Παρά τη μεταβολή των κοινοβουλευτικών συσχετισμών, ο οίκος αξιολόγησης δεν θεωρεί ότι το αποτέλεσμα θα οδηγήσει κατ’ ανάγκη σε ριζική αναθεώρηση της οικονομικής πολιτικής των ΗΠΑ. Αντιθέτως, εκτιμά ότι η επόμενη διετία είναι πιθανότερο να σημαδευτεί από νομοθετικά εμπόδια και θεσμικές συγκρούσεις, παρά από εκτεταμένες αλλαγές στη φορολογία και τις δημόσιες δαπάνες.
Οι νέοι συσχετισμοί δεν εξασφαλίζουν στους Δημοκρατικούς απεριόριστη δυνατότητα προώθησης της ατζέντας τους. Για την έγκριση σημαντικών νομοθετικών παρεμβάσεων θα χρειαστούν διακομματικές συναινέσεις, ενώ οι Ρεπουμπλικανοί θα εξακολουθούν να διαθέτουν μέσα κοινοβουλευτικής αναχαίτισης, όπως το filibuster στη Γερουσία, καθώς και τη δυνατότητα άσκησης προεδρικού βέτο από τον Ντόναλντ Τραμπ.
Στις προτεραιότητες των Δημοκρατικών αναμένεται να περιλαμβάνονται η ανατροπή περικοπών στο πρόγραμμα Medicaid και η επαναφορά επιδοτήσεων στο πλαίσιο του Affordable Care Act. Ωστόσο, οι πολιτικοί και θεσμικοί περιορισμοί εκτιμάται ότι θα δυσκολέψουν την υλοποίηση ευρύτερων αλλαγών στο φορολογικό και δημοσιονομικό πεδίο.
Το πρώτο τεστ στις 11 Δεκεμβρίου
Η πρώτη σημαντική δοκιμασία για τη λειτουργία του ομοσπονδιακού κράτους αναμένεται στις 11 Δεκεμβρίου, ημερομηνία κατά την οποία λήγει η ισχύουσα προσωρινή χρηματοδότηση της κυβέρνησης (Continuing Resolution).
Η Morningstar DBRS εκτιμά ότι οι πιθανότητες έγκρισης ενός πλήρους προϋπολογισμού πριν από τη λήξη της κοινοβουλευτικής περιόδου είναι περιορισμένες. Ως εκ τούτου, το απερχόμενο Κογκρέσο, στο οποίο εξακολουθούν να έχουν την πλειοψηφία οι Ρεπουμπλικανοί, θα κληθεί πιθανότατα να εγκρίνει νέα προσωρινή χρηματοδότηση. Στόχος θα είναι να αποτραπεί η αναστολή λειτουργίας ομοσπονδιακών υπηρεσιών έως την ορκωμοσία του νέου Κογκρέσου, στις 3 Ιανουαρίου 2027.
Εξίσου κρίσιμο ζήτημα για την επόμενη περίοδο θα είναι η αύξηση του ορίου του δημόσιου χρέους, η οποία θα πρέπει να πραγματοποιηθεί εντός του 2027. Η DBRS εκτιμά ότι τελικά θα επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας εγκαίρως.
Παράλληλα, προειδοποιεί ότι μια ενδεχόμενη αποτυχία συνεννόησης θα μπορούσε να έχει αρνητικές συνέπειες για την αμερικανική οικονομία. Σε περίπτωση που το υπουργείο Οικονομικών καθυστερήσει σημαντικά την εξυπηρέτηση υποχρεώσεων πλην του χρέους, δεν αποκλείεται ακόμη και το ενδεχόμενο υποβάθμισης της πιστοληπτικής αξιολόγησης των ΗΠΑ.
Στο επίκεντρο οι έρευνες για την κυβέρνηση Τραμπ
Η ενίσχυση του εποπτικού και ελεγκτικού ρόλου του Κογκρέσου αναμένεται να αποτελέσει ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της νέας κοινοβουλευτικής περιόδου. Σύμφωνα με την ανάλυση της DBRS, οι Δημοκρατικοί ενδέχεται να αξιοποιήσουν τις αρμοδιότητές τους για τη διεξαγωγή ακροάσεων και ερευνών σε ζητήματα που αφορούν ομοσπονδιακές συμβάσεις, την εφαρμογή της μεταναστευτικής πολιτικής, καθώς και τις επιχειρηματικές δραστηριότητες της οικογένειας Τραμπ.
Την ίδια ώρα, η δημοκρατική πλειοψηφία στη Γερουσία αναμένεται να δυσχεράνει την επικύρωση διορισμών σε υπουργικές θέσεις, στην ομοσπονδιακή δικαιοσύνη και στη διοίκηση της Federal Reserve. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι Ρεπουμπλικανοί ενδέχεται να επιδιώξουν την προώθηση όσο το δυνατόν περισσότερων διορισμών πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του νέου Κογκρέσου.
Περιορισμένες οι αλλαγές σε εμπόριο και εξωτερική πολιτική
Σε ό,τι αφορά την εξωτερική και εμπορική πολιτική, η Morningstar DBRS δεν προβλέπει ουσιαστική μεταβολή της υφιστάμενης κατεύθυνσης. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ διατηρεί σημαντικές εξουσίες στη διαχείριση των διεθνών σχέσεων, ενώ τα περιθώρια παρέμβασης του Κογκρέσου στις εκτελεστικές αποφάσεις για τους δασμούς παραμένουν περιορισμένα.
Οι Δημοκρατικοί θα μπορούσαν, ωστόσο, να επιχειρήσουν να επηρεάσουν τις σχετικές αποφάσεις μέσω του κοινοβουλευτικού ελέγχου και της διαδικασίας έγκρισης των δημόσιων δαπανών. Η χρηματοδότηση της Ουκρανίας αναφέρεται ως χαρακτηριστικό πεδίο στο οποίο θα μπορούσε να διαμορφωθεί διακομματική υποστήριξη.
Περιθώρια συνεννόησης ενδέχεται να υπάρξουν και σε επιμέρους τομείς, όπως οι ενεργειακές υποδομές και η ρύθμιση της τεχνητής νοημοσύνης. Σε αυτά τα ζητήματα, οι ανησυχίες για το κόστος ζωής, αλλά και η ταχεία επέκταση των data centers, θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως κοινά σημεία αναφοράς για τις δύο πλευρές.
Το βλέμμα στις προεδρικές εκλογές του 2028
Όπως επισημαίνουν ο Michael Heydt, ανώτερος αντιπρόεδρος και επικεφαλής του τομέα Global Sovereign Ratings, και ο Thomas R. Torgerson, Managing Director της ίδιας μονάδας, η επόμενη διετία αναμένεται να χαρακτηρίζεται από περιορισμένη νομοθετική δραστηριότητα.
Σύμφωνα με την εκτίμησή τους, ο Λευκός Οίκος είναι πιθανό να στρέψει μεγαλύτερο μέρος της προσοχής του στην εξωτερική πολιτική, ενώ οι Δημοκρατικοί αναμένεται να δώσουν έμφαση στις κοινοβουλευτικές έρευνες και σε νομοθετικές πρωτοβουλίες με πολιτικό αποτύπωμα, ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2028.
Για τις αγορές, επομένως, το βασικό ζήτημα δεν είναι τόσο η προοπτική άμεσης αλλαγής της οικονομικής πολιτικής, όσο η αβεβαιότητα που ενδέχεται να προκύψει από τις δημοσιονομικές διαπραγματεύσεις, τη λειτουργία του ομοσπονδιακού κράτους και τις σχέσεις μεταξύ της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας. Αυτό είναι, σύμφωνα με την ανάλυση της Morningstar DBRS, το βασικό χαρακτηριστικό του νέου πολιτικού σκηνικού στην Ουάσιγκτον.



