• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Γκάντι Άιζενκοτ: Ποιος είναι ο στρατηγός που φιλοδοξεί να ηγηθεί του Ισραήλ
13:00 - 08 Νοε 2026

Γκάντι Άιζενκοτ: Ποιος είναι ο στρατηγός που φιλοδοξεί να ηγηθεί του Ισραήλ

Δες περισσότερα άρθρα του Reporter.gr όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Από την ηγεσία των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων στη διεκδίκηση της πρωθυπουργίας. Ο Γκάντι Άιζενκοτ, ο άνθρωπος που καλείται να σχηματίσει τη νέα κυβέρνηση του Ισραήλ, έχει διανύσει μια μακρά στρατιωτική διαδρομή, έχει βιώσει προσωπικά τις τραγικές συνέπειες του πολέμου στη Γάζα και φιλοδοξεί πλέον να αποτελέσει την πολιτική εναλλακτική απέναντι στον Μπενιαμίν Νετανιάχου. Ωστόσο, η ανάδειξή του δεν σηματοδοτεί απαραίτητα και μια ριζική αλλαγή στην πολιτική ασφαλείας της χώρας.

Μια νέα σελίδα στην πολιτική ιστορία του Ισραήλ ενδέχεται να ανοίξει μετά την απόφαση του προέδρου Ισαάκ Χέρτσογκ να αναθέσει στον Γκάντι Άιζενκοτ την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, στον απόηχο των βουλευτικών εκλογών της 27ης Οκτωβρίου.

Ο 66χρονος πρώην αρχηγός του Γενικού Επιτελείου των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων και επικεφαλής του κεντρώου κόμματος Yashar συγκέντρωσε την υποστήριξη 67 βουλευτών, έναντι 46 που τάχθηκαν υπέρ του απερχόμενου πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου.

Η εξέλιξη αυτή αποτελεί σημαντικό πολιτικό πλήγμα για τον μακροβιότερο πρωθυπουργό στην ιστορία του Ισραήλ, χωρίς ωστόσο να συνεπάγεται αυτομάτως και την απομάκρυνσή του από την εξουσία.

Ο Άιζενκοτ καλείται να εξασφαλίσει την υποστήριξη τουλάχιστον 61 βουλευτών στην Κνεσέτ, σε ένα ιδιαίτερα κατακερματισμένο πολιτικό τοπίο. Έχει στη διάθεσή του 28 ημέρες για να σχηματίσει κυβέρνηση, με δυνατότητα παράτασης για ακόμη 14.

Το εγχείρημα μόνο εύκολο δεν προμηνύεται. Το κόμμα του κατέλαβε 21 έδρες, ενώ τα τέσσερα κόμματα που συγκροτούν τον ευρύτερο συνασπισμό του εξασφάλισαν συνολικά 48. Από την άλλη πλευρά, ο συνασπισμός του Νετανιάχου διαθέτει 53 έδρες, με το Λικούντ να παραμένει το μεγαλύτερο μεμονωμένο κόμμα με 27.

Ρυθμιστικό ρόλο αποκτούν επομένως τα αραβικά κόμματα, τα οποία εξέλεξαν συνολικά 19 βουλευτές και υποστήριξαν την ανάθεση της εντολής στον Άιζενκοτ, παρά τις σημαντικές πολιτικές διαφορές που τους χωρίζουν.

Ο ίδιος, πάντως, έχει απορρίψει μέχρι στιγμής το ενδεχόμενο συγκυβέρνησης μαζί τους, γεγονός που περιπλέκει ακόμη περισσότερο την προσπάθειά του να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Από μια οικογένεια μεταναστών στην κορυφή του στρατεύματος

Ο Γκάντι Άιζενκοτ γεννήθηκε το 1960 και μεγάλωσε σε οικογένεια Εβραίων μεταναστών από το Μαρόκο, με εργατικές καταβολές. Η προσωπική του διαδρομή απέχει αρκετά από εκείνη των πολιτικών που αναδείχθηκαν μέσα από τους παραδοσιακούς κομματικούς μηχανισμούς του Ισραήλ.

Για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες υπηρέτησε στις ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις, ανεβαίνοντας σταδιακά τη στρατιωτική ιεραρχία και αποκτώντας σημαντική εμπειρία σε επιχειρήσεις και ζητήματα εθνικής ασφαλείας.

Η σταδιοδρομία του κορυφώθηκε το 2015, όταν ανέλαβε αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι το 2019.

Στη διάρκεια της στρατιωτικής του πορείας απέκτησε τη φήμη ενός συγκρατημένου και πραγματιστή αξιωματικού, ο οποίος προτιμούσε τις μεθοδικές αποφάσεις από τις εντυπωσιακές δημόσιες παρεμβάσεις.

Ωστόσο, η εικόνα αυτή δεν πρέπει να συγχέεται με μια μετριοπαθή προσέγγιση στα ζητήματα ασφαλείας.

Ο Άιζενκοτ έχει συνδεθεί με το λεγόμενο «Δόγμα Νταχίγια», το οποίο προβλέπει τη χρήση συντριπτικής στρατιωτικής ισχύος απέναντι σε εχθρικές οργανώσεις και υποδομές που θεωρούνται ότι τις υποστηρίζουν.

Πρόκειται για μια στρατηγική που έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, καθώς εγείρει σοβαρά ερωτήματα σχετικά με την αναλογικότητα της στρατιωτικής βίας και τις συνέπειες για τους αμάχους.

Η προσέγγισή του αντανακλά σε μεγάλο βαθμό την αντίληψη ότι η ασφάλεια του Ισραήλ προϋποθέτει ισχυρή στρατιωτική αποτροπή και ετοιμότητα για επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας.

Η τραγωδία που σημάδεψε τη ζωή του

Η προσωπική ιστορία του Άιζενκοτ συνδέθηκε με έναν ιδιαίτερα οδυνηρό τρόπο με τον πόλεμο στη Γάζα, ο οποίος ξέσπασε μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023.

Στις 7 Δεκεμβρίου 2023, ο 25χρονος γιος του, Γκαλ, μέλος επίλεκτης μονάδας του ισραηλινού στρατού, σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια στρατιωτικών επιχειρήσεων στη βόρεια Λωρίδα της Γάζας. Στον ίδιο πόλεμο έχασαν τη ζωή τους και δύο ανιψιοί του.

Εκείνη την περίοδο, ο Άιζενκοτ συμμετείχε στο περιορισμένο πολεμικό υπουργικό συμβούλιο που είχε συγκροτηθεί για τη διαχείριση των στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Βρέθηκε έτσι αντιμέτωπος με μια εξαιρετικά δύσκολη προσωπική και πολιτική συνθήκη: συμμετείχε στις αποφάσεις για έναν πόλεμο στον οποίο είχε χάσει το ίδιο του το παιδί.

Σε συνέντευξή του στους Times of Israel, τον Οκτώβριο του 2026, αποκάλυψε ότι επέστρεψε στις κυβερνητικές συσκέψεις ενώ ακόμη βρισκόταν σε περίοδο πένθους για τον γιο του.

Η προσωπική αυτή τραγωδία έχει διαμορφώσει σε σημαντικό βαθμό τη δημόσια εικόνα του, προσδίδοντας ιδιαίτερο βάρος στις παρεμβάσεις του για τον πόλεμο, την πολιτική ευθύνη και τις αποφάσεις της ισραηλινής ηγεσίας.

Από συνεργάτης του Νετανιάχου, βασικός πολιτικός αντίπαλός του

Η είσοδος του Άιζενκοτ στην πολιτική πραγματοποιήθηκε το 2022, όταν εντάχθηκε στον χώρο της κεντρώας αντιπολίτευσης.

Μετά την επίθεση της Χαμάς τον Οκτώβριο του 2023, συμμετείχε στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας και στο πολεμικό υπουργικό συμβούλιο υπό τον Μπενιαμίν Νετανιάχου.

Η συνεργασία τους, ωστόσο, δεν αποδείχθηκε μακρόβια.

Τον Ιούνιο του 2024, ο Άιζενκοτ αποχώρησε από το πολεμικό υπουργικό συμβούλιο, μαζί με τον Μπένι Γκαντς, καταγγέλλοντας την απουσία σαφούς στρατηγικής για τη Γάζα και την επιρροή πολιτικών σκοπιμοτήτων στις κυβερνητικές αποφάσεις.

Έκτοτε, η κριτική του προς τον Νετανιάχου έγινε ολοένα και πιο έντονη.

Ο πρώην στρατηγός υποστηρίζει ότι η ισραηλινή ηγεσία οφείλει να αναλάβει την ευθύνη για τις αποτυχίες που επέτρεψαν την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου, ζητώντας τη διεξαγωγή ανεξάρτητης έρευνας.

Παράλληλα, έχει ταχθεί υπέρ της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας και για τους υπερορθόδοξους Εβραίους, ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα ζητήματα της ισραηλινής πολιτικής ζωής και βασικό σημείο αντιπαράθεσης με τους θρησκευτικούς συμμάχους του Νετανιάχου.

Στη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου επιχείρησε να παρουσιάσει την υποψηφιότητά του ως μια επιλογή ανάμεσα στην υπεύθυνη διακυβέρνηση και τη διατήρηση ενός πολιτικού συστήματος που, κατά την άποψή του, έχει χάσει την αξιοπιστία του.

Τι μπορεί να αλλάξει στην εξωτερική πολιτική του Ισραήλ;

Παρά την αντιπαλότητά του με τον Νετανιάχου, ο Άιζενκοτ δεν εκπροσωπεί μια παραδοσιακή φιλειρηνική ή αριστερή πολιτική δύναμη.

Οι θέσεις του σε ζητήματα άμυνας και ασφάλειας παραμένουν ιδιαίτερα σκληρές, ενώ έχει υποστηρίξει στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον οργανώσεων και κρατών που το Ισραήλ αντιμετωπίζει ως απειλές.

Την ίδια στιγμή, έχει ασκήσει κριτική στη βία εξτρεμιστών Εβραίων εποίκων εναντίον Παλαιστινίων στη Δυτική Όχθη και έχει υποστηρίξει την ανάγκη περιορισμού των εντάσεων.

Η διαφοροποίησή του από τον Νετανιάχου εντοπίζεται επομένως περισσότερο στον τρόπο άσκησης της εξουσίας, στη λογοδοσία και στη διαχείριση των στρατηγικών προτεραιοτήτων της χώρας, παρά σε μια συνολική αναθεώρηση του ισραηλινού δόγματος ασφαλείας.

Στη συνέντευξή του στους Times of Israel, ο Άιζενκοτ παρουσίασε ως βασικές προτεραιότητες την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς, την ενίσχυση της εθνικής συνοχής και την επαναπροσέγγιση της διεθνούς κοινότητας.

Το ερώτημα είναι κατά πόσο μια ενδεχόμενη κυβέρνησή του θα μπορούσε να μετατρέψει αυτές τις εξαγγελίες σε συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη Γάζα, τη Δυτική Όχθη και τις σχέσεις του Ισραήλ με τους περιφερειακούς του αντιπάλους.

Το δύσκολο στοίχημα της επόμενης ημέρας

Η απόφαση του Ισαάκ Χέρτσογκ να δώσει στον Άιζενκοτ την πρώτη ευκαιρία σχηματισμού κυβέρνησης αποτελεί αναμφίβολα μια σημαντική πολιτική εξέλιξη.

Ωστόσο, η διαδρομή από την προεδρική εντολή μέχρι την ανάληψη της πρωθυπουργίας παραμένει γεμάτη εμπόδια.

Μια κυβέρνηση μειοψηφίας με εξωτερική υποστήριξη των αραβικών κομμάτων, μια συνεργασία με υπερορθόδοξες παρατάξεις ή ακόμη και μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας αποτελούν πιθανά σενάρια, τα οποία όμως προσκρούουν σε σοβαρές πολιτικές διαφωνίες.

Ο ίδιος, στην πρώτη του αντίδραση μετά την ανακοίνωση της απόφασης Χέρτσογκ, υπογράμμισε την ανάγκη συγκρότησης κυβέρνησης εθνικής έκτακτης ανάγκης.

Για τον Γκάντι Άιζενκοτ, η πρόκληση είναι πλέον διαφορετική από εκείνες που αντιμετώπισε στη μακρά στρατιωτική του σταδιοδρομία. Καλείται να μετατρέψει την προσωπική του δημοτικότητα και την πολιτική φθορά του Νετανιάχου σε μια βιώσιμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Και κυρίως, να αποδείξει ότι μπορεί να ενώσει μια βαθιά διχασμένη ισραηλινή κοινωνία, σε μια περίοδο κατά την οποία οι συνέπειες των πολέμων και οι πολιτικές αντιπαραθέσεις εξακολουθούν να καθορίζουν το μέλλον της χώρας.

Τελευταία τροποποίηση στις 08/11/2026 - 13:01