«Κανένας δεν σέβεται κάποιον που δεν υπερασπίζεται τα δίκαια του, τις αρχές του, την πατρίδα του. Και κανένας δεν λαμβάνει υπ’ όψιν του σοβαρά αυτόν που δεν αντέχει να ορθώσει το ανάστημά του όταν θίγεται», είπε ο πρώην πρωθυπουργός, εκπέμποντας ένα μήνυμα προς πάσα κατεύθυνση, ενώ παράλληλα απέρριψε την άποψη ότι η Ελλάδα «υπερβάλλει σχετικά με την στάση της Τουρκίας» διατυπώνοντας δήθεν «μαξιμαλιστικές θέσεις».
«Η προσέγγιση αυτή πάσχει θεμελιωδώς», είπε ο κ. Καραμανλής, καθώς «ερμηνεύει απολύτως εσφαλμένα την τουρκική στόχευση».
«Διότι δεν πρόκειται ούτε περί παρεξήγησης, ούτε περί μιας δευτερεύουσας διαφοράς που με επίδειξη θετικής διάθεσης και αμοιβαίων υποχωρήσεων δύναται να διευθετηθεί. Αν ήταν έτσι, η ελληνοτουρκική διένεξη θα είχε λυθεί προ πολλού», συμπλήρωσε, εξηγώντας πως όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις, από το 1974 και μετά, δοκίμασαν μια τέτοια συνεννόηση μέσω διαλόγου και καλλιέργειας κλίματος ύφεσης· «ματαίως όπως έμπρακτα απεδείχθη».
Αρνητική εξέλιξη η κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου
«Αναμφίβολα αρνητική εξέλιξη για τα εθνικά μας συμφέροντα», χαρακτήρισε ο πρώην πρωθυπουργός την κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από το λιβυκό Κοινοβούλιο, διότι μπορεί μεν να μην παράγει νομικά αποτελέσματα, είναι όμως επίδειξη δύναμης, επιρροής και πρόκλησης τετελεσμένων, από τους γείτονες».
Ο κ. Καραμανλής, επέρριψε επίσης ευθύνες σε «συμμάχους και εταίρους», λέγοντας:
«Δεν είναι άμοιροι ευθυνών σύμμαχοι και εταίροι. Όταν παριστάνουν τον επιτήδειο ουδέτερο και κρατούν ίσες αποστάσεις μεταξύ θύτη και θύματος. (…) Και από πάνω έρχονται και πρόσθετες απαιτήσεις εκ μέρους συμμάχων και εταίρων. Μη μιλάτε με τους Ρώσους, μη συνεργάζεστε με του Κινέζους, στηρίξτε την Αλβανία για ένταξη στην ΕΕ παρότι κάνει τα μύρια όσα σε βάρος της ελληνικής μειονότητας, αποδεχθείτε την ετεροβαρή συμφωνία των Πρεσπών, αναγνωρίστε το Κοσυφοπέδιο, στείλτε όπλα στην Ουκρανία, ξεχάστε τις γερμανικές αποζημιώσεις για τα αίσχη και ανοσιουργήματα της Κατοχής, υιοθετείστε άκριτα τις υπερβολές της woke agenda, γιατί έτσι το θέλει μια κοσμοπολίτικη ελίτ χωρίς πατρίδα, χωρίς ρίζες, χωρίς σεβασμό στην ιστορική διαδρομή και την εθνική ταυτότητα».
Και κορύφωσε την κριτική του αναφέροντας:
«Θα ακουστεί και πάλι ο γνωστός αντίλογος. Μα μήπως γινόμαστε κουραστικοί, μονότονοι, ενοχλητικοί με τις μόνιμες διαμαρτυρίες και αντιρρήσεις μας; Μήπως δεν πρέπει να απασχολούμε τους άλλους με τα δικά μας, ειδικά όταν σύμμαχοι και εταίροι ασχολούνται με τα μεγάλα; Μήπως χαρακτηριστούμε μεμψίμοιροι αναφερόμενοι, επαναλαμβανόμενα, στο Αιγαίο, στην ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα, στην Κύπρο, στην στάση των Σκοπίων; Αυτή η προσέγγιση είναι η επιτομή της υποτέλειας. Κανένας δεν σέβεται κάποιον που δεν υπερασπίζεται τα δίκαια του, τις αρχές του, την πατρίδα του. Και κανένας δεν λαμβάνει υπ’ όψιν του σοβαρά αυτόν που δεν αντέχει να ορθώσει το ανάστημά του όταν θίγεται.
Τέλος, σχετικά με τις εξελίξεις στην Ευρώπη σημείωσε:
«Το ισχύον κοινωνικοπολιτικό μοντέλο αμφισβητείται και απονομιμοποιείται. Οι εύκολοι και αβασάνιστοι αφορισμοί από τις ευημερούσες ελίτ και τα συστημικά μέσα ενημέρωσης περί ακροδεξιάς επέλασης, ψεκασμένων και παρασυρμένων από ανέξοδους λαϊκισμούς, όχι απλώς δεν συνιστά επαρκή απάντηση, αλλά στην ουσία επιβαρύνει την κατάσταση. Όταν οι σταθεροί ψηφοφόροι των παραδοσιακών κομμάτων στην Γερμανία, την Γαλλία και την Αγγλία εγκαταλείπουν μαζικά την μόνιμη πολιτική τους στέγη, κάτι πολύ σοβαρό συμβαίνει. Το λέω και το επαναλαμβάνω γιατί με ανησυχεί βαθύτατα, για το μέλλον της Ευρώπης και των κρατών μελών της. Η απονομιμοποίηση του μεταπολεμικού κοινωνικού και πολιτικού οικοδομήματος με ευθύνη της Ευρωπαϊκής άρχουσας τάξης, πολιτικής και οικονομικής, έρχεται καλπάζοντας και βάζει σε κίνδυνο την ομαλότητα, την κοινωνική συνοχή και ηρεμία, τον τρόπο ζωής που γνωρίσαμε».



