Στο επίκεντρο βρίσκεται η αξιοποίηση της ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή ως βασικής πλατφόρμας για την επέκταση της Masdar στις ευρωπαϊκές αγορές, με την ανάπτυξη νέων έργων ΑΠΕ, την προσθήκη συστημάτων αποθήκευσης και τη σύνδεση της καθαρής ηλεκτροπαραγωγής με τις αυξανόμενες ανάγκες μεγάλων ενεργειακών καταναλωτών, όπως τα data centers.
Το στίγμα αυτής της στρατηγικής έδωσε, μάλιστα, πριν λίγες μέρες, ο διευθύνων σύμβουλος της ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή, Αριστοτέλης Χαντάβας, μιλώντας στο συνέδριο Investopia Mediterranean-Athens, όπου αναδείχθηκε η προοπτική ενίσχυσης των οικονομικών και επενδυτικών δεσμών Ελλάδας και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.
Όπως σημείωσε, η επένδυση της Masdar στην ελληνική εταιρεία, ύψους άνω των 3 δισ. ευρώ, δεν εξαντλείται στη σημασία της συναλλαγής, αλλά δημιουργεί τις προϋποθέσεις για τον συνδυασμό της τεχνογνωσίας της ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή με τη διεθνή επενδυτική δυναμική της Masdar. Στόχος, όπως ανέφερε, είναι η αξιοποίηση της ελληνικής εταιρείας ως βασικού κόμβου για την ανάπτυξη του ομίλου στην ευρύτερη περιοχή.
Η συμφωνία για τον «Ενιπέα» αποτελεί την πρώτη μεγάλη κίνηση που αποτυπώνει αυτή τη μετάβαση από την εξαγορά στην ανάπτυξη νέων επενδύσεων.
Η ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή ως βάση για την ευρωπαϊκή επέκταση της Masdar
Η στρατηγική που περιέγραψε ο Αριστοτέλης Χαντάβας στηρίζεται στη σύζευξη δύο διαφορετικών πλεονεκτημάτων: της μακρόχρονης παρουσίας και τεχνογνωσίας της ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή στον κλάδο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και της διεθνούς επενδυτικής εμβέλειας της Masdar, η οποία αναπτύσσει δραστηριότητα σε ένα ευρύ φάσμα αγορών.
Σύμφωνα με τον CEO της ελληνικής εταιρείας, επιδίωξη είναι η δημιουργία ενός ισχυρού περιφερειακού παίκτη στον τομέα των ΑΠΕ, με αξιοποίηση των δυνατοτήτων και των δύο ομίλων. Όπως ανέφερε, η διαδικασία έχει ήδη ξεκινήσει, με την ενσωμάτωση υφιστάμενων έργων της Masdar στο χαρτοφυλάκιο της ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή και την παράλληλη επέκταση σε διαφορετικές γεωγραφικές αγορές.
Η ελληνική εταιρεία καλείται, επομένως, να διαδραματίσει ρόλο μεγαλύτερο από εκείνον ενός εγχώριου παραγωγού πράσινης ενέργειας. Στον σχεδιασμό της Masdar, αναδεικνύεται σε επιχειρησιακό και επενδυτικό κόμβο για την ανάπτυξη νέων έργων στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η συμφωνία για τον «Ενιπέα», η οποία αποτελεί την πρώτη μεγάλη συναλλαγή στην ελληνική αγορά μετά την αλλαγή ιδιοκτησίας και προσφέρει μια πρώτη ένδειξη για την κατεύθυνση των επενδύσεων που ακολουθούν.
Η Masdar απέκτησε αρχικά το 70% της ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή τον Νοέμβριο του 2024 και ολοκλήρωσε την απόκτηση του 100% τον Απρίλιο του 2025. Η συναλλαγή αποτίμησε την ελληνική εταιρεία στα 3,2 δισ. ευρώ και αποτέλεσε μία από τις μεγαλύτερες ενεργειακές συμφωνίες στην ελληνική αγορά.
Το συνολικό επενδυτικό πρόγραμμα που συνδέεται με τη στρατηγική ανάπτυξης του ομίλου ανέρχεται σε 5,5 δισ. ευρώ, με στόχο τη δημιουργία χαρτοφυλακίου 6 GW στη Νοτιοανατολική και Κεντρική Ευρώπη έως το 2030. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πλέον ποιο μερίδιο αυτών των κεφαλαίων θα κατευθυνθεί στην Ελλάδα και ποια έργα θα αναλάβει να αναπτύξει η ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή.
Ο «Ενιπέας» με μπαταρίες και δύο ιδιόκτητους υποσταθμούς
Το φωτοβολταϊκό έργο «Ενιπέας», ισχύος άνω των 550 MW, αποτελεί το πρώτο συγκεκριμένο πεδίο, πάντως, εφαρμογής της νέας στρατηγικής. Η Masdar σχεδιάζει, μάλιστα, να ενισχύσει την εγκατάσταση με συστήματα αποθήκευσης μέσω μπαταριών, διευρύνοντας τις δυνατότητες αξιοποίησης της παραγόμενης ενέργειας.
Η εταιρεία δεν έχει προσδιορίσει ακόμη την ισχύ ή τη χωρητικότητα των συστημάτων που σχεδιάζει να προσθέσει. Η επιλογή, ωστόσο, εντάσσεται σε μια ευρύτερη μεταβολή της αγοράς, καθώς η αύξηση της παραγωγής από ΑΠΕ καθιστά ολοένα σημαντικότερη τη δυνατότητα αποθήκευσης και μεταφοράς της ενέργειας σε ώρες αυξημένης ζήτησης.
Η συγκεκριμένη κατεύθυνση συνδέεται και με τις θέσεις που διατύπωσε ο Αριστοτέλης Χαντάβας για την ανάγκη επιτάχυνσης της ανάπτυξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, σε συνδυασμό με επενδύσεις που εξασφαλίζουν μεγαλύτερη ευελιξία στο ηλεκτρικό σύστημα.
Όπως υπογράμμισε, η πρόοδος των τεχνολογιών αποθήκευσης συμβάλλει στην αντιμετώπιση των τεχνικών προκλήσεων που συνδέονται με τη μεταβλητότητα της παραγωγής από ΑΠΕ. Στο ίδιο πλαίσιο αναφέρθηκε και στη μεγάλη επένδυση αντλησιοταμίευσης που βρίσκεται υπό κατασκευή στην Ελλάδα, ως παράδειγμα των λύσεων που μπορούν να υποστηρίξουν την περαιτέρω διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών.
Πέρα από τις μονάδες παραγωγής, η συμφωνία για τον «Ενιπέα» περιλαμβάνει και δύο ιδιόκτητους υποσταθμούς που συνδέουν το έργο με το Σύστημα Μεταφοράς. Οι υποδομές αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η πρόσβαση στο δίκτυο αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την ανάπτυξη νέων έργων ΑΠΕ.
Το συνολικό επενδυτικό κόστος του έργου ανέρχεται σε 395,15 εκατ. ευρώ. Για τη χρηματοδότησή του έχει εξασφαλιστεί μακροπρόθεσμο δάνειο 315,34 εκατ. ευρώ από τη Eurobank και το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Από το ποσό αυτό, τα 170 εκατ. ευρώ προέρχονται από πόρους του RRF και τα 145,34 εκατ. ευρώ από τη Eurobank, η οποία είναι ο αποκλειστικός εμπορικός τραπεζικός χρηματοδότης. Η ίδια συμμετοχή της Lightsource bp ανέρχεται σε 79,82 εκατ. ευρώ.
Η ολοκλήρωση της εξαγοράς τελεί υπό την προϋπόθεση εξασφάλισης των απαιτούμενων ρυθμιστικών εγκρίσεων και εκπλήρωσης των συνήθων συμβατικών όρων, με τη Masdar να τοποθετεί χρονικά το κλείσιμο της συναλλαγής έως το τέλος του έτους.
Ενεργειακή ασφάλεια και ανταγωνιστικότητα: Το επιχείρημα υπέρ των ΑΠΕ
Πέρα από την ανάπτυξη νέων έργων, ο Αριστοτέλης Χαντάβας ανέδειξε την ενεργειακή ασφάλεια ως ένα από τα βασικά οφέλη της ενίσχυσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Όπως σημείωσε, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας σε τοπικό επίπεδο περιορίζει την εξάρτηση από εξωτερικές πηγές εφοδιασμού και ενισχύει την ανθεκτικότητα των οικονομιών. Στη συλλογιστική αυτή, οι ΑΠΕ αποτελούν βασικό εργαλείο για την ενίσχυση της ενεργειακής αυτονομίας, καθώς επιτρέπουν στις χώρες να αξιοποιούν εγχώριους φυσικούς πόρους για την κάλυψη μέρους των ενεργειακών τους αναγκών.
Ο επικεφαλής της ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή στάθηκε παράλληλα στο κόστος της ενέργειας και στη σύνδεσή του με την ανταγωνιστικότητα. Σύμφωνα με την προσέγγισή του, η επιτάχυνση των επενδύσεων σε ΑΠΕ μπορεί να προσφέρει στις ευρωπαϊκές οικονομίες πρόσβαση σε άφθονη και οικονομικά προσιτή ηλεκτρική ενέργεια, δημιουργώντας ευνοϊκότερες συνθήκες για την προσέλκυση νέων παραγωγικών και τεχνολογικών επενδύσεων.
Αντίθετα, οι καθυστερήσεις στην ανάπτυξη νέας παραγωγικής δυναμικότητας ενδέχεται να περιορίσουν τις δυνατότητες των ευρωπαϊκών χωρών να ανταγωνιστούν διεθνώς για επενδύσεις που απαιτούν μεγάλες ποσότητες ενέργειας.
Η διάσταση αυτή αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα σε μια περίοδο κατά την οποία η τεχνητή νοημοσύνη, οι υπηρεσίες cloud και οι ψηφιακές υποδομές αυξάνουν σημαντικά τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας. Για τη Masdar και την ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή, η ανάπτυξη νέων έργων ΑΠΕ μπορεί να αποτελέσει μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής που συνδέει την παραγωγή ενέργειας με την κάλυψη αυτών των νέων αναγκών.
Η Khazna και το στοίχημα των πράσινων data centers
Η σύνδεση της καθαρής ενέργειας με τις ψηφιακές υποδομές αποτυπώνεται και στη συνεργασία της Masdar με την Khazna Data Centers. Οι δύο πλευρές υπέγραψαν Μνημόνιο Κατανόησης για τη διερεύνηση της ανάπτυξης «πράσινων» data centers στην Ελλάδα, ανοίγοντας ένα νέο πεδίο πιθανών επενδύσεων.
Η Khazna, με έδρα τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, διαθέτει 30 data centers σε λειτουργία και χαρτοφυλάκιο συνολικής ισχύος 673 MW. Η δραστηριότητά της συνδέεται με την ανάπτυξη ψηφιακών υποδομών που καλύπτουν τις αυξανόμενες ανάγκες της τεχνητής νοημοσύνης και του cloud.
Πίσω από την εταιρεία βρίσκεται η G42, ο τεχνολογικός όμιλος του Άμπου Ντάμπι με δραστηριότητα στην τεχνητή νοημοσύνη και τις ψηφιακές υποδομές. Στο μετοχικό κεφάλαιο της Khazna συμμετέχουν επίσης η MGX και η αμερικανική Silver Lake ως στρατηγικοί μειοψηφικοί επενδυτές.
Η διεθνής επέκταση της Khazna περιλαμβάνει και την Ιταλία, όπου έχει συμφωνήσει με την Eni για την ανάπτυξη AI Data Center Campus ισχύος 500 MW κοντά στο Μιλάνο, στο πλαίσιο σχεδιασμού που μπορεί να φτάσει το 1 GW στη χώρα.
Στην Ελλάδα, η συνεργασία με τη Masdar στοχεύει στη διερεύνηση λύσεων που θα συνδυάζουν την ανάπτυξη data centers με την παραγωγή καθαρής ηλεκτρικής ενέργειας και συστήματα αποθήκευσης. Με αυτό το μοντέλο, η Masdar μπορεί να αξιοποιήσει την εμπειρία της στις ΑΠΕ, ενώ η Khazna συνεισφέρει την τεχνογνωσία στον σχεδιασμό και τη λειτουργία των ψηφιακών εγκαταστάσεων.
Το επενδυτικό σχέδιο των 5,5 δισ. ευρώ και η επόμενη ημέρα
Η συμφωνία, πάντως, για τον «Ενιπέα» και η συνεργασία με την Khazna αποτυπώνουν δύο συμπληρωματικές κατευθύνσεις της στρατηγικής που επιχειρεί να αναπτύξει η Masdar μέσω της ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή, δηλαδή, την ενίσχυση της παραγωγής πράσινης ενέργειας και τη σύνδεσή της με τις νέες ανάγκες της οικονομίας.
Η φιλοδοξία, όπως την περιέγραψε ο Αριστοτέλης Χαντάβας, είναι η δημιουργία ενός ισχυρού περιφερειακού ομίλου ΑΠΕ, ο οποίος θα συνδυάζει την τεχνογνωσία της ελληνικής εταιρείας με την επενδυτική ισχύ και τη διεθνή παρουσία της Masdar.
Το σχέδιο των 5,5 δισ. ευρώ, με στόχο χαρτοφυλάκιο 6 GW έως το 2030, αποτελεί τον βασικό ορίζοντα αυτής της προσπάθειας. Η επιτυχία του θα εξαρτηθεί από την ταχύτητα υλοποίησης νέων έργων, τη διαθεσιμότητα δικτυακών υποδομών, την ανάπτυξη λύσεων αποθήκευσης και την ικανότητα των δύο ομίλων να αξιοποιήσουν νέες αγορές και ενεργειακές ανάγκες. Έτσι, η «Ενιπέας» αποτελεί το πρώτο σημαντικό βήμα.



