Η εκτέλεση παραμένει προγραμματισμένη για τις 3 Δεκεμβρίου και θα πραγματοποιηθεί από εκτελεστικό απόσπασμα, χωρίς να μεταδοθεί μέσω διαδικτύου. Πρόκειται για την πρώτη εκτέλεση που θα πραγματοποιήσουν οι αμερικανικές Ένοπλες Δυνάμεις από το 1961, ενώ η τελευταία φορά που ο αμερικανικός στρατός χρησιμοποίησε εκτελεστικό απόσπασμα ήταν το 1945.
Η απόφαση του Τραμπ να αναθεωρήσει την αρχική του θέση ακολουθεί την ανακοίνωση που είχε κάνει μία εβδομάδα νωρίτερα ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ, σύμφωνα με την οποία η εκτέλεση θα ήταν δημόσια και θα μπορούσε να την παρακολουθήσει όποιος το επιθυμούσε. Η εξαγγελία είχε πυροδοτήσει αντιδράσεις τόσο από Δημοκρατικούς όσο και από Ρεπουμπλικάνους, καθώς και από οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θρησκευτικούς εκπροσώπους. Επικρίσεις είχαν διατυπωθεί και στην Ευρώπη, ενώ επιφυλάξεις για την απόφαση είχαν εκφράσει ακόμη και ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς και ο πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων Μάικ Τζόνσον.
Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social, ο Τραμπ περιέγραψε τον Χασάν ως «έναν πρώην ταγματάρχη του στρατού των ΗΠΑ που έγινε προδότης», χαρακτηρίζοντάς τον επίσης «έναν πολύ κακό και διαβολικό άνθρωπο».
Ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε ότι η ζωντανή μετάδοση της εκτέλεσης θα μπορούσε να αποτρέψει ενδεχόμενες τρομοκρατικές ενέργειες, καθώς θα έδειχνε τις συνέπειες που αντιμετωπίζουν όσοι διαπράττουν τέτοιου είδους εγκλήματα. Ωστόσο, όπως ανέφερε, έλαβε υπόψη τις αντιδράσεις και τις αντιρρήσεις που εκφράστηκαν για τη δημόσια προβολή της εκτέλεσης.
«Με όλα αυτά που ειπώθηκαν, πιστεύω ότι η ζωντανή μετάδοση της εκτέλεσης, ώστε να τη δουν όλοι, θα μπορούσε να αποτελέσει ισχυρό αποτρεπτικό παράγοντα για τον κόσμο, ο οποίος θα έβλεπε πώς η Αμερική αντιμετωπίζει τους τρομοκράτες και τα αποβράσματα όπως ο Χασάν. Ωστόσο, πολλοί πολύ καλοί και καλοπροαίρετοι άνθρωποι θα προτιμούσαν να μην τον δουν να πεθαίνει, είτε μέσω ζωντανής μετάδοσης είτε μέσω οποιουδήποτε άλλου οπτικού μέσου», ανέφερε στην ανάρτησή του.
Ο Τραμπ διευκρίνισε ότι η εκτέλεση θα πραγματοποιηθεί κανονικά, σύμφωνα με τον προγραμματισμό, με τη χρήση εκτελεστικού αποσπάσματος, αλλά χωρίς ζωντανή μετάδοση. Παράλληλα, γνωστοποίησε ότι οι άμεσοι συγγενείς των θυμάτων θα έχουν τη δυνατότητα να παραστούν στην εκτέλεση, εφόσον το επιθυμούν.
Η αρχική εξαγγελία Χέγκσεθ για δημόσια εκτέλεση
Η υπόθεση επανήλθε στην επικαιρότητα στις 5 Οκτωβρίου, όταν το Πεντάγωνο γνωστοποίησε ότι ο Ντόναλντ Τραμπ είχε εγκρίνει την πρόταση του Πιτ Χέγκσεθ για την εκτέλεση του Χασάν από στρατιωτικό εκτελεστικό απόσπασμα. Τρεις ημέρες αργότερα, στις 8 Οκτωβρίου, ο Αμερικανός υπουργός Πολέμου ανακοίνωσε, σε συνέντευξή του στο Real America’s Voice, ότι η εκτέλεση θα πραγματοποιούνταν δημόσια.
Ο Χέγκσεθ δεσμεύτηκε να διασφαλίσει τη δυνατότητα παρακολούθησης της διαδικασίας από τους πολίτες, παρουσιάζοντας τη δημόσια προβολή της ως έναν τρόπο να γίνουν σαφείς οι συνέπειες εγκλημάτων όπως η επίθεση στη στρατιωτική βάση Φορτ Χουντ.
Στη συνέχεια, αξιωματούχος του Πενταγώνου επιβεβαίωσε ότι είχε ληφθεί απόφαση για ζωντανή διαδικτυακή μετάδοση της εκτέλεσης. Η διαδικασία είχε οριστεί για τη 1 το μεσημέρι, τοπική ώρα, στις 3 Δεκεμβρίου, στην ίδια στρατιωτική βάση όπου είχε σημειωθεί η επίθεση.
Οι ΗΠΑ είχαν αρχίσει να απομακρύνονται από την πρακτική των δημόσιων εκτελέσεων ήδη από τον 19ο αιώνα και τις αρχές του 20ού. Ως η τελευταία ευρέως αναγνωρισμένη δημόσια εκτέλεση στη χώρα αναφέρεται εκείνη του Ρέινι Μπέθεα, η οποία πραγματοποιήθηκε στο Κεντάκι το 1936.
Αντιδράσεις – Ακόμη και από τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντ. Βανς
Η εξαγγελία για δημόσια μετάδοση της εκτέλεσης προκάλεσε αντιδράσεις και στους κόλπους των Ρεπουμπλικάνων. Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, είχε δηλώσει ότι δεν επρόκειτο να παρακολουθήσει τη ζωντανή μετάδοση, εκφράζοντας τις επιφυλάξεις του για τη δημοσιοποίηση της διαδικασίας.
Σε ακόμη πιο αυστηρό τόνο τοποθετήθηκε ο Ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής Τομ Τίλις, ο οποίος χαρακτήρισε το σχέδιο «πέρα από κάθε αηδία». Παράλληλα, συνέκρινε τέτοιες πρακτικές με δημόσιες τιμωρίες που εφαρμόζονται σε αυταρχικά καθεστώτα, όπως το Ιράν και το Αφγανιστάν.
Αντίστοιχες ανησυχίες εξέφρασε και ο πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων, Μάικ Τζόνσον. Όπως προειδοποίησε, το βίντεο της εκτέλεσης θα μπορούσε να αξιοποιηθεί από εξτρεμιστικές οργανώσεις για τη στρατολόγηση νέων τρομοκρατών.
Σε συνέντευξή του στο CBS News, ο Τζόνσον υπογράμμισε ότι θα έπρεπε να αξιολογηθούν οι ευρύτερες επιπτώσεις μιας τέτοιας μετάδοσης, διευκρινίζοντας παράλληλα ότι ούτε ο ίδιος θα επέλεγε να την παρακολουθήσει.
Την επανεξέταση της απόφασης ζήτησαν και άλλοι Ρεπουμπλικάνοι βουλευτές, μεταξύ των οποίων οι Όστιν Σκοτ, Τομ Μπάρετ και Ρομπ Μπρέσναχαν, οι οποίοι διατύπωσαν τις αντιρρήσεις τους για τη δημόσια προβολή της εκτέλεσης.
Οι επικρίσεις επεκτάθηκαν πέρα από το Κογκρέσο, καθώς οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, θρησκευτικοί εκπρόσωποι και διεθνείς φορείς εξέφρασαν τον προβληματισμό τους για τις συνέπειες μιας τέτοιας απόφασης. Οι ανησυχίες επικεντρώθηκαν τόσο στον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας όσο και στον κίνδυνο οι εικόνες της εκτέλεσης να χρησιμοποιηθούν από εξτρεμιστικές οργανώσεις για προπαγανδιστικούς σκοπούς.
Μέσα σε αυτό το κλίμα αντιδράσεων, ο Ντόναλντ Τραμπ αποφάσισε τελικά να μην αλλάξει τον προγραμματισμό της εκτέλεσης, αλλά να αποκλείσει τη ζωντανή μετάδοσή της.
Τι θέση πήραν οι οικογένειες των απόστρατων αξιωματικών
Εβδομήντα δύο απόστρατοι ανώτατοι στρατιωτικοί, μεταξύ των οποίων στρατηγοί, ναύαρχοι και στρατιωτικοί νομικοί, υπέγραψαν επιστολή κατά του σχεδίου Χέγκσεθ, χαρακτηρίζοντας τη δημόσια μετάδοση βάρβαρη πρακτική.
Μεταξύ των υπογραφόντων βρίσκονταν η Κλόντια Κένεντι, η πρώτη γυναίκα που έφτασε στον βαθμό του αντιστρατήγου στον αμερικανικό στρατό, και ο Τσαρλς Μπόλντεν, πρώην επικεφαλής της NASA.
Απέναντι στη ζωντανή μετάδοση είχε ταχθεί και η Κίλι Κέιχιλ Βανάκερ, κόρη του Μάικλ Γκραντ Κέιχιλ, ενός από τους ανθρώπους που σκοτώθηκαν στην επίθεση του 2009. Όπως υποστήριξε, η μετάδοση θα μετέτρεπε μια οικογενειακή τραγωδία σε θέαμα, εκφράζοντας την ενόχλησή της και για το γεγονός ότι πληροφορήθηκε το σχέδιο μέσω των κοινωνικών δικτύων, αντί να υπάρξει προηγούμενη ενημέρωση των συγγενών.
Επιφυλάξεις είχε εκφράσει και ο Τζορτζ Στράτον Τζούνιορ, πατέρας ενός από τους τραυματίες, ο οποίος χαρακτήρισε μακάβρια την ιδέα της διαδικτυακής μετάδοσης, παρότι είχε εξετάσει το ενδεχόμενο να παραστεί ο ίδιος στην εκτέλεση.
Αντίθετοι 8 στους 10 πολίτες
Το 80% των Αμερικανών πολιτών διαφωνούσε με τη ζωντανή μετάδοση της εκτέλεσης, σύμφωνα με δημοσκόπηση των Washington Post, ABC News και Ipsos.
Την ίδια ώρα, το 53% υποστήριζε την εκτέλεση του Χασάν από εκτελεστικό απόσπασμα.
Από την επίθεση στην καταδίκη του Χασάν
Ο Νιντάλ Μαλίκ Χασάν υπηρετούσε ως ψυχίατρος του αμερικανικού στρατού με τον βαθμό του ταγματάρχη, όταν στις 5 Νοεμβρίου 2009 άνοιξε πυρ μέσα στη στρατιωτική βάση Φορτ Χουντ, κοντά στην πόλη Κιλίν του Τέξας.
Την ίδια περίοδο είχε εκφράσει τις διαφωνίες του με την ανάπτυξη αμερικανικών στρατευμάτων στο Αφγανιστάν, αλλά και εν γένεις στις μουσουλμανικές χώρες.
Ο Χασάν ήταν οπλισμένος με πιστόλι FN Five-seveN, ενώ είχε στην κατοχή του και ένα περίστροφο, το οποίο δεν χρησιμοποίησε κατά την επίθεση. Όταν άρχισε να πυροβολεί, σύμφωνα με μαρτυρίες, φώναζε «Αλλάχου Άκμπαρ» («Ο Θεός είναι μεγάλος»).
Ο τελικός απολογισμός ήταν 32 τραυματίες και 13 νεκροί, σε μία από τις πιο πολύνεκρες επιθέσεις που έχουν σημειωθεί σε αμερικανική στρατιωτική εγκατάσταση.
Ο Χασάν συνελήφθη έξω από το κτήριο, μετά από συμπλοκή με τους αστυνομικούς η οποία τον άφησε παράλυτο και σε αναπηρικό αμαξίδιο. Το 2013 έγινε η δίκη του ενώπιον στρατοδικείου, με τον ίδιο να μην αρνείται τις κατηγορίες, συνδέοντας τις πράξεις του με τις αντιρρήσεις του για τις αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Αφγανιστάν και υποστηρίζοντας ότι προσπαθούσε να υπερασπιστεί μουσουλμάνους από τις επιχειρήσεις του αμερικανικού στρατού.
Οι εισαγγελικές αρχές υποστήριξαν ότι το έγκλημα είχε εξτρεμιστικό ιδεολογικό κίνητρο.
Τον Αύγουστο του 2013 κρίθηκε ένοχος για 13 ανθρωποκτονίες από πρόθεση με προμελέτη και 32 απόπειρες ανθρωποκτονίας από πρόθεση με προμελέτη. Το στρατοδικείο τού επέβαλε τη θανατική ποινή.



