• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Στις αδυναμίες του ελληνικού φορολογικού συστήματος οι φόροι στα ακίνητα
08:38 - 20 Οκτ 2026

Στις αδυναμίες του ελληνικού φορολογικού συστήματος οι φόροι στα ακίνητα

Δες περισσότερα άρθρα του Reporter.gr όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Στην 30ή θέση μεταξύ των 38 χωρών του ΟΟΣΑ ως προς τη φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας κατατάσσεται η Ελλάδα, σύμφωνα με τον Δείκτη Διεθνούς Φορολογικής Ανταγωνιστικότητας 2026, που δημοσιεύει στη χώρα μας το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ), σε συνεργασία με το Tax Foundation. Η επίδοση αυτή αναδεικνύει τις αδυναμίες του ελληνικού φορολογικού συστήματος στον τομέα της ιδιοκτησίας, με τις πολλαπλές φορολογικές επιβαρύνσεις να αποτελούν ένα από τα πεδία που, σύμφωνα με τη μελέτη, χρήζουν εξορθολογισμού.

Ο Δείκτης εξετάζει όχι μόνο το ύψος των φόρων, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται και εφαρμόζονται, αξιολογώντας κατά πόσο το φορολογικό σύστημα ενθαρρύνει τις επενδύσεις, την παραγωγική δραστηριότητα και την οικονομική ανάπτυξη.

Πώς αξιολογούνται οι φόροι ακίνητης περιουσίας

Οι φόροι ακίνητης περιουσίας αποτελούν επαναλαμβανόμενη επιβάρυνση επί της φορολογητέας αξίας των ακινήτων. Ωστόσο, σύμφωνα με τη μεθοδολογία του Δείκτη, καθοριστική σημασία δεν έχει μόνο η επιβολή τους, αλλά και η φορολογική βάση στην οποία εφαρμόζονται.

Ειδικότερα, η φορολόγηση τόσο της γης όσο και των κτιρίων και των κατασκευών μπορεί να αυξήσει το κόστος του κεφαλαίου, να αποθαρρύνει νέες επενδύσεις και να δημιουργήσει αντικίνητρα για την ανακαίνιση, την επέκταση ή τη βελτίωση υφιστάμενων εγκαταστάσεων. Αντίθετα, η φορολόγηση αποκλειστικά της αξίας της γης δεν επιβαρύνει με τον ίδιο τρόπο τις επενδύσεις σε νέα κτίρια και υποδομές.

Με βάση αυτή τη λογική, υψηλότερη βαθμολογία στον Δείκτη λαμβάνουν οι χώρες που είτε δεν επιβάλλουν φόρους ιδιοκτησίας είτε φορολογούν μόνο την αξία της γης. Ενδιάμεση αξιολόγηση λαμβάνουν χώρες που φορολογούν τόσο τη γη όσο και τα κτίρια, αλλά επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να εκπίπτουν τους σχετικούς φόρους από το φορολογητέο εταιρικό εισόδημά τους.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, από τις χώρες του ΟΟΣΑ μόνο η Αυστραλία και η Εσθονία φορολογούν αποκλειστικά την αξία της γης, εξαιρώντας τα κτίρια και τις κατασκευές. Από τις υπόλοιπες 36 χώρες, οι 31 επιτρέπουν την έκπτωση των φόρων ιδιοκτησίας από το φορολογητέο εταιρικό εισόδημα.

Το φορολογικό βάρος της ακίνητης περιουσίας

Μια ακόμη παράμετρος που εξετάζει ο Δείκτης είναι τα έσοδα από φόρους ακίνητης περιουσίας ως ποσοστό του ιδιωτικού κεφαλαιακού αποθέματος κάθε χώρας. Η συγκεκριμένη μεταβλητή αποτυπώνει τη σχετική φορολογική επιβάρυνση του κεφαλαίου και επηρεάζει την αξιολόγηση της φορολογικής ανταγωνιστικότητας.

Με βάση τα στοιχεία της μελέτης, το Ηνωμένο Βασίλειο εμφανίζει τις υψηλότερες εισπράξεις από φόρους ακίνητης περιουσίας, στο 2% του ιδιωτικού κεφαλαιακού αποθέματος, ακολουθούμενο από τις Ηνωμένες Πολιτείες με 1,9% και τον Καναδά με 1,6%. Αντίθετα, η Ελβετία, η Εσθονία και το Λουξεμβούργο καταγράφουν επιβάρυνση χαμηλότερη από 0,1%.

Η συνολική εικόνα της Ελλάδας

Στο σύνολο του Δείκτη Διεθνούς Φορολογικής Ανταγωνιστικότητας 2026, η Ελλάδα καταλαμβάνει την 23η θέση μεταξύ των 38 χωρών του ΟΟΣΑ, παραμένοντας στην ίδια θέση με το 2025. Η συνολική βαθμολογία της διαμορφώνεται σε 65,9/100, έναντι 65,7 την προηγούμενη χρονιά, βάσει των αναθεωρημένων και συγκρίσιμων στοιχείων της φετινής μελέτης.

Ως προς τις πέντε επιμέρους κατηγορίες του Δείκτη, η Ελλάδα κατατάσσεται:

  • Στην 5η θέση στη φορολόγηση φυσικών προσώπων.
  • Στη 19η θέση στους κανόνες διασυνοριακής φορολόγησης.
  • Στην 22η θέση στην εταιρική φορολόγηση.
  • Στην 29η θέση στη φορολόγηση της κατανάλωσης.
  • Στην 30ή θέση στους φόρους επί της ιδιοκτησίας.

Η εικόνα αυτή αποτυπώνει τις σημαντικές διαφοροποιήσεις του ελληνικού φορολογικού συστήματος: ενώ η φορολόγηση των φυσικών προσώπων αποτελεί το ισχυρότερο συγκριτικό του πλεονέκτημα, οι φόροι ιδιοκτησίας και κατανάλωσης παραμένουν δύο από τις σημαντικότερες αδυναμίες του.

Οι αδυναμίες του ελληνικού φορολογικού συστήματος

Οι συγγραφείς του φετινού Δείκτη επισημαίνουν τρεις βασικές αδυναμίες του ελληνικού φορολογικού συστήματος:

  • Περιορισμοί στον συμψηφισμό επιχειρηματικών ζημιών. Οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν αυστηρούς περιορισμούς ως προς τη δυνατότητα συμψηφισμού ζημιών με μελλοντικά κέρδη, ενώ δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν ζημιές για τη μείωση του φορολογητέου εισοδήματος προηγούμενων ετών.
  • Πολλαπλοί φόροι στην ιδιοκτησία και στις συναλλαγές. Η Ελλάδα επιβάλλει φόρους στις αυξήσεις κεφαλαίου, στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές, στις μεταβιβάσεις ιδιοκτησίας και στις κληρονομιές, καθώς και εισφορά στις τράπεζες.
  • Υψηλός ΦΠΑ με περιορισμένη φορολογική βάση. Ο βασικός συντελεστής ΦΠΑ, στο 24%, παραμένει υψηλός σε σύγκριση με άλλες χώρες του ΟΟΣΑ, ενώ η φορολογική του βάση καλύπτει μόλις το 44% της τελικής κατανάλωσης.

Τα ισχυρά σημεία της ελληνικής φορολογίας

Στα θετικά χαρακτηριστικά του ελληνικού φορολογικού συστήματος περιλαμβάνονται η χαμηλή φορολόγηση των μερισμάτων, με συντελεστή 5% έναντι μέσου όρου 24,7% στον ΟΟΣΑ, ο εταιρικός φορολογικός συντελεστής 22%, χαμηλότερος από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ που διαμορφώνεται σε 24,2%, καθώς και οι σχετικά μετριοπαθείς κανόνες για τις Ελεγχόμενες Αλλοδαπές Εταιρείες, οι οποίοι εφαρμόζονται μόνο στο παθητικό εισόδημα.

Η διεθνής κατάταξη

Για 13η συνεχόμενη χρονιά, η Εσθονία αναδεικνύεται στη χώρα με το πλέον ανταγωνιστικό φορολογικό σύστημα μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ. Ακολουθούν η Λετονία και η Νέα Ζηλανδία, ενώ την τελευταία θέση καταλαμβάνει η Γαλλία. Η Ελλάδα βρίσκεται μεταξύ της Φινλανδίας, που καταλαμβάνει την 22η θέση, και της Χιλής, που βρίσκεται στην 24η.

Ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, δήλωσε:

«Η φορολογική ανταγωνιστικότητα είναι ένας σημαντικός παράγοντας για την προσέλκυση επενδύσεων, τη δημιουργία περισσότερων και καλύτερα αμειβόμενων θέσεων εργασίας και την ενίσχυση της ευημερίας των πολιτών. Η διατήρηση της Ελλάδας στην 23η θέση του Δείκτη υπενθυμίζει ότι, παρά τις σημαντικές βελτιώσεις των προηγούμενων ετών, εξακολουθούν να υπάρχουν περιθώρια για την ενίσχυση της φορολογικής ανταγωνιστικότητας της χώρας. Η φετινή μελέτη εντοπίζει τα συγκεκριμένα πεδία στα οποία μπορούν να γίνουν παρεμβάσεις, όπως η διεύρυνση της φορολογικής βάσης του ΦΠΑ, ο εξορθολογισμός των φόρων ιδιοκτησίας και η βελτίωση των κανόνων συμψηφισμού επιχειρηματικών ζημιών».

Το δια ταύτα

Γιατί, όμως, η φορολογική ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας μας αφορά όλους;

Όπως αναφέρει το ΚΕΦΙΜ, η όλη εικόνα επηρεάζει ως εξης:

- Θέσεις εργασίας και μισθοί: Ένα ανταγωνιστικό φορολογικό σύστημα μπορεί να ενθαρρύνει περισσότερες επενδύσεις, ενισχύοντας τη δημιουργία θέσεων εργασίας και τις προοπτικές αύξησης των εισοδημάτων.

- Τιμές προϊόντων και υπηρεσιών: Οι φόροι επηρεάζουν το κόστος παραγωγής και κατανάλωσης καιμπορούν, επομένως, να επηρεάζουν τις τιμές που πληρώνουν οι καταναλωτές.

- Ευκαιρίες για μικρές επιχειρήσεις και επαγγελματίες: Απλούστεροι φορολογικοί κανόνες και λιγότερες στρεβλώσεις περιορίζουν το κόστος συμμόρφωσης και διευκολύνουν την επιχειρηματική δραστηριότητα.

- Αποταμίευση και οικογενειακός προγραμματισμός: Η φορολόγηση του εισοδήματος, των επενδύσεων και της περιουσίας επηρεάζει τις οικονομικές αποφάσεις των νοικοκυριών.

- Χρηματοδότηση δημόσιων υπηρεσιών: Ένα αποτελεσματικό φορολογικό σύστημα μπορεί να συγκεντρώνει τους αναγκαίους δημόσιους πόρους, περιορίζοντας παράλληλα τις αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομική ανάπτυξη.



Τελευταία τροποποίηση στις 20/10/2026 - 08:51