Σύμφωνα με το CNBC, το περίπλοκο πλέγμα δασμών που οικοδόμησε ο Τραμπ τα τελευταία δύο χρόνια βρίσκεται αντιμέτωπο με τη μεγαλύτερη πολιτική απειλή μέχρι σήμερα, καθώς οι Δημοκρατικοί προετοιμάζονται να αξιοποιήσουν τη νέα κοινοβουλευτική τους ισχύ για να αμφισβητήσουν μία από τις χαρακτηριστικότερες πολιτικές της δεύτερης προεδρικής του θητείας.
Το κόμμα σχεδιάζει μια νομοθετική επίθεση ήδη από τις πρώτες 100 ώρες λειτουργίας του νέου Κογκρέσου, με σειρά πρωτοβουλιών που θα επιδιώκουν την ανατροπή βασικών επιλογών της κυβέρνησης. Παράλληλα, οι Δημοκρατικοί προετοιμάζουν έρευνες για τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση Τραμπ έχει ασκήσει την εμπορική της πολιτική.
Πρώτος στόχος ο εμπορικός πόλεμος με τον Καναδά
Η κατάργηση των δασμών, ιδιαίτερα εκείνων που έχουν επιβληθεί στον Καναδά, βρίσκεται ψηλά στην ατζέντα των Δημοκρατικών.
«Είναι κάτι που πρέπει οπωσδήποτε να κάνουμε άμεσα», δήλωσε ο νεοεκλεγείς Δημοκρατικός γερουσιαστής του Μίσιγκαν, Αμπντούλ Ελ-Σαγέντ, αναφερόμενος στον τερματισμό του δασμολογικού καθεστώτος Τραμπ.
Ανάλογη θέση έχει εκφράσει και ο Χακίμ Τζέφρις, ο οποίος διεκδικεί την προεδρία της Βουλής των Αντιπροσώπων στο νέο Κογκρέσο.
«Πρέπει να αποκαταστήσουμε την αρμοδιότητα του Κογκρέσου σε ό,τι αφορά τους δασμούς, επειδή οι δασμοί του Τραμπ κάνουν τη ζωή ακριβότερη για τους Αμερικανούς», είχε δηλώσει σε συνέντευξη Τύπου στα τέλη Αυγούστου.
Εφόσον αναλάβει την προεδρία της Βουλής, ο Τζέφρις σκοπεύει να προωθήσει νομοθεσία που θα επαναφέρει στο Κογκρέσο μεγαλύτερο έλεγχο επί της εμπορικής πολιτικής.
Ο γερουσιαστής του Όρεγκον, Ρον Γουάιντεν, ο οποίος αναμένεται να αναλάβει την προεδρία της Επιτροπής Οικονομικών της Γερουσίας, έχει επίσης αναδείξει ως βασική προτεραιότητα την κατάργηση των δασμών στον Καναδά, υποστηρίζοντας ότι αυξάνουν τις τιμές και πλήττουν τις τοπικές κοινωνίες και στις δύο πλευρές των συνόρων.
Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, ο εμπορικός πόλεμος με τον Καναδά εξετάζεται ως ο πρώτος στόχος της νομοθετικής αντεπίθεσης των Δημοκρατικών.
Στο μικροσκόπιο και οι εξαιρέσεις από τους δασμούς
Η αντιπαράθεση δεν θα περιοριστεί στην οικονομική αποτελεσματικότητα των δασμών.
Οι Δημοκρατικοί προετοιμάζουν παράλληλα κοινοβουλευτικές έρευνες για τον τρόπο με τον οποίο ο Τραμπ χορηγούσε εξαιρέσεις από τα δασμολογικά μέτρα.
Ο Τζέιμι Ράσκιν, επικεφαλής των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Δικαιοσύνης της Βουλής, ζήτησε στις 28 Οκτωβρίου από τον Αμερικανό πρόεδρο να παραδώσει σχετικά έγγραφα, καταγγέλλοντας ότι η δυνατότητα χορήγησης εξαιρέσεων χρησιμοποιήθηκε για προνομιακές συμφωνίες με επιχειρηματικούς κλάδους, οι εκπρόσωποι των οποίων είχαν προσφέρει δώρα στον Τραμπ.
Πρόκειται για καταγγελίες που εντάσσονται στη γενικότερη προσπάθεια των Δημοκρατικών να συνδέσουν το αυξημένο κόστος ζωής με ερωτήματα για τη διαφάνεια των κυβερνητικών αποφάσεων.
Την ίδια ώρα, η δασμολογική πολιτική του Λευκού Οίκου βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με δικαστικές προσφυγές.
Στις 20 Οκτωβρίου κατατέθηκε νέα προσφυγή κατά της χρήσης νομοθεσίας της εποχής της Μεγάλης Ύφεσης για την επιβολή δασμών 50% σε σειρά καναδικών προϊόντων.
Παράλληλα, άλλη δικαστική υπόθεση αφορά την προσπάθεια της κυβέρνησης να επαναφέρει, με διαφορετική νομική βάση, τους εκτεταμένους δασμούς της λεγόμενης «Ημέρας Απελευθέρωσης», τους οποίους το Ανώτατο Δικαστήριο είχε κρίνει παράνομους τον Φεβρουάριο.
Μετά την απόφαση αυτή, η κυβέρνηση υποχρεώθηκε να επιστρέψει δασμολογικά έσοδα ύψους 166 δισ. δολαρίων που είχαν εισπραχθεί βάσει της ακυρωθείσας πολιτικής.
Το εμπόδιο των 60 ψήφων και το βέτο του Τραμπ
Παρά την εκλογική τους επικράτηση, οι Δημοκρατικοί δεν διαθέτουν απεριόριστη δυνατότητα νομοθετικών παρεμβάσεων.
Στη Γερουσία δεν θα έχουν την πλειοψηφία των 60 ψήφων που απαιτείται για να ξεπεραστεί η διαδικασία παρεμπόδισης της ψήφισης νομοσχεδίων, το λεγόμενο filibuster. Αυτό σημαίνει ότι οι Ρεπουμπλικανοί θα εξακολουθήσουν να διαθέτουν σημαντικά μέσα για να μπλοκάρουν τις πρωτοβουλίες τους.
Ακόμη σημαντικότερο εμπόδιο αποτελεί το προεδρικό βέτο.
Για να παρακάμψει το Κογκρέσο ένα βέτο του Τραμπ απαιτείται πλειοψηφία δύο τρίτων τόσο στη Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και στη Γερουσία. Συνεπώς, οι Δημοκρατικοί θα χρειάζονταν σημαντική υποστήριξη από Ρεπουμπλικανούς βουλευτές και γερουσιαστές.
Ωστόσο, ακόμη και νομοσχέδια που τελικά θα απορριφθούν από τον πρόεδρο μπορούν να αποκτήσουν πολιτική σημασία, επιτρέποντας στους Δημοκρατικούς να αναδείξουν τις διαφορές τους με τον Λευκό Οίκο ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2028.
Όπως εξήγησε στο CNBC η Κιτ Τζόνσον, στέλεχος της BDO με ειδίκευση στο τελωνειακό και διεθνές εμπόριο, το Κογκρέσο θα μπορούσε επίσης να εξετάσει εναλλακτικές λύσεις, όπως η ενσωμάτωση σχετικών διατάξεων σε νομοσχέδια που είναι απαραίτητο να εγκριθούν ή η απευθείας διαπραγμάτευση με την κυβέρνηση.
Ο Τραμπ δεν κάνει πίσω
Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει ήδη καταστήσει σαφές ότι δεν σκοπεύει να εγκαταλείψει εύκολα την πολιτική του.
Μιλώντας τηλεφωνικά στο CNBC την επομένη των εκλογών, υποστήριξε ότι η κατάργηση των δασμών θα οδηγούσε σε άμεσο πάγωμα επενδύσεων στις ΗΠΑ.
«Αν καταργούσα τους δασμούς, έχουμε αυτή τη στιγμή 3.000 εργοστάσια υπό κατασκευή. Κάθε ένα από αυτά θα σταματούσε να κατασκευάζεται», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Ο Τραμπ παρουσιάζει τους δασμούς ως ένα ισχυρό διαπραγματευτικό εργαλείο που ταυτόχρονα ενισχύει τα δημόσια έσοδα και ενθαρρύνει τις επενδύσεις στην αμερικανική οικονομία.
Ωστόσο, οι οικονομικές επιπτώσεις της πολιτικής του βρίσκονται στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του μη κερδοσκοπικού οργανισμού Tax Foundation, οι δασμοί αύξησαν κατά 820 δολάρια τη μέση φορολογική επιβάρυνση των αμερικανικών νοικοκυριών το 2026.
Παράλληλα, σύμφωνα με το Penn Wharton Budget Model, τα συνολικά έσοδα από τους δασμούς μεταξύ Ιανουαρίου 2025 και Ιουλίου 2026 ανήλθαν σε περίπου 300 δισ. δολάρια, ποσό σημαντικά χαμηλότερο από εκείνο που θα απαιτούνταν για την υλοποίηση της υπόσχεσης Τραμπ περί καταβολής επιταγών 5.000 δολαρίων σε κάθε ενήλικο Αμερικανό.
Το κόστος αυτής της εξαγγελίας υπολογίζεται σε περίπου 1,2 τρισ. δολάρια.
Επιπλέον, περίπου 138 δισ. δολάρια από τα εισπραχθέντα έσοδα έχουν ήδη επιστραφεί μετά τη δικαστική απόφαση του Φεβρουαρίου, ενώ εκκρεμεί η επιστροφή σχεδόν 20 δισ. δολαρίων ακόμη.
Οι Ρεπουμπλικανοί και το επόμενο μέτωπο
Η πολιτική πίεση προς τον Λευκό Οίκο ενισχύεται και από τη στάση των ψηφοφόρων.
Σύμφωνα με δημοσκόπηση του CNBC που πραγματοποιήθηκε στις 3 Νοεμβρίου, το 65% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι οι δασμοί έχουν βλάψει την αμερικανική οικονομία, ενώ μόλις το 22% εκτιμά ότι είχαν θετική επίδραση.
Παράλληλα, αρκετοί Ρεπουμπλικανοί υποψήφιοι είχαν εκφράσει επιφυλάξεις για τους δασμούς ήδη κατά την προεκλογική περίοδο, καθώς οι Δημοκρατικοί συνέδεαν την ακρίβεια με την εμπορική πολιτική Τραμπ και τον πόλεμο στο Ιράν.
Το ερώτημα πλέον είναι κατά πόσο οι Ρεπουμπλικανοί στο Κογκρέσο θα συνεχίσουν να στηρίζουν τη δασμολογική πολιτική του προέδρου ή θα επιλέξουν να διαφοροποιηθούν, επιχειρώντας να ανασυνταχθούν ενόψει του 2028.
Άλλωστε, πριν από την πολιτική άνοδο του Τραμπ, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα υπήρξε επί δεκαετίες υπέρμαχος του ελεύθερου εμπορίου. Η επιστροφή σε αυτή την παράδοση θα μπορούσε να αποτελέσει ένα ακόμη πεδίο εσωκομματικής αντιπαράθεσης, την ώρα που οι Δημοκρατικοί ετοιμάζονται να αμφισβητήσουν έναν από τους κεντρικούς πυλώνες της οικονομικής πολιτικής του Λευκού Οίκου.





