανούς γερουσιαστές και των δύο μεγάλων πολιτικών παρατάξεων, Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικανών.
Από την πλευρά του, ο Ντόναλντ Τραμπ υπερασπίστηκε την απόφασή του, δηλώνοντας ότι «έκανε τη σωστή επιλογή για τον αμερικανικό λαό». Η κυβέρνησή του, παράλληλα, κατηγόρησε τις ευρωπαϊκές χώρες για «υποκρισία», υποστηρίζοντας ότι εξακολουθούν να αγοράζουν μεγάλες ποσότητες ρωσικών υδρογονανθράκων από το 2022, παρά τις κυρώσεις που έχουν επιβληθεί στη Ρωσία.



