Οι αγορές εκπέμπουν προειδοποιητικά σήματα για τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης, όπως σχολιάζει το CNBC. Το ευρώ παραμένει υπό πίεση, έχοντας υποχωρήσει σχεδόν 5% έναντι του δολαρίου από την αρχή του έτους.
Παράλληλα, η απόδοση του γαλλικού 10ετούς κρατικού ομολόγου, που αποτελεί βασικό δείκτη του κόστους δανεισμού της χώρας, ξεπέρασε αυτή την εβδομάδα το 5% για πρώτη φορά από το 2002, προτού κινηθεί ακόμη υψηλότερα.
Την ίδια στιγμή, η διαφορά απόδοσης μεταξύ των γαλλικών και των γερμανικών 10ετών ομολόγων – ένας από τους σημαντικότερους δείκτες χρηματοπιστωτικής πίεσης — ξεπέρασε την Πέμπτη τις 170 μονάδες βάσης, για πρώτη φορά μετά την κρίση χρέους της Ευρωζώνης στις αρχές της δεκαετίας του 2010.
Στο υψηλότερο επίπεδο από εκείνη την περίοδο βρίσκεται και το κόστος ασφάλισης έναντι ενδεχόμενης χρεοκοπίας του γαλλικού Δημοσίου, όπως αποτυπώνεται στα συμβόλαια ανταλλαγής πιστωτικού κινδύνου (CDS).
Ο κίνδυνος μετάδοσης στην Ευρωζώνη
Η βασική ανησυχία των αγορών αφορά τον κίνδυνο χρηματοπιστωτικού κατακερματισμού. Πρόκειται για μια κατάσταση κατά την οποία χώρες που μοιράζονται το ίδιο νόμισμα αντιμετωπίζουν σημαντικά διαφορετικό κόστος δανεισμού, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο τα δημόσια οικονομικά των πιο ευάλωτων κρατών.
Η κρίση κρατικού χρέους της Ευρωζώνης στις αρχές της δεκαετίας του 2010 έδειξε πόσο γρήγορα μπορεί να μεταδοθεί η χρηματοπιστωτική αναταραχή από μία χώρα σε άλλες οικονομίες που διαθέτουν κοινό νόμισμα και κεντρική τράπεζα, αλλά διατηρούν ξεχωριστά δημοσιονομικά συστήματα.
Η κρίση ξεκίνησε από την Ελλάδα και στη συνέχεια επεκτάθηκε, μεταξύ άλλων, στην Πορτογαλία, την Ιρλανδία, την Ιταλία και την Ισπανία.
Καθοριστικό ρόλο έπαιξε τότε ο φαύλος κύκλος μεταξύ τραπεζών και κρατών. Οι κυβερνήσεις αναγκάζονταν να στηρίξουν προβληματικές τράπεζες, οι οποίες είχαν στην κατοχή τους μεγάλες ποσότητες κρατικών ομολόγων, επιβαρύνοντας περαιτέρω τα δημόσια οικονομικά.
Η κρίση αποκλιμακώθηκε μόνο μετά την εφαρμογή προγραμμάτων διάσωσης που συνοδεύονταν από εκτεταμένα μέτρα λιτότητας, αλλά και την ιστορική δέσμευση του τότε προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι, το 2012 ότι θα έκανε «ό,τι χρειαστεί» για να διασφαλίσει την επιβίωση του ευρώ.
Σήμερα, οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι ένας παρόμοιος φαύλος κύκλος διαμορφώνεται εκ νέου, όχι μόνο στη Γαλλία, αλλά και σε μεγάλες οικονομίες όπως οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Οι ανησυχίες για την αύξηση του δημόσιου χρέους οδηγούν σε υψηλότερες αποδόσεις ομολόγων και αυξημένο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, το οποίο με τη σειρά του επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τους κρατικούς προϋπολογισμούς.
«Η μείωση των αγορών ομολόγων δημιουργεί τον κίνδυνο το κράτος να αναγκαστεί να κηρύξει στάση πληρωμών, επειδή απλώς δεν θα διαθέτει τα απαραίτητα μετρητά για να καταβάλει τόκους και κεφάλαιο», έγραψε στις 8 Οκτωβρίου ο νομπελίστας οικονομολόγος Πολ Κρούγκμαν σε ανάρτησή του.
Όπως σημείωσε, ο φόβος χρεοκοπίας μπορεί να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη φυγή κεφαλαίων, εντείνοντας τις ανησυχίες για αδυναμία αποπληρωμής του χρέους και ωθώντας τα επιτόκια υψηλότερα.
Τα δημοσιονομικά προβλήματα της Γαλλίας
Η Γαλλία καταγράφει ένα από τα υψηλότερα δημοσιονομικά ελλείμματα ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ευρωζώνη των 21 χωρών, ενώ το δημόσιο χρέος της συνεχίζει να αυξάνεται.
Την ίδια στιγμή, η οικονομική δραστηριότητα έχει σχεδόν βαλτώσει, με την κυβέρνηση να μειώνει την πρόβλεψή της για την ανάπτυξη το 2026 μόλις στο 0,5%.
Οι δημοσιονομικές πιέσεις εντείνονται από την πολιτική αστάθεια και τις κοινωνικές αντιδράσεις, οι οποίες δημιουργούν αμφιβολίες για το κατά πόσο η κυβέρνηση μπορεί να προωθήσει τα αναγκαία μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης.
«Βρισκόμαστε βαθιά μέσα σε μια γαλλική κρίση», δήλωσε μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος ο Κάρστεν Μπρζέσκι, επικεφαλής μακροοικονομικής έρευνας της ING και επικεφαλής οικονομολόγος της για την Ευρωζώνη.
Ο ίδιος διευκρίνισε ότι δεν υπάρχει άμεσος κίνδυνος κρίσης ρευστότητας για τη γαλλική κυβέρνηση. Ωστόσο, υπογράμμισε ότι η έλλειψη εμπιστοσύνης από τις αγορές και η συνεχιζόμενη κρίση θα πρέπει να οδηγήσουν το Παρίσι σε αυξημένη αίσθηση επείγοντος.
Ο Τζον Στόπφορντ, επικεφαλής επενδύσεων πολλαπλών κατηγοριών εισοδήματος στη Ninety One, σημείωσε ότι η Γαλλία, η οποία θεωρούνταν μέχρι πρότινος βασική ή σχεδόν βασική αγορά κρατικών ομολόγων στην Ευρώπη, αντιμετωπίζεται πλέον όλο και περισσότερο από τους επενδυτές ως χώρα της περιφέρειας.
Χαρακτήρισε αυτή τη μεταβολή «παράδοξη», δεδομένης της ιστορικής θέσης της Γαλλίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και του οικονομικού της μεγέθους.
Όπως ανέφερε, η εταιρεία επιλέγει προς το παρόν να αποφεύγει σε μεγάλο βαθμό τις αγορές κρατικών ομολόγων χωρών εκτός του στενού πυρήνα της Ευρώπης, καθώς η κατάσταση παραμένει εξαιρετικά ρευστή και η αβεβαιότητα πολύ μεγάλη.
Γιατί το 2026 διαφέρει από την κρίση της προηγούμενης δεκαετίας
Παρά τις ομοιότητες με την περίοδο μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση, οι αναλυτές που μίλησαν στο CNBC εκτιμούν σε γενικές γραμμές ότι ο κίνδυνος μετάδοσης της κρίσης παραμένει περιορισμένος, χάρη στις θεσμικές και χρηματοπιστωτικές μεταρρυθμίσεις που έχουν εφαρμοστεί έκτοτε.
Ο Στόπφορντ εκτίμησε ότι η διαφορά απόδοσης μεταξύ γαλλικών και γερμανικών ομολόγων θα έπρεπε πιθανότατα να κινηθεί πάνω από τις 200 μονάδες βάσης, ώστε η κατάσταση να εκληφθεί ευρύτερα ως πραγματική κρίση.
Όπως σημείωσε, το περιθώριο απόδοσης των γαλλικών ομολόγων έχει ήδη ξεπεράσει τα επίπεδα που καταγράφονταν κατά την κορύφωση της κρίσης των χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας στις αρχές της δεκαετίας του 2010. Ωστόσο, παραμένει σημαντικά χαμηλότερο από τα ακραία επίπεδα που είχαν καταγραφεί τότε στην Ισπανία, την Ιταλία, την Ελλάδα και την Ιρλανδία.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι αγορές θεωρούν ότι θα πρέπει να υπάρξει περαιτέρω επιδείνωση προτού οι ευρωπαϊκοί θεσμοί εξετάσουν παρεμβάσεις για τον περιορισμό της αναταραχής.
Από την πλευρά τους, οι στρατηγικοί αναλυτές της BlackRock επισημαίνουν ότι το σημερινό περιβάλλον διαφέρει ουσιαστικά από εκείνο που προηγήθηκε της κρίσης του 2011-2012. Η Ευρωζώνη διαθέτει πλέον περισσότερα μέσα για να αντιμετωπίσει τις χρηματοπιστωτικές πιέσεις, αν και ο κίνδυνος νέας μεταβλητότητας και μετάδοσης παραμένει υπαρκτός.
«Η πώληση γαλλικών ομολόγων αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο ο ανταγωνισμός για την προσέλκυση κεφαλαίων αναδιαμορφώνει τις αγορές σταθερού εισοδήματος, σε μια περίοδο παγκόσμιας αναπροσαρμογής των επιτοκίων», ανέφεραν.
Όπως πρόσθεσαν, η αύξηση του κρατικού δανεισμού και οι επενδύσεις που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη ωθούν το κόστος χρηματοδότησης υψηλότερα, εκθέτοντας περισσότερο τους δανειολήπτες με επιδεινούμενα θεμελιώδη μεγέθη στον έλεγχο των αγορών.
Το γαλλικό χρέος πλησιάζει τα επίπεδα της Ελλάδας
Ο Τζορτζ Λαγκάριας, επικεφαλής οικονομολόγος της Forvis Mazars, υποστήριξε ότι η Γαλλία βρίσκεται ήδη σε κρίση χρέους, επικαλούμενος το γεγονός ότι ο λόγος δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ διαμορφώθηκε στο 119% στο τέλος του δεύτερου τριμήνου του 2026.
Το ποσοστό αυτό προσεγγίζει το 128% που κατέγραφε η Ελλάδα στα τέλη του 2009, όταν η κρίση των ελληνικών δημόσιων οικονομικών άρχισε να κλιμακώνεται.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ενδεχόμενη μετάδοση της κρίσης θα εκδηλωνόταν με περαιτέρω διεύρυνση της διαφοράς απόδοσης μεταξύ γαλλικών και γερμανικών ομολόγων, καθώς και με αύξηση του κόστους ασφάλισης έναντι κρατικής χρεοκοπίας.
Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να αυξήσει το κόστος δανεισμού της Ιταλίας και της Ισπανίας, αναγκάζοντας τις κυβερνήσεις τους να περιορίσουν τις δημόσιες δαπάνες και ενδεχομένως προκαλώντας νέες πολιτικές αντιδράσεις.
«Η ευρωπαϊκή περιφέρεια θα δεχόταν τεράστιες πιέσεις, ακόμη κι αν τα δημόσια οικονομικά των χωρών αυτών βρίσκονται σε πολύ καλύτερη κατάσταση σε σχέση με πριν από μερικά χρόνια», δήλωσε ο Λαγκάριας.
Ωστόσο, εκτίμησε ότι οι διαρθρωτικές διαφορές σε σχέση με την προηγούμενη κρίση περιορίζουν σημαντικά τον κίνδυνο ευρύτερης μετάδοσης, τοποθετώντας την πιθανότητα ενός τέτοιου σεναρίου στο 10%-20%.
Όπως εξήγησε, η Ελλάδα είχε τότε πολύ μεγάλο εμπορικό έλλειμμα, ενώ το αντίστοιχο γαλλικό έλλειμμα είναι σαφώς πιο διαχειρίσιμο.
Επιπλέον, σημείωσε ότι η γαλλική στατιστική υπηρεσία Insee θεωρείται αξιόπιστη ως προς την καταγραφή των δημοσιονομικών στοιχείων, σε αντίθεση με όσα συνέβησαν στην Ελλάδα το 2009.
Εκείνη τη χρονιά, η πρόβλεψη για το δημοσιονομικό έλλειμμα αναθεωρήθηκε από το 3,7% του ΑΕΠ την άνοιξη στο 12,5% τον Οκτώβριο, υπονομεύοντας την εμπιστοσύνη των αγορών στην αξιοπιστία των ελληνικών δημόσιων οικονομικών και επιταχύνοντας την κρίση.
«Τα επίπεδα του χρέους είναι ανησυχητικά, αλλά είναι γνωστά. Οι αγορές μπορούν να διαχειριστούν τους γνωστούς κινδύνους. Αυτό που δεν αντέχουν είναι οι εκπλήξεις», τόνισε ο Λαγκάριας.
Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί λειτουργούν ως ανάχωμα
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Άλεξ Έβερετ, διευθυντής επενδύσεων στη διαχείριση επιτοκιακού κινδύνου της Aberdeen Investments, εκτίμησε ότι η σημερινή κατάσταση πρέπει να αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως γαλλικός κίνδυνος και όχι ως συστημική απειλή για ολόκληρη την Ευρωζώνη.
«Σε σύγκριση με τις αρχές της δεκαετίας του 2010, η Ευρωζώνη διαθέτει ισχυρότερες τράπεζες, μεγαλύτερη χρηματοπιστωτική διασύνδεση και περισσότερα εργαλεία που έχουν σχεδιαστεί για να περιορίζουν τον κίνδυνο κατακερματισμού της αγοράς κρατικών ομολόγων», ανέφερε.
Ο ίδιος εκτίμησε ότι οποιαδήποτε μετάδοση της αναταραχής θα είναι βραχύβια.
Το βασικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν η Γαλλία θα καταφέρει να σταθεροποιήσει τα δημόσια οικονομικά της, αλλά και αν η πολιτική αστάθεια θα εμποδίσει την κυβέρνηση να λάβει τα μέτρα που απαιτούνται για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των επενδυτών.
Για την Ευρωζώνη, το διακύβευμα είναι σαφές: μια παρατεταμένη κρίση εμπιστοσύνης στη Γαλλία θα μπορούσε να αυξήσει το κόστος δανεισμού και σε άλλες χώρες, χωρίς αυτό να σημαίνει κατ’ ανάγκη επανάληψη της κρίσης χρέους της προηγούμενης δεκαετίας.





