Σε συζήτηση με τον Τσαρλς Λίτσφιλντ του Atlantic Council, στο πλαίσιο εκδήλωσης με αντικείμενο την ενίσχυση της παραγωγικότητας στην Ευρώπη, ο κ. Πιερρακάκης στάθηκε στις πιέσεις που αντιμετωπίζουν οι αγορές ομολόγων, καθώς και στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται στο διεθνές χρηματοπιστωτικό περιβάλλον.
Σημειώνεται πως η συζήτηση έλαβε χώρα στη Μπανγκόκ, στο περιθώριο της Ετήσιας Συνόδου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας.
«Η δημοσιονομική αξιοπιστία είναι εθνική ισχύς. Και αποτελεί στρατηγικό πόρο», σημείωσε χαρακτηριστικά ο υπουργός.
Οι πιέσεις στις αγορές ομολόγων
Ο υπουργός αναφέρθηκε στις νέες συνθήκες που επικρατούν στις αγορές ομολόγων, επισημαίνοντας ότι το κόστος δανεισμού ακολουθεί ανοδική πορεία, καθώς έχει πλέον παρέλθει η περίοδος κατά την οποία το κεφάλαιο ήταν φθηνό και άφθονο. Όπως σημείωσε, οι επενδυτές αποτιμούν πλέον υψηλότερα τους κινδύνους, υπό την επίδραση των πληθωριστικών προσδοκιών, των γεωπολιτικών αναταράξεων, των πιέσεων στις τιμές της ενέργειας και των δυσλειτουργιών στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες.
Παράλληλα, στις αιτίες που επιβαρύνουν το χρηματοπιστωτικό περιβάλλον συμπεριέλαβε τις αυξημένες χρηματοδοτικές ανάγκες για επενδύσεις στην Τεχνητή Νοημοσύνη, αλλά και τη δυσμενέστερη δημοσιονομική εικόνα που παρουσιάζουν αρκετές χώρες. Σύμφωνα με τον ίδιο, η ταυτόχρονη επίδραση αυτών των παραγόντων ασκεί ανοδικές πιέσεις στις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων.
Αποτυπώνοντας το μέγεθος της μεταβολής, ο κ. Πιερρακάκης παρουσίασε στοιχεία για την Ευρώπη, σύμφωνα με τα οποία η μέση απόδοση των δεκαετών ομολόγων έχει αυξηθεί από 1,1% το 2016 σε 4% σήμερα. Την ίδια στιγμή, το μέσο δημοσιονομικό έλλειμμα των ευρωπαϊκών χωρών έχει διευρυνθεί από 1,7% σε 3,5%.
Όπως υπογράμμισε, οι αγορές αξιολογούν πλέον με ιδιαίτερη προσοχή την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών, καθιστώντας τη δημοσιονομική πειθαρχία κρίσιμο παράγοντα για την εμπιστοσύνη των επενδυτών και την αξιολόγηση της πιστοληπτικής θέσης κάθε χώρας.
Οι αμυντικές δαπάνες και η ενεργειακή ασφάλεια
Εστιάζοντας στην Ελλάδα και στο ύψος των αμυντικών δαπανών της, ο υπουργός επισήμανε ότι η χώρα διέθετε ήδη σημαντικούς πόρους για την άμυνα σε σχέση με το ΑΕΠ της, προχωρώντας, ωστόσο, σε αλλαγές με στόχο την πιο αποδοτική αξιοποίηση των συγκεκριμένων κονδυλίων.
Όπως εξήγησε, η ελληνική προσέγγιση επικεντρώνεται πλέον σε επενδύσεις με πιο στοχευμένο χαρακτήρα, στις οποίες περιλαμβάνεται και η ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας.
Παράλληλα, συνέδεσε τις σχετικές επιλογές με την ανάγκη προστασίας των πολιτών από την επιβάρυνση που προκαλεί η άνοδος των ενεργειακών τιμών. Όπως τόνισε, οι κυβερνήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με τη διπλή πρόκληση να διαφυλάσσουν τη δημοσιονομική σταθερότητα και, ταυτόχρονα, να λαμβάνουν μέτρα στήριξης για τα νοικοκυριά που πλήττονται από το αυξημένο ενεργειακό κόστος.
«Υπάρχουν άνθρωποι που μας παρακολουθούν και χρειάζονται αυτή τη στήριξη λόγω των αυξημένων τιμών της ενέργειας», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες που παρέχουν τέτοιου είδους ενίσχυση.



