Το κύριο χαρακτηριστικό του σχεδίου που παρουσίασε σήμερα ο υπουργός Οικονομικών, Τζον Χίλι, είναι ότι τα μέτρα οικονομικής ανακούφισης έχουν προσωρινό ορίζοντα. Παρότι προβλέπεται στήριξη κατά την τρέχουσα δημοσιονομική χρήση, από το 2027-2028 η κατεύθυνση της πολιτικής αλλάζει, με την κυβέρνηση να επιδιώκει την αύξηση των φορολογικών εσόδων.
Σύμφωνα με το ανεξάρτητο Γραφείο Δημοσιονομικής Ευθύνης της Βρετανίας (OBR), τα μέτρα που περιλαμβάνονται στον προϋπολογισμό θα περιορίσουν τα δημόσια έσοδα κατά 1,7 δισ. στερλίνες, ποσό που αντιστοιχεί σε 2,3 δισ. δολάρια, κατά την τρέχουσα οικονομική χρήση. Στις παρεμβάσεις περιλαμβάνεται η παράταση της μείωσης του ΦΠΑ στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας.
Η δημοσιονομική αυτή ανάσα, ωστόσο, αναμένεται να είναι βραχύβια. Από τη χρήση 2027-2028, η κυβέρνηση σχεδιάζει να αντιστρέψει την τάση και να αυξήσει τα έσοδα, ώστε να καλύψει τις διευρυμένες ανάγκες των δημόσιων δαπανών.
Πρόσθετα φορολογικά έσοδα 20,6 δισ. στερλινών
Για την κάλυψη των αναγκών του δημοσιονομικού της προγράμματος, η κυβέρνηση Χίλι βασίζεται κυρίως στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας του φοροεισπρακτικού μηχανισμού, αλλά και σε στοχευμένες αλλαγές στη φορολογική νομοθεσία, οι οποίες αφορούν κατά κύριο λόγο τις επιχειρήσεις.
Οι πέντε βασικότερες παρεμβάσεις για την ενίσχυση των εσόδων αναμένεται να αποφέρουν συνολικά 20,6 δισ. στερλίνες από την τρέχουσα δημοσιονομική χρήση έως το 2031-2032.
Μεταξύ των μέτρων περιλαμβάνονται η μείωση των ορίων που ισχύουν για τις φορολογικές αποσβέσεις κεφαλαιουχικών επενδύσεων, καθώς και η θέσπιση νέου φορολογικού καθεστώτος για ξένα κράτη και κρατικούς φορείς.
Η προσέγγιση αυτή αναδεικνύει τη δύσκολη ισορροπία που καλείται να διατηρήσει η βρετανική κυβέρνηση: από τη μία πλευρά, θέλει να περιορίσει την οικονομική επιβάρυνση των πολιτών και, από την άλλη, να εξασφαλίσει πρόσθετα δημόσια έσοδα, αποφεύγοντας μέτρα που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν τις αναπτυξιακές προοπτικές.
Στο 6% αυξάνεται ο πρόσθετος φόρος των τραπεζών
Μία από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις του προϋπολογισμού αφορά τον τραπεζικό κλάδο. Η κυβέρνηση αυξάνει κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες τον πρόσθετο φορολογικό συντελεστή που επιβάλλεται στις τράπεζες, ανεβάζοντάς τον από το 3% στο 6%.
Ο Τζον Χίλι διευκρίνισε ότι η επιβάρυνση θα εφαρμοστεί για περιορισμένο χρονικό διάστημα, συγκεκριμένα για 15 μήνες, από τον Ιανουάριο του 2027 έως τις 31 Μαρτίου 2028.
Με βάση τις προβλέψεις του OBR, το μέτρο αναμένεται να ενισχύσει τα δημόσια ταμεία κατά 1,5 δισ. στερλίνες, ή περίπου 2 δισ. δολάρια, στη διάρκεια ισχύος του. Από το ποσό αυτό, 1 δισ. στερλίνες εκτιμάται ότι θα εισπραχθεί κατά τη δημοσιονομική χρήση 2027-2028.
Τα επίσημα έγγραφα του προϋπολογισμού για το 2026 αναφέρουν, παράλληλα, ότι η εφαρμογή του αυξημένου συντελεστή δεν πρόκειται να παραταθεί πέραν της προβλεπόμενης περιόδου.
Η απόφαση αντιμετωπίστηκε με σχετική ανακούφιση από τις τράπεζες, καθώς στον κλάδο υπήρχαν φόβοι ότι η κυβέρνηση θα επανέφερε τον πρόσθετο φορολογικό συντελεστή στο 8%, επίπεδο στο οποίο βρισκόταν πριν από τη μείωσή του το 2023.
Η αντίδραση στο χρηματιστήριο του Λονδίνου ήταν θετική. Οι μετοχές μεγάλων βρετανικών τραπεζών, μεταξύ των οποίων η Νάτγουεστ Γκρουπ, η Λόιντς Μπάνκινγκ Γκρουπ και η Μπάρκλεϊς, κατέγραψαν σημαντική άνοδο, καθώς οι επενδυτές έκριναν ότι η τελική φορολογική επιβάρυνση ήταν ηπιότερη από εκείνη που φοβόταν ο κλάδος.
Χωρίς εξαίρεση οι ξένες τράπεζες
Παρά τη σχετική ικανοποίηση που προκάλεσε η απόφαση στις βρετανικές τράπεζες, η αύξηση της φορολογίας προκάλεσε αντιδράσεις, κυρίως από διεθνείς χρηματοπιστωτικούς ομίλους που διατηρούν δραστηριότητες στη χώρα.
Τα έγγραφα του βρετανικού υπουργείου Οικονομικών δεν προβλέπουν εξαίρεση για τις ξένες τράπεζες που δραστηριοποιούνται στη βρετανική αγορά. Κατά συνέπεια, όμιλοι όπως η Τζέι Πι Μόργκαν Τσέις και η Σίτιγκρουπ, οι οποίοι ήδη καταβάλλουν τον συγκεκριμένο πρόσθετο φόρο, αναμένεται να επηρεαστούν επίσης από την αύξησή του.
Εκπρόσωπος της Τζέι Πι Μόργκαν αναγνώρισε τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η βρετανική οικονομία, εξέφρασε όμως την αντίθεσή του στην απόφαση να επιβληθούν εκ νέου πρόσθετοι φόροι στις τράπεζες. Όπως υποστήριξε, η επιβάρυνση ενός κλάδου που συνεισφέρει ουσιαστικά στην ανάπτυξη και την απασχόληση δεν βασίζεται σε ορθές αρχές, ενώ δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη ότι οι τράπεζες λειτουργούν σε ένα ιδιαίτερα ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον.
Από την πλευρά του, ο Τζον Χίλι αναγνώρισε τη σημασία του χρηματοπιστωτικού τομέα για την οικονομία της χώρας. «Οι βρετανικές τράπεζες προσφέρουν τεράστια συνεισφορά στη χώρα, μέσω των φόρων που καταβάλλουν, των θέσεων εργασίας, της επιχειρηματικής δραστηριότητας και των επενδύσεων που στηρίζουν», δήλωσε.
Απευθυνόμενος, μάλιστα, στους τραπεζικούς ομίλους, τόνισε ότι αναγνωρίζει και εκτιμά τον ρόλο τους στην οικονομία.
Πριν από την παρουσίαση του προϋπολογισμού, οι τράπεζες είχαν ασκήσει έντονες πιέσεις στην κυβέρνηση, επιδιώκοντας να αποτρέψουν την επιβολή νέων φορολογικών βαρών. Σε πρόσφατη επιστολή προς τον Χίλι και τον πρωθυπουργό Άντι Μπέρναμ, ο κλαδικός φορέας UK Finance είχε προειδοποιήσει ότι μια ενδεχόμενη αύξηση του πρόσθετου φορολογικού συντελεστή στο 8% θα μπορούσε να μειώσει την οικονομική παραγωγή κατά 6 δισ. στερλίνες, δηλαδή 8 δισ. δολάρια, σε διάστημα πέντε ετών. Σύμφωνα με την προειδοποίηση, οι επιπτώσεις θα ήταν εντονότερες στις περιοχές εκτός Λονδίνου.
Μετά την ανακοίνωση των μέτρων, η UK Finance επανέλαβε τη θέση της ότι η αύξηση της φορολογίας των τραπεζών δεν αποτελεί τον κατάλληλο τρόπο για την ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης.
Αναγνώρισε, ωστόσο, ως σημαντική τη δέσμευση του υπουργού Οικονομικών ότι η επιβάρυνση θα είναι προσωρινή, επισημαίνοντας παράλληλα ότι το υφιστάμενο φορολογικό πλαίσιο χρειάζεται ήδη αλλαγές, ώστε να καταστεί πιο ανταγωνιστικό σε διεθνές επίπεδο.
Ο κίνδυνος μεταφοράς κερδών εκτός Βρετανίας
Το Γραφείο Δημοσιονομικής Ευθύνης προειδοποιεί ότι η αύξηση του φορολογικού συντελεστή ενδέχεται να οδηγήσει ορισμένες τράπεζες στην επιλογή να μεταφέρουν μέρος των κερδών τους εκτός Βρετανίας.
Το OBR διευκρινίζει ότι το ενδεχόμενο αυτό έχει ήδη συνυπολογιστεί στις εκτιμήσεις του, χωρίς ωστόσο να μπορεί να προσδιορίσει με ακρίβεια την έκταση που θα μπορούσε να λάβει μια τέτοια μεταφορά κερδών.
Πιο καθησυχαστικός εμφανίστηκε ο διευθύνων σύμβουλος της Μπάρκλεϊς, Σ. Σ. Βενκατακρίσναν, ο οποίος είχε δηλώσει την προηγούμενη εβδομάδα σε συνομιλία με δημοσιογράφους ότι οι συνέπειες μιας αύξησης της φορολογίας θα ήταν πιθανότατα διαχειρίσιμες. Μάλιστα, είχε εκφράσει την πλήρη υποστήριξή του προς τον υπουργό Οικονομικών.
Από την πλευρά του, ο αναλυτής της Σορ Καπιτάλ, Γκάρι Γκρίνγουντ, εκτίμησε ότι οι τράπεζες απέφυγαν τελικά τις πιο βαριές φορολογικές επιβαρύνσεις που είχαν εξεταστεί πριν από την παρουσίαση του προϋπολογισμού.
Συνολικά, ο προϋπολογισμός αποτυπώνει την προσπάθεια της βρετανικής κυβέρνησης να συνδυάσει την προσωρινή ανακούφιση των νοικοκυριών με την αύξηση των δημόσιων εσόδων. Το βάρος μεταφέρεται εν μέρει στις επιχειρήσεις και στις τράπεζες, με την κυβέρνηση να επιχειρεί ταυτόχρονα να περιορίσει τις αντιδράσεις των αγορών και να αποφύγει περαιτέρω επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών.



