Είναι η πρώτη φορά που οι πολίτες της χώρας θα έχουν την ευκαιρία να ψηφίσουν μετά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023 από τη Χαμάς και τα χρόνια πολέμου που ακολούθησαν. Ούτε ο Νετανιάχου ούτε ο βασικός αντίπαλός του, ο πρώην αρχηγός του Γενικού Επιτελείου του ισραηλινού στρατού Γκάντι Άιζενκοτ, διαθέτουν σαφές προβάδισμα σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις που παρουσιάζουν την εικόνα μιας χώρας με βαθιά διχασμένο εκλογικό σώμα.
Πολλοί Ισραηλινοί θεωρούν ότι αυτές είναι οι σημαντικότερες εκλογές από την ίδρυση του κράτους το 1948 και ότι αποτελούν ένα δημοψήφισμα για τι είδους χώρα θέλει να είναι το Ισραήλ. Από τη μία πλευρά βρίσκεται ο συνασπισμός του Νετανιάχου, που αποτελείται από δεξιά και υπερορθόδοξα κόμματα, και από την άλλη το πιο κεντρώο μπλοκ του Άιζενκοτ.
Οι εκλογές του Ισραήλ έχουν ασφαλώς και διεθνές ενδιαφέρον, δεδομένων των διακυβευμάτων που αφορούν τον πόλεμο με το Ιράν, το μέλλον της Λωρίδας της Γάζας και την προοπτική ίδρυσης παλαιστινιακού κράτους. Οι βασικοί υποψήφιοι εκφράζουν, πάντως, παρόμοιες θέσεις σε αυτά τα κρίσιμα ζητήματα εθνικής ασφάλειας.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, έχει εκφράσει τη στήριξή του στον Νετανιάχου. Ωστόσο, το αποτέλεσμα των εκλογών θα εξαρτηθεί από εσωτερικά ζητήματα, μεταξύ των οποίων το ποιος πρέπει να θεωρηθεί υπεύθυνος για την αποτυχία των μηχανισμών ασφαλείας στις 7 Οκτωβρίου και το αν οι υπερορθόδοξοι Ισραηλινοί θα πρέπει να υπόκεινται σε υποχρεωτική στρατιωτική θητεία.
Η εκλογική διαδικασία είναι περίπλοκη. Ενδέχεται, μάλιστα, να περάσουν εβδομάδες μέχρι να ξεκαθαρίσει ποιος θα κυβερνήσει τη χώρα.
Ακολουθούν όσα πρέπει να γνωρίζετε:
Πώς λειτουργούν οι εκλογές στο Ισραήλ;
Το Ισραήλ είναι κοινοβουλευτική δημοκρατία με απλή αναλογική. Οι ψηφοφόροι δεν εκλέγουν απευθείας τον ηγέτη τους, όπως συμβαίνει στις ΗΠΑ με την εκλογή του προέδρου. Αντίθετα, οι εκλογές της Τρίτης θα καθορίσουν πόσες από τις 120 έδρες της Κνεσέτ, δηλαδή του ισραηλινού κοινοβουλίου, θα καταλάβει κάθε κόμμα.
Κανένα κόμμα δεν έχει εξασφαλίσει ποτέ αυτοδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία στο Ισραήλ. Οι υποψήφιοι πρωθυπουργοί θα επιδιώξουν να σχηματίσουν έναν κυβερνητικό συνασπισμό που να διαθέτει τουλάχιστον 61 έδρες.
Οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι τόσο ο Νετανιάχου όσο και ο Άιζενκοτ υπολείπονται αυτού του ορίου. Το κόμμα Γιασάρ του Άιζενκοτ προηγείται στις προεκλογικές δημοσκοπήσεις, συγκεντρώνοντας τον μεγαλύτερο αριθμό εδρών, και ακολουθεί το Λικούντ του Νετανιάχου. Σύμφωνα με τις προβλέψεις, καθένα από τα δύο κόμματα αναμένεται να εξασφαλίσει περίπου 20 έδρες.
Οι κυβερνητικοί συνασπισμοί που θα μπορούσαν να σχηματίσουν εκτιμάται ότι θα συγκεντρώσουν περίπου 50 έδρες, αριθμός που εξακολουθεί να μην επαρκεί για την εξασφάλιση της πλειοψηφίας.
Τόσο ο Νετανιάχου όσο και ο Άιζενκοτ έχουν δηλώσει ότι δεν θα συνεργαστούν με αραβικά ισραηλινά κόμματα, τα οποία αναμένεται να κερδίσουν περίπου 14 έδρες και θα μπορούσαν να τους εξασφαλίσουν την απαραίτητη πλειοψηφία.
Ωστόσο, είναι δυνατόν να σχηματιστούν κυβερνήσεις μειοψηφίας, εάν ορισμένα μέλη του κοινοβουλίου απέχουν από την ψηφοφορία.
Όλοι οι Ισραηλινοί πολίτες ηλικίας 18 ετών και άνω έχουν δικαίωμα ψήφου και, με ορισμένες εξαιρέσεις για διπλωμάτες και στρατιωτικούς, πρέπει να ψηφίσουν εντός της χώρας.
Πότε θα γνωρίζουμε ποιος κέρδισε;
Οι κάλπες θα κλείσουν περίπου στις 11 το βράδυ ώρα Ελλάδας. Μετά την ολοκλήρωση της ψηφοφορίας, τα ισραηλινά τηλεοπτικά δίκτυα θα δημοσιοποιήσουν τα exit polls, τα οποία θα δώσουν μια πρώτη εικόνα των διαθέσεων του εκλογικού σώματος.
Τα αποτελέσματα ως προς τις έδρες που κερδίζει κάθε κόμμα θα ανακοινώνονται σταδιακά τις επόμενες ώρες και ημέρες.
Ωστόσο, δεδομένου ότι η αναμέτρηση φαίνεται ιδιαίτερα αμφίρροπη, ενδέχεται να χρειαστούν αρκετές ημέρες για να γίνει γνωστό ποιο κόμμα εξασφάλισε τις περισσότερες έδρες. Ακόμη κι όταν αυτό ξεκαθαρίσει, δεν θα είναι απαραίτητα σαφές ποιος θα γίνει πρωθυπουργός.
Ο πρόεδρος του Ισραήλ, Ισαάκ Χέρτζογκ, θα δώσει εντολή στον αρχηγό του κόμματος που θεωρεί πιθανότερο να σχηματίσει με επιτυχία κυβέρνηση να ξεκινήσει τις σχετικές προσπάθειες.
Ο Χέρτζογκ ενδέχεται να χρειαστεί αρκετές ημέρες για να λάβει την απόφασή του. Το πρόσωπο που θα επιλέξει θα έχει στη διάθεσή του τέσσερις εβδομάδες για να σχηματίσει κυβέρνηση. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί, ενώ η διαδικασία μπορεί να επαναληφθεί με την επιλογή άλλων προσώπων.
Σύμφωνα με το Ισραηλινό Ινστιτούτο Δημοκρατίας, στο παρελθόν χρειάστηκαν από 20 έως 100 ημέρες για τον σχηματισμό κυβερνήσεων.
Εάν δεν καταστεί δυνατός ο σχηματισμός κυβέρνησης, μπορεί να προκηρυχθούν νέες εκλογές. Το Ισραήλ διεξήγαγε πέντε εκλογικές αναμετρήσεις μεταξύ 2019 και 2022. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ο Νετανιάχου θα μπορούσε να παραμείνει στην εξουσία ως υπηρεσιακός πρωθυπουργός.
Ποιος είναι ο βασικός αντίπαλος του Νετανιάχου;
Ο αντίπαλος που έχει συγκεντρώσει τη μεγαλύτερη προσοχή είναι ο Άιζενκοτ, πρώην επικεφαλής των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων και αρχηγός του κεντρώου κόμματος Γιασάρ.
Ο ίδιος ο Νετανιάχου είχε επιλέξει τον Άιζενκοτ για τη θέση του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου το 2014.
Ο Άιζενκοτ εντάχθηκε σε κυβέρνηση εθνικής ενότητας έκτακτης ανάγκης υπό τον Νετανιάχου, λίγο μετά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου. Παραιτήθηκε λίγους μήνες αργότερα, κατηγορώντας τον πρωθυπουργό ότι παρέτεινε τον πόλεμο και έθεσε σε κίνδυνο τους ομήρους που κρατούνταν στη Γάζα.
Ο μικρότερος γιος του Άιζενκοτ, Γκαλ, σκοτώθηκε στη Γάζα κατά τη διάρκεια του πολέμου, όπως και δύο ανιψιοί του. Κατά την επικήδεια ομιλία στην κηδεία του γιου του, ο Άιζενκοτ ξέσπασε σε κλάματα, εκφράζοντας τη θλίψη που βίωσαν πολλοί Ισραηλινοί μετά την 7η Οκτωβρίου και ενώ ο πόλεμος συνεχιζόταν.
Ο Άιζενκοτ είναι σχετικά νέος στον πολιτικό στίβο και βρίσκεται αντιμέτωπος με έναν έμπειρο πολιτικό αντίπαλο. Ο Νετανιάχου έχει αποδείξει επανειλημμένα ότι μπορεί να παραμένει στην εξουσία ακόμη και όταν οι πιθανότητες φαίνεται να είναι εναντίον του.
Ποια είναι τα βασικά ζητήματα;
Η εκλογική αναμέτρηση περιστρέφεται γύρω από τον Νετανιάχου, ο οποίος, σε ηλικία 77 ετών, είναι ο μακροβιότερος πρωθυπουργός στην ιστορία του Ισραήλ, με περίπου 19 χρόνια συνολικής παραμονής στην εξουσία.
Η προεκλογική του εκστρατεία βασίζεται στην άποψη ότι το Ισραήλ πρέπει να διατηρήσει την κυρίαρχη στρατιωτική δύναμη στην περιοχή και να είναι έτοιμο να ενεργήσει μόνο του, εάν χρειαστεί.
Υποστηρίζει ότι μόνο ο ίδιος μπορεί να διασφαλίσει την ασφάλεια του Ισραήλ, να διατηρήσει τη στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ και να αποτρέψει τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους.
Οι αντίπαλοί του υποστηρίζουν ότι ο Νετανιάχου έχει εντάξει εξτρεμιστές στην κυβέρνησή του, επιχείρησε να υπονομεύσει τη δικαιοσύνη για πολιτικό όφελος, παρέτεινε αδικαιολόγητα πολέμους που εξαντλούν τη χώρα και φέρει ευθύνη για την αποτυχία των μηχανισμών ασφαλείας στις 7 Οκτωβρίου.
Ο Νετανιάχου έχει δηλώσει ότι οι επικεφαλής των υπηρεσιών ασφαλείας δεν τον ενημέρωναν επαρκώς και ότι ο ίδιος αγωνίζεται για την υπεράσπιση του Ισραήλ.
Ο Άιζενκοτ έχει δηλώσει ότι θα ξεκινήσει ανεξάρτητη έρευνα για την επίθεση, κατά την οποία σκοτώθηκαν περίπου 1.200 άνθρωποι και περίπου 250 άλλοι κρατήθηκαν όμηροι.
Έχει επίσης δηλώσει ότι θα λογοδοτήσουν οι εξτρεμιστές έποικοι που ασκούν βία εναντίον Παλαιστινίων στη Δυτική Όχθη και ότι θα επιβάλει την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία στους υπερορθόδοξους Ισραηλινούς.
Τι θα συμβεί με τους πολέμους στη Γάζα και το Ιράν;
Το Ιράν έχει διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στην προεκλογική εκστρατεία του Νετανιάχου. Την τελευταία εβδομάδα, ο πρωθυπουργός έχει δώσει ιδιαίτερη έμφαση στην απειλή που, όπως υποστηρίζει, αποτελεί το Ιράν, δημοσιεύοντας μια εικόνα πυρηνικής επίθεσης στο Τελ Αβίβ και δηλώνοντας ότι το Ισραήλ πρέπει να ολοκληρώσει την προσπάθεια ανατροπής του καθεστώτος.
Στο εξωτερικό, ο Νετανιάχου έχει δεχθεί εκτεταμένη κριτική και κατηγορίες για εγκλήματα πολέμου, τόσο για την προώθηση του πολέμου με το Ιράν όσο και για τον τρόπο με τον οποίο διεξήγαγε τον πόλεμο στη Γάζα. Ο πόλεμος έχει ισοπεδώσει μεγάλο μέρος του θύλακα και έχει προκαλέσει τον θάνατο περισσότερων από 74.000 ανθρώπων, σύμφωνα με τις παλαιστινιακές υγειονομικές αρχές, οι οποίες δεν διευκρινίζουν πόσοι από τους νεκρούς ήταν μαχητές.
Ωστόσο, τα ζητήματα αυτά δεν είναι πιθανό να καθορίσουν το εκλογικό αποτέλεσμα. Μεγάλο μέρος του ισραηλινού εκλογικού σώματος έχει μετακινηθεί προς τα δεξιά μετά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου. Μεγάλες πλειοψηφίες υποστηρίζουν μια σκληρή στάση σε θέματα ασφάλειας και αντιτίθενται στην ίδρυση παλαιστινιακού κράτους.
Ο Άιζενκοτ υποστηρίζει επίσης μια αυστηρή στάση απέναντι σε αντιπάλους όπως το Ιράν, η Χαμάς στη Γάζα και η Χεζμπολάχ στον Λίβανο. Ωστόσο, δηλώνει ότι επιθυμεί οι στρατιωτικές νίκες να μετατρέπονται σε διπλωματικά επιτεύγματα.
Έχει επίσης δηλώσει ότι υποστηρίζει την επέκταση των ισραηλινών οικισμών στη Δυτική Όχθη και αντιτίθεται στη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους.



