Η συχνότητα των προσεγγίσεων πλοίων, η διαθέσιμη μεταφορική ικανότητα, ο αριθμός ναυτιλιακών εταιρειών και τακτικών υπηρεσιών, καθώς και οι απευθείας συνδέσεις συνθέτουν μια πληρέστερη εικόνα. Για μια επιχείρηση, σημασία έχει πόσο συχνά μπορεί να αποστείλει ένα φορτίο, ποιες αγορές προσεγγίζει χωρίς μεταφόρτωση και πόσες επιλογές διαθέτει στην αναζήτηση μεταφορέα.
Για τον Πειραιά, η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία. Ένα εμπορευματοκιβώτιο που μεταφορτώνεται από πλοίο σε πλοίο προσθέτει λιμενική δραστηριότητα, χωρίς να αποτελεί κατ’ ανάγκη εισαγωγή ή εξαγωγή της ελληνικής οικονομίας. Η μεταφόρτωση δημιουργεί εργασία και έσοδα. Η συμβολή της στην εξυπηρέτηση της εγχώριας παραγωγής χρειάζεται, όμως, ξεχωριστή αξιολόγηση.
Το ερώτημα είναι πόσο η θέση του Πειραιά ως μεγάλου κόμβου μεταφράζεται σε περισσότερες εμπορικές δυνατότητες για τις επιχειρήσεις της χώρας. Μια εξαγωγική εταιρεία ενδιαφέρεται για τη διαθεσιμότητα χώρου, την αξιοπιστία των αναχωρήσεων και το συνολικό κόστος μέχρι τον πελάτη της. Η άνοδος των διακινούμενων κοντέινερ δεν απαντά από μόνη της σε αυτά. Η λιμενική πολιτική οφείλει να απαντά.
Υπό αυτό το πρίσμα, η επιλογή της διοίκησης του ΟΛΠ να κινηθεί προς την ανάπτυξη υπηρεσιών εφοδιαστικής αποτελεί ορθή στρατηγική κατεύθυνση. Η αποθήκευση, η διαχείριση και η διανομή φορτίων μπορούν να συνδέσουν περισσότερο τη δραστηριότητα του λιμανιού με την παραγωγή και το εμπόριο, δημιουργώντας πρόσθετη οικονομική αξία και θέσεις εργασίας.
Εκεί βρίσκεται η επόμενη ουσιαστική επιδίωξη για τον Πειραιά. Να αξιοποιήσει τη μεγάλη θαλάσσια κίνηση για να διευρύνει τον ρόλο του στην εφοδιαστική αλυσίδα και την πρόσβαση της ελληνικής οικονομίας στις διεθνείς αγορές. Η θέση του στην παγκόσμια κατάταξη αποκτά μεγαλύτερη αξία όταν βελτιώνει και τη θέση των επιχειρήσεων που εξυπηρετεί.







