Το πρωί της 4ης Νοεμβρίου, ο Ντόναλντ Τραμπ θα εξακολουθεί να είναι πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Το πολιτικό τοπίο, ωστόσο, μπορεί να είναι εντελώς διαφορετικό, ανάλογα με το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου, σύμφωνα με ανάλυση του Guardian.
Όπως υποδηλώνει και η ονομασία τους, οι ενδιάμεσες εκλογές διεξάγονται περίπου στα μισά της προεδρικής θητείας. Συχνά αποτελούν μια κρίσιμη δοκιμασία για τον εκάστοτε πρόεδρο και μια άτυπη ετυμηγορία των ψηφοφόρων για τις επιδόσεις του. Ο ίδιος ο Τραμπ ενθαρρύνει αυτή την προσέγγιση, καλώντας τους Αμερικανούς να ψηφίσουν σαν να ήταν και ο ίδιος υποψήφιος: «Προσποιηθείτε ότι είμαι στο ψηφοδέλτιο».
Το διακύβευμα είναι σαφές: θα καταφέρει το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα να διατηρήσει τον έλεγχο του Κογκρέσου ή θα αποκτήσουν οι Δημοκρατικοί τη δυνατότητα να ανακόψουν την κυβερνητική ατζέντα του προέδρου;
Οι Δημοκρατικοί επιδιώκουν να αξιοποιήσουν τη δυσαρέσκεια που καταγράφεται για τον Τραμπ, διεκδικώντας τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων και, ενδεχομένως, της Γερουσίας. Οι Ρεπουμπλικανοί, από την πλευρά τους, δίνουν μάχη για να διατηρήσουν τις πλειοψηφίες τους και να αποτρέψουν μια νέα περίοδο νομοθετικού αδιεξόδου, αλλά και εκτεταμένων ερευνών για τις ενέργειες του Λευκού Οίκου.
Τι κρίνεται στις εκλογές;
Το Κογκρέσο των ΗΠΑ, στην Ουάσιγκτον, αποτελείται από δύο σώματα: τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία. Και τα δύο πρέπει να εγκρίνουν την ομοσπονδιακή νομοθεσία προκειμένου αυτή να τεθεί σε ισχύ, ενώ διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο και στην εποπτεία της εκτελεστικής εξουσίας.
Η Βουλή των Αντιπροσώπων εκλέγεται κάθε δύο χρόνια, γεγονός που σημαίνει ότι και οι 435 έδρες της τίθενται σε διεκδίκηση σε κάθε εκλογική αναμέτρηση για το Κογκρέσο. Αντίθετα, η Γερουσία αριθμεί 100 μέλη με εξαετή θητεία, με αποτέλεσμα περίπου το ένα τρίτο των εδρών της να ανανεώνεται κάθε δύο χρόνια.
Στις φετινές εκλογές περιλαμβάνονται:
Και οι 435 έδρες της Βουλής των Αντιπροσώπων. Οι Ρεπουμπλικανοί υπερασπίζονται μια οριακή πλειοψηφία, ενώ οι Δημοκρατικοί χρειάζονται καθαρό κέρδος τεσσάρων εδρών για να αναλάβουν τον έλεγχο.
35 έδρες στη Γερουσία. Οι 33 αφορούν τις τακτικές εκλογές, ενώ δύο ειδικές αναμετρήσεις στη Φλόριντα και το Οχάιο θα καλύψουν το υπόλοιπο της θητείας εδρών που έμειναν κενές πρόωρα. Οι Ρεπουμπλικανοί διαθέτουν σήμερα 53 έδρες, έναντι 47 των Δημοκρατικών και των ανεξάρτητων γερουσιαστών που συνεργάζονται μαζί τους. Οι Δημοκρατικοί χρειάζονται καθαρό κέρδος τεσσάρων εδρών για να εξασφαλίσουν την πλειοψηφία.
39 κυβερνήσεις πολιτειών και εδαφών. Οι ψηφοφόροι θα εκλέξουν κυβερνήτες σε 36 πολιτείες και τρεις αμερικανικές επικράτειες.
Χιλιάδες έδρες σε πολιτειακά νομοθετικά σώματα, καθώς και τοπικούς αξιωματούχους, δικαστικούς εκπροσώπους και αποφάσεις μέσω δημοψηφισμάτων για ζητήματα όπως η φορολογία, τα δικαιώματα στην άμβλωση και οι εκλογικοί κανόνες.
Οι εκλογές για το Κογκρέσο θα καθορίσουν ποιο κόμμα θα έχει τον έλεγχο του νομοθετικού σώματος κατά τα δύο τελευταία χρόνια της δεύτερης προεδρικής θητείας του Τραμπ. Παράλληλα, οι αναμετρήσεις για τις κυβερνήσεις και τα πολιτειακά κοινοβούλια θα επηρεάσουν άμεσα την καθημερινότητα των Αμερικανών, από την εκπαίδευση και τα αναπαραγωγικά δικαιώματα έως τη φορολογία και τη διεξαγωγή των εκλογών.
Γιατί έχουν τόσο μεγάλη σημασία οι ενδιάμεσες εκλογές;
Ένα επαναλαμβανόμενο πολιτικό μοτίβο στις ΗΠΑ: το κόμμα του προέδρου συχνά χάνει έδαφος στις ενδιάμεσες εκλογές.
Η ιστορία δείχνει ότι οι ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν συχνά μια δύσκολη δοκιμασία για τον ένοικο του Λευκού Οίκου. Στις 18 από τις 20 προηγούμενες ενδιάμεσες εκλογικές αναμετρήσεις από το 1946, το κόμμα του προέδρου έχασε έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων – ποσοστό 90%.
Το μοτίβο, ωστόσο, δεν είναι απαράβατος κανόνας. Οι Ρεπουμπλικανοί του Τζορτζ Μπους του νεότερου κέρδισαν έδρες στις ενδιάμεσες εκλογές του 2002, στον απόηχο των τρομοκρατικών επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου. Αντίθετα, οι Δημοκρατικοί του Μπαράκ Ομπάμα υπέστησαν μια βαριά ήττα το 2010, ενώ οι Ρεπουμπλικανοί του Τραμπ έχασαν τον έλεγχο της Βουλής το 2018.
Οι Ρεπουμπλικανοί προσέρχονται στις εκλογές με ελάχιστα περιθώρια απωλειών στη Βουλή, ενώ στη Γερουσία διαθέτουν μεγαλύτερο αριθμητικό πλεονέκτημα.
Σύμφωνα με τον μέσο όρο των εθνικών δημοσκοπήσεων για την εκλογική προτίμηση των ψηφοφόρων, που συγκεντρώνει το RealClearPolitics, οι Δημοκρατικοί προηγούνταν των Ρεπουμπλικανών κατά 8,2 ποσοστιαίες μονάδες στις αρχές Οκτωβρίου. Ο Τραμπ έχει αναγκαστεί να πραγματοποιεί προεκλογικές συγκεντρώσεις ακόμη και σε πολιτείες που θεωρούνται ασφαλή προπύργια των Ρεπουμπλικανών.
Ωστόσο, η έντονη πολιτική πόλωση και οι διαδοχικές αναδιαμορφώσεις των εκλογικών περιφερειών έχουν περιορίσει τον αριθμό των πραγματικά αμφίρροπων αναμετρήσεων. Αυτό δυσκολεύει τη μετατροπή μιας πανεθνικής μετατόπισης της εκλογικής προτίμησης σε μεγάλη αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων. Σύμφωνα με εκτίμηση του πρακτορείου Reuters, μόλις 40 έως 50 εκλογικές περιφέρειες της Βουλής θεωρούνται πραγματικά ανταγωνιστικές.
Οι αναμετρήσεις που μπορεί να κρίνουν τη Γερουσία
Ορισμένες εκλογικές μάχες για τη Γερουσία έχουν ήδη αναδειχθεί σε κομβικά πεδία αντιπαράθεσης.
Στο Μίσιγκαν, ο προοδευτικός Αμπντούλ Ελ-Σαγιέν διεκδικεί να διατηρήσει την έδρα για τους Δημοκρατικούς, μετά την απόφαση του εν ενεργεία γερουσιαστή Γκάρι Πίτερς να μην είναι εκ νέου υποψήφιος. Στην Τζόρτζια, ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Τζον Όσοφ εμφανίζεται να διατηρεί σημαντικό δημοσκοπικό προβάδισμα έναντι του Ρεπουμπλικανού αντιπάλου του, Μάικ Κόλινς.
Στο Μέιν, πολιτεία την οποία κέρδισε η Δημοκρατική Κάμαλα Χάρις το 2024, η Ρεπουμπλικανή γερουσιαστής Σούζαν Κόλινς υπερασπίζεται την έδρα της απέναντι στον Δημοκρατικό Τρόι Τζάκσον.
Στο Οχάιο, ο Δημοκρατικός Σέροντ Μπράουν επιχειρεί να επιστρέψει στη Γερουσία, αντιμετωπίζοντας τον Ρεπουμπλικανό Τζον Χάστεντ.
Ιδιαίτερη προσοχή συγκεντρώνει και το Τέξας. Ο Δημοκρατικός Τζέιμς Ταλαρίκο αναμετράται με τον Ρεπουμπλικανό Κεν Πάξτον, γενικό εισαγγελέα της πολιτείας. Οι Ρεπουμπλικανοί έχουν δαπανήσει περίπου 210 εκατομμύρια δολάρια για να στηρίξουν τον Πάξτον, ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με σειρά σκανδάλων.
Κανένας Δημοκρατικός δεν έχει κερδίσει πολιτειακή εκλογή στο Τέξας από το 1994, ενώ ο Τραμπ επικράτησε στην πολιτεία με διαφορά σχεδόν 14 ποσοστιαίων μονάδων το 2024.
Κρίσιμες αναμετρήσεις αναμένονται επίσης στην Αλάσκα, το Κάνσας, την Αϊόβα, τη Βόρεια Καρολίνα και το Νιου Χάμσαϊρ. Τα αποτελέσματα σε αυτές τις πολιτείες θα μπορούσαν να αποδειχθούν καθοριστικά για τον έλεγχο της Γερουσίας.
Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν τους Δημοκρατικούς να προηγούνται στο Μέιν, τη Βόρεια Καρολίνα και το Κάνσας, ενώ οι αναμετρήσεις στην Αλάσκα και το Οχάιο παραμένουν ανταγωνιστικές.
Σε περίπτωση ισοπαλίας 50-50 στη Γερουσία, τον καθοριστικό ψήφο θα έχει ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος είναι Ρεπουμπλικανός.
Στη Βουλή των Αντιπροσώπων, η μάχη εκτείνεται σε δεκάδες εκλογικές περιφέρειες. Οι Ρεπουμπλικανοί προσπαθούν να διατηρήσουν ευάλωτες έδρες σε πολιτείες όπως η Νέα Υόρκη, το Τέξας και η Αϊόβα. Την ίδια στιγμή, οι Δημοκρατικοί καλούνται να υπερασπιστούν δικές τους έδρες σε περιφέρειες όπου οι αλλαγές στα εκλογικά όρια έχουν δυσκολέψει την επανεκλογή των υποψηφίων τους.
Σημαντικές είναι και οι αναμετρήσεις για τις κυβερνήσεις της Αλάσκας, της Αϊόβα, της Φλόριντα, της Τζόρτζια, του Οχάιο και του Τέξας.
Κόστος ζωής, μετανάστευση και Ιράν: Τα ζητήματα που κυριαρχούν
Το κόστος ζωής εξακολουθεί να βρίσκεται στην κορυφή των ανησυχιών των Αμερικανών. Οι Δημοκρατικοί δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην ακρίβεια, εστιάζοντας στις τιμές των τροφίμων, της στέγασης, των καυσίμων και της υγειονομικής περίθαλψης.
Ο πόλεμος στο Ιράν έχει προσθέσει έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας για τους Ρεπουμπλικανούς, ενισχύοντας την πίεση γύρω από τις οικονομικές και πολιτικές συνέπειες της σύγκρουσης.
Η μετανάστευση παραμένει ένα από τα πιο καθοριστικά ζητήματα της αναμέτρησης. Δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι πολλοί ψηφοφόροι θεωρούν πως η σκληρή προσέγγιση της Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνείων (ICE) έχει ξεπεράσει τα όρια. Η δυσαρέσκεια αυτή ενδέχεται να περιορίσει τα εκλογικά κέρδη που είχαν καταγράψει οι Ρεπουμπλικανοί μεταξύ των Λατινοαμερικανών ψηφοφόρων το 2024.
Στην προεκλογική ατζέντα βρίσκονται επίσης τα κέντρα δεδομένων, η τεχνητή νοημοσύνη, οι δασμοί, το διεθνές εμπόριο, τα δικαιώματα στην άμβλωση, οι εκλογικοί κανόνες και το μέλλον της αμερικανικής δημοκρατίας.
Την ίδια στιγμή, υποψήφιοι που συνδέονται με τον δημοκρατικό σοσιαλισμό σημείωσαν αξιοσημείωτες επιτυχίες στις προκριματικές εκλογές των Δημοκρατικών, ενισχύοντας τη δυναμική της αριστερής πτέρυγας του κόμματος.
Στις αναμετρήσεις που κρίνονται στο νήμα, ωστόσο, το εθνικό πολιτικό κλίμα δεν είναι πάντοτε ο καθοριστικός παράγοντας. Η προσωπική αξιοπιστία των υποψηφίων, οι δεσμοί τους με τις τοπικές κοινωνίες, η δυνατότητα προσέλκυσης ανεξάρτητων ψηφοφόρων και η ένταση της τηλεοπτικής διαφημιστικής εκστρατείας μπορούν να αποδειχθούν εξίσου σημαντικά.
Θα είναι ελεύθερες και δίκαιες οι εκλογές;
Η ακεραιότητα της εκλογικής διαδικασίας βρίσκεται υπό αυξημένο έλεγχο, με τις ανησυχίες να εκτείνονται από την εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους έως την επίσημη επικύρωση των αποτελεσμάτων.
Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα ενισχύσει τους φόβους γύρω από την ασφάλεια των αμερικανικών εκλογών, προβάλλοντας σειρά ισχυρισμών για υποτιθέμενες απειλές, πολλοί από τους οποίους έχουν χαρακτηριστεί παραπλανητικοί ή ψευδείς.
Το υπουργείο Δικαιοσύνης έχει προσφύγει στη δικαιοσύνη κατά πολιτειών, ζητώντας πρόσβαση στους πλήρεις εκλογικούς καταλόγους, χωρίς τις συνήθεις περικοπές προσωπικών δεδομένων. Στόχος είναι να διασταυρωθούν τα στοιχεία με ομοσπονδιακή βάση δεδομένων μετανάστευσης, προκειμένου να εντοπιστούν πρόσωπα που ενδέχεται να μην έχουν δικαίωμα ψήφου.
Ομοσπονδιακός δικαστής έκρινε παράνομη την πολιτική του υπουργείου, επικαλούμενος τα όρια των αρμοδιοτήτων του και τους κινδύνους που συνδέονται με την ανακρίβεια των δεδομένων.
Ανησυχίες έχουν διατυπωθεί επίσης για τη χρήση στοιχείων από τις υπηρεσίες επιβολής της μεταναστευτικής νομοθεσίας σε έρευνες για εκλογική απάτη, για τις προσπάθειες της κυβέρνησης να αλλάξει τους κανόνες της επιστολικής ψήφου και για το ενδεχόμενο ανάπτυξης ομοσπονδιακών παρατηρητών στα εκλογικά τμήματα.
Η NAACP, μία από τις σημαντικότερες οργανώσεις για τα πολιτικά δικαιώματα στις ΗΠΑ, έχει προσφύγει στη δικαιοσύνη κατά του σχεδιαζόμενου μέτρου, υποστηρίζοντας ότι η παρουσία των παρατηρητών θα μπορούσε να εκφοβίσει ψηφοφόρους.
Οι κίνδυνοι δεν τελειώνουν με το κλείσιμο της κάλπης. Οργανώσεις υπεράσπισης του εκλογικού δικαιώματος παρακολουθούν επίσης ενδεχόμενες πιέσεις προς τοπικούς αξιωματούχους για την επικύρωση των αποτελεσμάτων, μαζικές ενστάσεις κατά ψηφοδελτίων και δικαστικές διαμάχες που θα μπορούσαν να καθυστερήσουν ή να υπονομεύσουν την ομαλή ολοκλήρωση της εκλογικής διαδικασίας.
Τι θα συμβεί αν κερδίσουν οι Δημοκρατικοί;
Μια νίκη των Δημοκρατικών σε οποιοδήποτε από τα δύο σώματα του Κογκρέσου θα περιόριζε ουσιαστικά τη δυνατότητα του Τραμπ να προωθήσει την εσωτερική πολιτική του ατζέντα και θα επιτάχυνε τη μετατροπή του σε έναν πρόεδρο με μειωμένη πολιτική επιρροή, καθώς θα πλησιάζει το τέλος της θητείας του.
Εάν οι Δημοκρατικοί αναλάβουν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων, οι Ρεπουμπλικανοί δεν θα μπορούν πλέον να προωθούν νομοθεσία από αυτό το σώμα χωρίς τη συνεργασία της αντιπολίτευσης.
Μια δημοκρατική πλειοψηφία θα μπορούσε να ξεκινήσει έρευνες για την κυβέρνηση, να απαιτήσει έγγραφα και καταθέσεις και να θέσει ανώτατους αξιωματούχους του Λευκού Οίκου υπό διαρκή κοινοβουλευτικό έλεγχο. Παράλληλα, θα μπορούσε να αυξηθεί η πίεση από τη βάση των Δημοκρατικών για την έναρξη διαδικασίας παραπομπής του Τραμπ σε δίκη με το ενδεχόμενο καθαίρεσης.
Η Γερουσία, από την πλευρά της, έχει καθοριστικό ρόλο στην επικύρωση των διορισμών υπουργών, πρεσβευτών και ομοσπονδιακών δικαστών, συμπεριλαμβανομένων των δικαστών του Ανώτατου Δικαστηρίου.
Μια δημοκρατική πλειοψηφία θα μπορούσε να μπλοκάρει ή να καθυστερήσει πολλούς από τους διορισμούς του Τραμπ, αναγκάζοντας παράλληλα τον Λευκό Οίκο να διαπραγματεύεται με την αντιπολίτευση για την προώθηση της νομοθεσίας.
Ακόμη και αν οι Ρεπουμπλικανοί διατηρήσουν τον έλεγχο του ενός ή και των δύο σωμάτων, μια μικρότερη πλειοψηφία θα μπορούσε να δυσκολέψει σημαντικά τη διακυβέρνηση. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για νομοσχέδια που απαιτούν σχεδόν ομόφωνη στήριξη από τους ίδιους τους Ρεπουμπλικανούς.
Γιατί έχουν σημασία οι εκλογές σε πολιτείες και τοπικές κοινωνίες;
Οι εκλογές δεν αφορούν μόνο την Ουάσιγκτον. Οι κυβερνήτες και τα πολιτειακά κοινοβούλια διαθέτουν σημαντικές αρμοδιότητες σε ζητήματα όπως η πρόσβαση στην άμβλωση, η εκπαίδευση, η φορολογία και οι διαδικασίες ψηφοφορίας.
Τα πολιτειακά νομοθετικά σώματα διαδραματίζουν επίσης κεντρικό ρόλο στη χάραξη των ορίων των εκλογικών περιφερειών για τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Οι σχετικές διαδικασίες διαφέρουν από πολιτεία σε πολιτεία, ενώ ορισμένοι εκλογικοί χάρτες βρίσκονται αντιμέτωποι με δικαστικές προσφυγές ή καταρτίζονται από ανεξάρτητες επιτροπές.
Οι εκλογικοί κανόνες αποτελούν ακόμη ένα πεδίο έντονης αντιπαράθεσης. Σε αρκετές πολιτείες που ελέγχονται από τους Ρεπουμπλικανούς έχουν τεθεί σε ισχύ νέοι περιορισμοί σχετικά με την ταυτοποίηση των ψηφοφόρων, την εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους και την επιστολική ψήφο.
Οι υποστηρικτές των μέτρων υποστηρίζουν ότι ενισχύουν την ασφάλεια και την αξιοπιστία των εκλογών. Οι επικριτές τους, αντίθετα, προειδοποιούν ότι μπορεί να δυσκολέψουν την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος από πολίτες που πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις.
Οι διαφωνίες αυτές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία ο Τραμπ αμφισβητεί επανειλημμένα τις εκλογικές διαδικασίες και τη νομιμότητα αποτελεσμάτων που δεν τον ευνοούν.
Πότε θα γνωρίζουμε ποιος κέρδισε;
Η ψηφοφορία θα πραγματοποιηθεί την Τρίτη 3 Νοεμβρίου, αλλά το τελικό αποτέλεσμα ενδέχεται να μην είναι άμεσα γνωστό.
Οι οριακές αναμετρήσεις, οι διαφορετικοί κανόνες κάθε πολιτείας για την καταμέτρηση των πρόωρων και των επιστολικών ψήφων, καθώς και οι πιθανές επανακαταμετρήσεις και δικαστικές προσφυγές μπορούν να καθυστερήσουν την οριστικοποίηση των αποτελεσμάτων.
Όταν καταλαγιάσει η εκλογική αναμέτρηση, πάντως, η πολιτική αντιπαράθεση στις ΗΠΑ δεν θα σταματήσει. Σε μια χώρα όπου η προεκλογική εκστρατεία μοιάζει να μην τελειώνει ποτέ, το ενδιαφέρον θα στραφεί σύντομα στις προεδρικές εκλογές του 2028.
Και τα δύο κόμματα θα επιχειρήσουν να αξιοποιήσουν τα αποτελέσματα του Νοεμβρίου ως αφετηρία για την επόμενη μεγάλη μάχη: την κατάκτηση του Λευκού Οίκου.






