Παρακολουθώντας τη Γαλλία να φλέγεται αυτό το Σαββατοκύριακο, οι New York Times «θυμήθηκαν» εκείνη τη στιγμή του 2017, όταν ο Εμανουέλ Μακρόν έγινε πρόεδρος με ένα πρόγραμμα αλλαγής και ελπίδας και, βέβαια, «Επανάστασης». Αυτός ήταν ο τίτλος του βιβλίου που είχε εκδώσει πριν από τις εκλογές, ως ένα είδος μανιφέστου για το πώς θα μπορούσε να νικηθεί η ακροδεξιά.
Λιγότερο από έναν χρόνο μετά το Brexit και την πρώτη εκλογική νίκη του Ντόναλντ Τραμπ, ο Μακρόν κατάφερε πράγματι να νικήσει τη Μαρίν Λεπέν.
Η αρθρογράφος των NYT, Katrin Benhold, γράφει σχετικά:
«Έκείνη την εποχή ζούσα στο Λονδίνο, όπου υπήρχαν γαλλικές οικογένειες που έφυγαν αυθόρμητα για να επιστρέψουν στη Γαλλία και να συμμετάσχουν στο «κίνημά» του.
Σχεδόν μία δεκαετία αργότερα, η Λεπέν φαίνεται πιο πιθανό από ποτέ να γίνει η επόμενη πρόεδρος της Γαλλίας. Σήμερα γράφω για το πώς ο Μακρόν μπορεί τελικά να δει την επανάστασή του να πραγματοποιείται — αλλά όχι εκείνη που ήλπιζε.
Ο άνθρωπος που δεν έσωσε τη Γαλλία
Υπήρχαν ήδη ενδείξεις ότι ο Μακρόν δεν είχε πλήρη επίγνωση της κατάστασης.
Όταν χιλιάδες μαθητές λυκείου βγήκαν στους δρόμους νωρίτερα αυτόν τον μήνα, διαμαρτυρόμενοι για τις περικοπές στη χρηματοδότηση της εκπαίδευσης, ο Γάλλος πρόεδρος επέλεξε να περάσει την ημέρα σε ένα πολεμικό πλοίο στα ανοικτά των ακτών της Βρετάνης. Όπως ανέφερε ο συνάδελφός μου Μαρκ Λάντλερ, ο Μακρόν παρακολούθησε την εκτόξευση ενός νέου βαλλιστικού πυραύλου από γαλλικό πυρηνοκίνητο υποβρύχιο, αφήνοντας στον πρωθυπουργό του την ευθύνη να προσπαθήσει να καθησυχάσει τον γαλλικό λαό και να τον πείσει ότι η κυβέρνηση είχε την κρίση υπό έλεγχο.
Στη συνέχεια, τα πράγματα έγιναν χειρότερα.
Μέχρι τη στιγμή που ο Μακρόν μίλησε τελικά δημόσια, την Κυριακή, οι μαθητικές διαμαρτυρίες είχαν ήδη κλιμακωθεί σε ευρύτερες, βίαιες ταραχές σε ολόκληρη τη χώρα, με τη συμμετοχή πολύ περισσότερων ανθρώπων. Πλήθη έσπασαν βιτρίνες, έκαψαν αυτοκίνητα, λεηλάτησαν καταστήματα και προκάλεσαν φθορές σε δημόσια κτίρια. Ανάμεσα στα περιστατικά ήταν και η σχεδόν ολοκληρωτική καταστροφή του ιστορικού δημαρχείου στην πόλη Λιμόζ.
Τόσο η αποτυχία της κυβέρνησης να προβλέψει τις ταραχές όσο και ο τρόπος με τον οποίο αντέδρασε σε αυτές έχουν δεχθεί επικρίσεις από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα. Ακόμη και πριν από τα βίαια επεισόδια, το ποσοστό αποδοχής του Μακρόν βρισκόταν στο απογοητευτικό 15%. Δεν έχει και πολλά περιθώρια να πέσει χαμηλότερα.
Η σημερινή κατάσταση απέχει πολύ από το 2017, όταν ανέλαβε την προεδρία σε ηλικία μόλις 39 ετών, νέος, φρέσκος και γεμάτος αυτοπεποίθηση, υποσχόμενος σαρωτικές οικονομικές μεταρρυθμίσεις για να σώσει τη Γαλλία από την οικονομική στασιμότητα, την άνοδο της ακροδεξιάς και, ίσως πάνω απ’ όλα, από τη διάχυτη αίσθηση ότι η χώρα δεν λειτουργούσε πλέον ως μια κοινωνία με συνοχή.
Οι προσπάθειές του δεν απέδωσαν.
Τα οφέλη δεν έφτασαν στους πολίτες
Ο Μακρόν, πρώην τραπεζίτης επενδύσεων που είχε διατελέσει υπουργός Οικονομίας σε μια κεντροαριστερή κυβέρνηση, νίκησε τη Λεπέν το 2017 προβάλλοντας τον εαυτό του ως υποψήφιο που δεν ανήκε ούτε στην Αριστερά ούτε στη Δεξιά. Υποσχέθηκε να ενώσει μια βαθιά διχασμένη χώρα και να διασφαλίσει ότι οι Γάλλοι ψηφοφόροι «δεν θα είχαν ποτέ ξανά λόγο να ψηφίσουν τον εξτρεμισμό».
Η προεκλογική του εκστρατεία βασίστηκε επίσης σε ένα απροκάλυπτα φιλελεύθερο οικονομικό πρόγραμμα: να γίνει ευκολότερο και φθηνότερο για τις επιχειρήσεις να επενδύουν στη Γαλλία. Οι επιχειρήσεις θα δημιουργούσαν θέσεις εργασίας και οικονομική ανάπτυξη. Αυτός ήταν ο τρόπος, σύμφωνα με το επιχείρημά του, για να κερδηθούν ξανά οι ψηφοφόροι που στρέφονταν προς την ακροδεξιά.
Τα τελευταία εννέα χρόνια, ο Μακρόν μείωσε τους φόρους των επιχειρήσεων και τις εργοδοτικές εισφορές, ενώ κατάργησε τον φόρο περιουσίας. Ωστόσο, κανένα από αυτά τα μέτρα δεν ενίσχυσε ουσιαστικά την οικονομική ανάπτυξη ούτε περιόρισε το διογκούμενο δημόσιο χρέος της Γαλλίας.
Οι φορολογικές περικοπές κοστίζουν στο γαλλικό Δημόσιο δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ κάθε χρόνο. Το επίπεδο του χρέους —που ποτέ δεν ήταν χαμηλό— θεωρείται πλέον ευρέως μη βιώσιμο. Οι Γάλλοι φορολογούμενοι ενδέχεται να δαπανήσουν τον επόμενο χρόνο περισσότερα χρήματα για την εξυπηρέτηση των τόκων του δημόσιου χρέους απ’ όσα θα διαθέσουν για την άμυνα και την εκπαίδευση.
Έχει πλέον παγιωθεί η αίσθηση μιας συστημικής κρίσης και κοινωνικής αδικίας.
Πολλά από αυτά τα προβλήματα προϋπήρχαν της προεδρίας Μακρόν και επιδεινώθηκαν από γεγονότα που δεν μπορούσε να ελέγξει, όπως η πανδημία. Ωστόσο, αυτό είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο οι διαμαρτυρίες του Σαββατοκύριακου εξελίχθηκαν στις χειρότερες ταραχές των τελευταίων ετών.
Οι διαδηλώσεις στους δρόμους αποτελούν μέρος της πολιτικής κουλτούρας στη Γαλλία. Όταν ζούσα εκεί, είχα καλύψει πολλές. Όμως, οι ταραχές του Σαββάτου, οι οποίες ακολούθησαν την πορεία μισού εκατομμυρίου ανθρώπων που διαμαρτύρονταν για την αύξηση του κόστους ζωής και την επιδείνωση των συνθηκών στα σχολεία, ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό από οτιδήποτε είχα δει ποτέ.
Οι μαζικές κινητοποιήσεις μαθητών και συνδικαλιστών κατέστησαν σαφές ότι σχεδόν δέκα χρόνια διακυβέρνησης του Εμανουέλ Μακρόν δεν έχουν επιλύσει τα προβλήματα της Γαλλίας. Η βία και οι λεηλασίες που ακολούθησαν, κατά τις οποίες οι ταραξίες προκάλεσαν ζημιές σε περίπου 3.000 επιχειρήσεις, καθώς και σε πολλά σύμβολα του γαλλικού κράτους, ενδέχεται να κάνουν ορισμένους ψηφοφόρους πιο πρόθυμους να στηρίξουν μια προεδρία της Λεπέν — ακριβώς αυτό που ο Μακρόν είχε δεσμευτεί να αποτρέψει.
Η Λεπέν έτοιμη να αναλάβει την εξουσία
Πριν από τα γεγονότα αυτού του Σαββατοκύριακου, η Λεπέν ήταν ήδη το φαβορί για τη νίκη στις προεδρικές εκλογές του επόμενου έτους. Μετά τις ταραχές, όμως, το κόμμα της, ο Εθνικός Συναγερμός, δεν έχασε καθόλου χρόνο.
Ενώ η κυβέρνηση Μακρόν και η ακροαριστερά ήταν απασχολημένες με το να αλληλοκατηγορούνται για τα επεισόδια, η ομάδα της Λεπέν πέρασε αμέσως σε προεκλογικούς ρυθμούς.
«Ο κόσμος πρέπει να ξυπνήσει τώρα», δήλωσε ο Ζορντάν Μπαρντελά, πρόεδρος του κόμματος Εθνικός Συναγερμός. «Πρέπει να κάνει τις σωστές πολιτικές επιλογές και, σε κάθε περίπτωση, εμείς είμαστε έτοιμοι να αποκαταστήσουμε την τάξη στη χώρα».
Το βράδυ της Κυριακής, η Λεπέν δημοσίευσε ένα βιντεοσκοπημένο μήνυμα στο οποίο παρουσίασε μια εικόνα μιας διχασμένης Γαλλίας. Στο βίντεο καθόταν πίσω από ένα ξύλινο γραφείο, με τη γαλλική σημαία στο φόντο και τα χέρια της ενωμένα. Η εικόνα παρέπεμπε σε μια πρόεδρο που περιμένει τη σειρά της να αναλάβει την εξουσία.
Η σχετικά νεαρή ηλικία του Μακρόν και η δυναμική ρητορική του είχαν κάποτε προκαλέσει συγκρίσεις με τον Μπαράκ Ομπάμα, το μήνυμα ελπίδας του οποίου επιδίωξε να μιμηθεί. Ωστόσο, όπως συνέβη και με τον Ομπάμα, η ελίτ καταγωγή του Μακρόν και ο διανοουμενίστικος τρόπος με τον οποίο παρουσιαζόταν τον έκαναν να φαίνεται αποκομμένος από την πραγματικότητα στα μάτια πολλών ψηφοφόρων.
Τώρα, η πολιτική παρακαταθήκη του Μακρόν φαίνεται πιθανό να είναι πολύ διαφορετική από εκείνη που είχε οραματιστεί. Και, όπως συνέβη με τον Ομπάμα, η υστεροφημία του θα διαμορφωθεί από το ποιος θα αναλάβει την εξουσία μετά την αποχώρησή του.
Η Μαρίν Λεπέν εκμεταλλεύεται το χάος
Για τη Λεπέν γράφει και η Wall Street Journal σημειώνοντας πως η αναταραχή ενισχύουν την πολιτική της επιρροή. Για περισσότερο από μία δεκαετία, η ακροδεξιά πολιτικός παρουσιάζει τη Γαλλία ως μια χώρα που έχει χάσει τον προσανατολισμό της, παρασυρμένη από κύματα μετανάστευσης και ανομίας, τα οποία έχουν διαβρώσει τον κοινωνικό της ιστό. Καθώς ομάδες κουκουλοφόρων ταραξιών, ντυμένων στα σκούρα, κατακλύζουν τα κέντρα πόλεων σε ολόκληρη τη Γαλλία, εισβάλλοντας σε δημαρχεία και λεηλατώντας χιλιάδες καταστήματα, η Λεπέν επιχειρεί να παρουσιαστεί ως η μοναδική υποψήφια στις προεδρικές εκλογές της άνοιξης που είναι διατεθειμένη να αποκαταστήσει την τάξη.
Η στρατηγική αυτή έγινε εμφανής αυτή την εβδομάδα, όταν η Λεπέν δημοσίευσε ένα βιντεοσκοπημένο μήνυμα με όλα τα χαρακτηριστικά ενός προέδρου που απευθύνεται στο έθνος. Καθισμένη σε ένα γραφείο, μπροστά από μια επιβλητική βιβλιοθήκη και με τη γαλλική τρίχρωμη σημαία στο πλευρό της, παρουσίασε τις ταραχές ως κρίση εμπιστοσύνης προς την εξουσία του προέδρου Εμανουέλ Μακρόν.
«Η χώρα μας βρίσκεται παγιδευμένη σε μια μέγγενη, όμηρος ανάμεσα στη βία και την αδυναμία αντίδρασης», δήλωσε η Λεπέν. «Σε έξι μήνες, ο γαλλικός λαός θα μπορέσει να επιλέξει έναν διαφορετικό δρόμο — έναν δρόμο εξουσίας και αποκατάστασης της ασφάλειας».
Η προσέγγιση αυτή έχει δημιουργήσει την εντύπωση ότι η ανάληψη του ανώτατου αξιώματος της Γαλλίας από τη Λεπέν είναι σχεδόν αναπόφευκτη.
«Είναι σαν να βρίσκεται ήδη στο γραφείο της, ήδη στο Μέγαρο των Ηλυσίων», δήλωσε η Αντελαΐντ Ζουλφικαρπασίκ, δημοσκόπος της γαλλικής εταιρείας δημοσκοπήσεων Ipsos BVA.
Οι ταραχές λειτουργούν υπέρ της Λεπέν και με άλλους τρόπους. Καθώς η βία κλιμακώνεται, ο Ζαν-Λικ Μελανσόν, ο ριζοσπαστικός πολιτικός της άκρας Αριστεράς που διεκδικεί την προεδρία, κυριαρχεί στα πρωτοσέλιδα με τη στήριξή του προς τους διαδηλωτές. Έτσι, επισκιάζει τους υποψηφίους του κατεστημένου και ενισχύει τις πιθανότητές του να περάσει στον δεύτερο γύρο των εκλογών μαζί με τη Λεπέν. Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, εάν συμβεί αυτό, η Λεπέν θα τον νικούσε με μεγάλη διαφορά.
Ο Ραφαέλ Γκλουκσμάν, ο σοσιαλιστής υποψήφιος που ανταγωνίζεται τον Μελανσόν, τον χαρακτήρισε «εφαλτήριο για την ακροδεξιά, γιατί ποιος άλλος θα ωφεληθεί από αυτό το χάος, αν όχι η κυρία Λεπέν;».
Η Λεπέν είχε επιδόσεις κατώτερες των προσδοκιών στις προηγούμενες προεδρικές εκλογές. Παρότι προηγούνταν στις δημοσκοπήσεις καθώς πλησίαζε ο πρώτος γύρος, τελικά ηττήθηκε με μεγάλη διαφορά στον δεύτερο, όταν οι ψηφοφόροι που είχαν στηρίξει άλλους υποψηφίους συσπειρώθηκαν γύρω από τον Μακρόν. Αυτή τη φορά, ωστόσο, ο Μακρόν δεν έχει δικαίωμα να διεκδικήσει τρίτη προεδρική θητεία.



