Η ιδέα, ωστόσο, προκαλεί επιφυλάξεις σε αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, καθώς ο όρος «συνδεδεμένο μέλος» δεν διαθέτει επίσημο νομικό περιεχόμενο και δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί ως προς τις πρακτικές του διαστάσεις.
Μιλώντας στο Μόντρεαλ, στο πλαίσιο της συνόδου κορυφής Καναδά – ΕΕ, η φον ντερ Λάιεν χαρακτήρισε τον Καναδά «αξιόπιστο εταίρο» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπογραμμίζοντας την ανάγκη ενίσχυσης των δεσμών με χώρες που αντιμετωπίζουν παρόμοιες προκλήσεις.
Όπως ανέφερε, το διεθνές εμπόριο χρησιμοποιείται ολοένα και περισσότερο ως εργαλείο οικονομικής πίεσης, γεγονός που, κατά την ίδια, καθιστά αναγκαία μια πιο στρατηγική προσέγγιση στις διεθνείς συνεργασίες.
«Γινόμαστε μάρτυρες σε πραγματικό χρόνο μιας επίθεσης στην κυριαρχία μας», δήλωσε, προσθέτοντας ότι η κατάσταση απαιτεί την ανάπτυξη στενότερων σχέσεων με αξιόπιστους εταίρους. Η αναφορά της έγινε στο πλαίσιο των αυξανόμενων εμπορικών και γεωοικονομικών εντάσεων, με τις ΗΠΑ και την Κίνα να βρίσκονται στο επίκεντρο των σχετικών προβληματισμών.
Η πρόταση για «σύνδεση χωρίς ένταξη»
Παρουσιάζοντας την πρότασή της, η πρόεδρος της Κομισιόν περιέγραψε ένα μοντέλο συνεργασίας που θα επιτρέπει στον Καναδά να συνδεθεί στενότερα με την Ευρωπαϊκή Ένωση, χωρίς να αποκτήσει την ιδιότητα πλήρους μέλους.
«Η ιδέα μας είναι απλή: αυτή είναι μια σύνδεση χωρίς ένταξη», ανέφερε, εκτιμώντας ότι οι δύο πλευρές μπορούν να διαμορφώσουν μια εταιρική σχέση στενότερη από οποιαδήποτε αντίστοιχη έχουν αναπτύξει μέχρι σήμερα.
Όπως εξήγησε, τα πεδία συνεργασίας θα μπορούσαν να καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα πολιτικών, από την Τεχνητή Νοημοσύνη και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής έως την ενέργεια και την ασφάλεια.
Παρά τη δημόσια αναφορά της φον ντερ Λάιεν στην προοπτική του «συνδεδεμένου μέλους», η συγκεκριμένη διατύπωση δεν περιλαμβάνεται στην κοινή δήλωση των ηγετών της ΕΕ και του Καναδά. Σύμφωνα με το Reuters, το κείμενο προβλέπει αντίθετα τη διαμόρφωση μιας «διαρκώς στενότερης σύνδεσης» μεταξύ των δύο πλευρών.
Στην κοινή δήλωση, η οποία αναμένεται να δημοσιοποιηθεί την Παρασκευή, αναφέρεται επίσης ότι οι εργασίες για τον καθορισμό του πλαισίου των σχέσεων ΕΕ – Καναδά θα συνεχιστούν έως την επόμενη σύνοδο κορυφής, που προγραμματίζεται για το 2027.
Οι επιφυλάξεις στο εσωτερικό της ΕΕ
Η πρόταση για το καθεστώς του «συνδεδεμένου μέλους» έχει συναντήσει αντιδράσεις μεταξύ κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, η φον ντερ Λάιεν είχε παρουσιάσει την ιδέα πριν από περίπου έξι εβδομάδες, χωρίς ωστόσο να εξασφαλίσει ευρεία αποδοχή.
Μεταξύ των χωρών που εξέφρασαν επιφυλάξεις ήταν η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Ελλάδα, οι οποίες, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, υποστήριξαν ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή μια έννοια χωρίς σαφές νομικό καθεστώς και χωρίς συγκεκριμένο περιεχόμενο.
Οι αντιδράσεις αναδεικνύουν τις δυσκολίες που συνοδεύουν την προσπάθεια δημιουργίας ενός νέου μοντέλου θεσμικής σύνδεσης με την ΕΕ, καθώς θα πρέπει να αποσαφηνιστούν τόσο οι όροι όσο και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που θα συνεπάγεται μια τέτοια σχέση.
Η στρατηγική του Καναδά και η σχέση με τις ΗΠΑ
Η επιδίωξη στενότερων δεσμών με την Ευρώπη εντάσσεται στη στρατηγική του Καναδού πρωθυπουργού, Μαρκ Κάρνεϊ, για τη μείωση της εξάρτησης της χώρας από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τόσο σε οικονομικό επίπεδο όσο και στον τομέα της ασφάλειας.
Η προσπάθεια αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία μετά την επιβολή δασμών σε καναδικά προϊόντα από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, και εν μέσω των συνεχιζόμενων εμπορικών διαπραγματεύσεων μεταξύ Οτάβας και Ουάσιγκτον.
Η προσέγγιση με την ΕΕ προσφέρει στον Καναδά τη δυνατότητα διαφοροποίησης των διεθνών οικονομικών και στρατηγικών συνεργασιών του. Ωστόσο, η περαιτέρω σύσφιγξη των σχέσεων με τις Βρυξέλλες ενδέχεται να προκαλέσει νέες εντάσεις με την αμερικανική κυβέρνηση, σε μια περίοδο κατά την οποία οι εμπορικές σχέσεις των δύο γειτονικών χωρών παραμένουν ευαίσθητες.
Προς το παρόν, οι δύο πλευρές προσανατολίζονται στην ενίσχυση της συνεργασίας τους, χωρίς να έχουν καταλήξει σε συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο για την ιδέα του «συνδεδεμένου μέλους». Το επόμενο διάστημα αναμένεται να δείξει εάν η πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής μπορεί να μετατραπεί σε μια συγκεκριμένη πρόταση ή εάν η συνεργασία θα προχωρήσει μέσω των υφιστάμενων μηχανισμών και μιας σταδιακά στενότερης εταιρικής σχέσης.



