• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Moody’s για ελληνικές τράπεζες: «Ασπίδα» ρευστότητα και κεφάλαια – Καμπανάκι για κόκκινα δάνεια
13:04 - 03 Νοε 2026

Moody’s για ελληνικές τράπεζες: «Ασπίδα» ρευστότητα και κεφάλαια – Καμπανάκι για κόκκινα δάνεια

Δες περισσότερα άρθρα του Reporter.gr όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Η ισχυρή κερδοφορία, η επαρκής κεφαλαιακή βάση και η υψηλή ρευστότητα αποτελούν τις βασικές γραμμές άμυνας των ελληνικών τραπεζών απέναντι σε τέσσερις αναδυόμενους κινδύνους, σύμφωνα με ανάλυση της Moody’s για τον εγχώριο τραπεζικό κλάδο.

Όπως επισημαίνει ο οίκος αξιολόγησης, η Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας που δημοσίευσε η Τράπεζα της Ελλάδος στις 22 Οκτωβρίου καταγράφει περαιτέρω βελτίωση της κερδοφορίας των ελληνικών τραπεζών κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026. Παράλληλα, η κεφαλαιακή τους επάρκεια και η ποιότητα των δανειακών χαρτοφυλακίων παρέμειναν σε ικανοποιητικά επίπεδα, ενώ η ρευστότητα εξακολούθησε να βρίσκεται πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Ένωσης.

Η ΤτΕ, ωστόσο, εντόπισε τέσσερις περιοχές δυνητικής πίεσης: την εκ νέου καθαρή εισροή μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPLs), το υψηλό ποσοστό αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων (DTCs) στα βασικά κεφάλαια, την ενίσχυση και την πολυπλοκότητα των κυβερνοαπειλών, καθώς και την αυξημένη μακροοικονομική αβεβαιότητα.

Η Moody’s εκτιμά ότι οι συγκεκριμένοι κίνδυνοι παραμένουν διαχειρίσιμοι για τις συστημικές ελληνικές τράπεζες, οι οποίες αντιπροσωπεύουν περίπου το 93% του εγχώριου τραπεζικού συστήματος. Σε αυτή τη φάση, σύμφωνα με τους αναλυτές του οίκου, δεν μεταβάλλουν την αξιολόγηση των πιστωτικών προφίλ τους.

Ωστόσο, η ένταση και η διάρκεια των πιέσεων θα καθορίσουν τον τελικό αντίκτυπο. Ειδικότερα, μια απότομη αύξηση των νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων, ιδίως σε συνδυασμό με ένα εξωτερικό οικονομικό σοκ, θα μπορούσε να δοκιμάσει τις κεφαλαιακές αντοχές και τις υπόλοιπες δικλίδες ασφαλείας των τραπεζών.

Ισχυρή κερδοφορία και κεφαλαιακή επάρκεια

Τα οικονομικά μεγέθη του πρώτου εξαμήνου του 2026 αποτυπώνουν, σύμφωνα με τη Moody’s, τη βελτιωμένη θέση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.

Συγκεκριμένα, οι τράπεζες κατέγραψαν απόδοση ενεργητικού 1,3% και απόδοση ιδίων κεφαλαίων 12,1%. Ο δείκτης κόστους προς έσοδα διαμορφώθηκε στο 37,8%, αισθητά χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 54,6%.

Σε επίπεδο κεφαλαίων, ο ενοποιημένος δείκτης CET1 (κεφάλαια κοινών μετοχών κατηγορίας 1) ανήλθε σε περίπου 14,8% τον Ιούνιο του 2026, έναντι 16% για τις τράπεζες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εποπτεύονται από τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (SSM).

Παράλληλα, η ποιότητα του ενεργητικού παρέμεινε σε ισχυρά επίπεδα, με τον δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων να διαμορφώνεται στο 3,4% τον Ιούνιο. Η ρευστότητα αποτυπώνεται και στον δείκτη δανείων προς καταθέσεις, ο οποίος διαμορφώθηκε στο 63,5%, περίπου 40 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από τον μέσο όρο των τραπεζών που εποπτεύονται από τον SSM.

Τα στοιχεία αυτά ενισχύουν, κατά την εκτίμηση της Moody’s, την ικανότητα των τραπεζών να απορροφήσουν ενδεχόμενες πιέσεις. Παρ’ όλα αυτά, οι τέσσερις κίνδυνοι που ανέδειξε η Τράπεζα της Ελλάδος θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά τις επιδόσεις τους, εφόσον εκδηλωθούν με μεγαλύτερη ένταση από την αναμενόμενη.

Ανησυχία για την επανεμφάνιση μη εξυπηρετούμενων δανείων

Ένα από τα βασικά σημεία προβληματισμού αφορά την εκ νέου δημιουργία NPLs. Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, περίπου 1,7 δισ. ευρώ δανείων που εξυπηρετούνταν κανονικά μεταφέρθηκαν στην κατηγορία των μη εξυπηρετούμενων. Αντίθετα, δάνεια ύψους μόλις 388 εκατ. ευρώ, τα οποία είχαν προηγουμένως χαρακτηριστεί ως NPLs, επέστρεψαν σε καθεστώς εξυπηρέτησης.

Ως αποτέλεσμα, το συνολικό απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων αυξήθηκε κατά 9,3% στη διάρκεια της περιόδου, κυρίως εξαιτίας της καθαρής εισροής νέων NPLs.

Παρά την αύξηση αυτή, ο συνολικός δείκτης NPL παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητος, στο 3,4% τον Ιούνιο του 2026, από 3,3% τον Δεκέμβριο του 2025.

Οι μεγαλύτερες πιέσεις στην ποιότητα του ενεργητικού εντοπίζονται στις πολύ μικρές επιχειρήσεις και στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Οι αντίστοιχοι δείκτες μη εξυπηρετούμενων δανείων διαμορφώθηκαν στο 11,2% και στο 4,6%, αντίστοιχα, όταν για τις μεγάλες επιχειρήσεις περιορίστηκαν στο 0,9%.