• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Credit: Courtesy of Warner Bros
Credit: Courtesy of Warner Bros
13:55 - 22 Οκτ 2026

«The Complete Kubrick»: Η μνημειώδης παρακαταθήκη του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, σε ένα κουτί

Δες περισσότερα άρθρα του Reporter.gr όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Η Criterion Collection κυκλοφορεί μία ογκώδη συλλογή που περιλαμβάνει και τις 13 μεγάλου μήκους ταινίες του σκηνοθέτη, Στάνλεϊ Κούμπρικ, αποτυπώνοντας το έργο ενός κορυφαίου δημιουργού του αμερικανικού κινηματογράφου.

Στο σπουδαιότερο ίσως αριστούργημά του, την κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος του Τζον Στάινμπεκ «Τα σταφύλια της οργής» (1940), ο Τζον Φορντ αφηγείται την ιστορία μιας οικογένειας από την Οκλαχόμα, η οποία έχει καταστραφεί από την ξηρασία και τις θύελλες σκόνης της δεκαετίας του 1930. Η οικογένεια επιχειρεί να εμποδίσει τον χειριστή μιας μπουλντόζας που έχει σταλεί για να ισοπεδώσει το σπίτι της — ένα σπίτι που πλέον δεν της ανήκει. Αλλά γιατί να κατηγορήσουν αυτόν τον ταλαιπωρημένο άνθρωπο; Κάνει τη δουλειά επειδή χρειάζεται ένα μεροκάματο.

Οι εντολές του προέρχονται από την εταιρεία Shawnee Land and Cattle. Μήπως, λοιπόν, πρέπει να στρέψουν μια καραμπίνα εναντίον του προέδρου της; Όχι, μας λένε· εκείνο το στέλεχος απλώς προσπαθεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της τράπεζάς του. Μήπως να πάνε στην Τάλσα και να πυροβολήσουν έναν τραπεζίτη; «Δεν είναι παρά ο διευθυντής», μαθαίνουμε. Ένας ακόμη αγχωμένος άνθρωπος, που προσπαθεί να διατηρήσει την επιχείρησή του οικονομικά βιώσιμη.

«Τότε ποιον να πυροβολήσουμε;» ρωτά ο απορημένος αγρότης. Και κάπως έτσι αποκαλύπτεται το αδιέξοδο του σύγχρονου ανθρώπου: δεν μπορείς να πολεμήσεις τον εχθρό σου, γιατί δεν μπορείς να τον δεις. Ο αντίπαλος βρίσκεται παντού και πουθενά. Δεν έχει πρόσωπο ούτε συγκεκριμένη διεύθυνση.

Ο διάδοχος του Φορντ ως ο σημαντικότερος μάστορας της εικόνας και της σύνθεσης στον αμερικανικό κινηματογράφο, ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ (1928–1999), έχτισε την καριέρα του πάνω σε αυτήν ακριβώς τη διαπίστωση. Στις ταινίες του, οι άνθρωποι παγιδεύονται σε απρόσωπα, αφηρημένα και παντοδύναμα συστήματα, παλεύουν εναντίον τους με όλες τους τις δυνάμεις και συντρίβονται — με μία αξιοσημείωτη εξαίρεση. Καθώς κυλούν οι τελευταίες σκηνές, σχεδόν μπορεί κανείς να ακούσει τον ίδιο τον σκηνοθέτη, ή τον Θεό, να γελάει χαμηλόφωνα κάπου έξω από το πλάνο.

Ο άνθρωπος που ο Κρίστοφερ Νόλαν αποκαλεί τον σπουδαιότερο σκηνοθέτη όλων των εποχών αποκτά πλέον το δικό του μνημείο: το «The Complete Kubrick», μια συλλεκτική κασετίνα 30 δίσκων, αξίας 600 δολαρίων, με τις εκδόσεις 4K Blu-ray και των 13 ταινιών μεγάλου μήκους του. Η συλλογή της Criterion (κυκλοφόρησε στις 20/10) περιλαμβάνει επίσης τις τρεις μικρού μήκους ταινίες του Κιούμπρικ, αρχειακές συνεντεύξεις και αρκετά ντοκιμαντέρ για τον σκηνοθέτη — ανάμεσά τους και το αποκαλυπτικό ντοκιμαντέρ της κόρης του, Βίβιαν Κιούμπρικ, η οποία ακολουθούσε τον πατέρα της την περίοδο που γύριζε τη «Λάμψη». Όπως αρμόζει σε έναν εμμονικό δημιουργό, πρόκειται για ένα δώρο φτιαγμένο για εξίσου εμμονικούς θαυμαστές.

Ο Κιούμπρικ χαρακτήρισε αποτυχία την πειραματική πρώτη του ταινία, «Fear and Desire» (1952), ενώ η δεύτερη, «Killer’s Kiss» (1955), δεν είναι ιδιαίτερα καλή. Οι υπόλοιπες έντεκα; Σχεδόν όλες, όπως σημειώνει η Wall Street Journal, αποτελούν ορόσημα του κινηματογράφου, ακόμη κι εκείνη που, σύμφωνα με τα παράπονα του ίδιου του Κιούμπρικ, τον υποβίβασε σε έναν απλό «εκτελεστή εντολών»: ο «Σπάρτακος» του 1960, ένα λαμπρό επικό έργο των μέσων του 20ού αιώνα, που όμως δεν φέρει πραγματικά τη χαρακτηριστική κινηματογραφική σφραγίδα του Κιούμπρικ. Τον πρώτο λόγο είχε ο παραγωγός και πρωταγωνιστής Κερκ Ντάγκλας.

Ο σκηνοθέτης αφηγήθηκε, μέσα από ταινίες που εκτείνονται σε δεκαετίες, ιστορίες ανδρών που καταστρέφονται από τον πόλεμο («Σταυροί στο μέτωπο», 1957· «Full Metal Jacket», 1987), το στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα («SOS Πεντάγωνο καλεί Μόσχα», 1964), τη λαγνεία («Λολίτα», 1962), το υπερφυσικό («Η λάμψη», 1980), τα όνειρα («Μάτια ερμητικά κλειστά», 1999) και τη μοίρα («The Killing», 1956· «Μπάρι Λίντον», 1975).

Στις περισσότερες περιπτώσεις, το ακαταμάχητο σύστημα εκμεταλλεύεται κάποιο σοβαρό ελάττωμα του κεντρικού χαρακτήρα. Τα φαντάσματα στη «Λάμψη», για παράδειγμα, δεν κάνουν σχεδόν τίποτα στον Τζακ Τόρανς, πέρα από το να του ξεκλειδώσουν ένα ντουλάπι. Αυτό που τον καταστρέφει είναι η οργή του, η οποία τροφοδοτείται από τον αλκοολισμό του — ή ο αλκοολισμός του, που τροφοδοτεί την οργή του.

Παγερό, απόκοσμο μεγαλείο

Το παγερό, απόκοσμο μεγαλείο αυτών των ταινιών σε καλεί να τις ξαναδείς ξανά και ξανά. Εδώ και τέσσερις δεκαετίες, το «Μπάρι Λίντον» κάθε λίγα χρόνια αποκαλύπτει κάτι διαφορετικό. Ο Κιούμπρικ δεν μας έκανε κηρύγματα ούτε επιδίωκε να μας παρηγορήσει ή να μας κάνει καλύτερους ανθρώπους. Η ταινία «Fail Safe» (1964) αφηγείται ουσιαστικά την ίδια ιστορία με το «SOS Πεντάγωνο καλεί Μόσχα», που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά. Ωστόσο, η πρώτη έχει σχεδόν σβήσει από τη συλλογική πολιτισμική μνήμη, επειδή το ειλικρινές, διδακτικό της μήνυμα δεν αντέχει στον χρόνο όσο η σαρκαστική ειρωνεία του Κιούμπρικ.

Ο γεννημένος στη Νέα Υόρκη δημιουργός πιθανότατα θα απεχθανόταν τη σημερινή, ολοένα και μικρότερη διάρκεια της προσοχής μας. Ωστόσο, το έργο του έχει προσαρμοστεί στη δεκαετία του 2020. Οι υπαινικτικές και αινιγματικές πλευρές των ταινιών του προσφέρονται για ανάλυση σε διαδικτυακές ομάδες συζητήσεων, ενώ εικόνες που γίνονται ιδανικό υλικό για memes ανακυκλώνονται ασταμάτητα.

Η κραυγή του Τόνι Κέρτις «Εγώ είμαι ο Σπάρτακος!» έχει μείνει ανεξίτηλη στην κινηματογραφική ιστορία. Το ίδιο και ο Σλιμ Πίκενς, που ζητωκραυγάζει καβάλα στην πυρηνική βόμβα στην αποκαλυπτική τελική σκηνή του «SOS Πεντάγωνο καλεί Μόσχα», τα μάτια που κρατιούνται ανοιχτά με τη βία κατά τη διαδικασία πλύσης εγκεφάλου στο «Κουρδιστό πορτοκάλι» (1971), ο παγωμένος Τζακ στο τέλος της «Λάμψης» και το προκλητικό βλέμμα της Σου Λάιον, καθώς λιάζεται με το μπικίνι της στη «Λολίτα».

Κατά κάποιον τρόπο, η ταινία που αποκλίνει περισσότερο από τη χαρακτηριστική κινηματογραφική λογική του Κιούμπρικ είναι το «2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος» (1968), επειδή είναι η μοναδική στην οποία ο ήρωας θριαμβεύει — και μάλιστα σε μια κλίμακα που προκαλεί ίλιγγο.

Ο αστροναύτης Ντέιβ Μπόουμαν αναγεννιέται ως μια θεϊκή μορφή, γνωστή ως «Παιδί των Άστρων» στο ομώνυμο συνοδευτικό μυθιστόρημα του Άρθουρ Κλαρκ, συνσεναριογράφου της ταινίας. Στην ουσία, ενσαρκώνει τον Υπεράνθρωπο του Φρίντριχ Νίτσε, την απόλυτη μορφή ζωής.

Ο Κιούμπρικ συνόδευσε σκόπιμα την εμφάνιση αυτής της μορφής με την «Ανατολή» (Sunrise) από το συμφωνικό έργο του Ρίχαρντ Στράους «Τάδε έφη Ζαρατούστρα», που παραπέμπει άμεσα στη φιλοσοφία του Νίτσε. Ίσως ο Κιούμπρικ να αισθανόταν ότι είχε επιδείξει εδώ αρκετή αισιοδοξία ώστε να δικαιολογήσει μια ολόκληρη ζωή γεμάτη ζοφερά φινάλε. Το «Κουρδιστό πορτοκάλι» κλείνει επίσης με ένα είδος νίκης του πρωταγωνιστή του, αλλά πρόκειται για μια ειρωνική νίκη: ένας ψυχοπαθής δολοφόνος ακυρώνει κάθε προσπάθεια αναμόρφωσής του και επιστρέφει στον φρικτό, αληθινό εαυτό του.

Το «The Killing», που αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για το «Reservoir Dogs» του Κουέντιν Ταραντίνο, είναι ένα από τα έργα που θεμελίωσαν τον τρόπο αφήγησης μιας ιστορίας σαν παζλ, εμπιστευόμενης το κοινό να συναρμολογήσει μόνο του τα κομμάτια της. Τότε, αυτή η προσέγγιση ήταν σπάνια· σήμερα είναι σχεδόν πανταχού παρούσα, ιδίως στις τηλεοπτικές σειρές υψηλών προδιαγραφών.

Πρόκειται για την ιστορία ενός εξαιρετικά λεπτομερούς, βήμα προς βήμα σχεδίου ληστείας σε ιππόδρομο και του τρόπου με τον οποίο το σχέδιο ανατρέπεται, με πικρό χιούμορ, από μια μοίρα ακόμη πιο σχολαστική και αμείλικτη. Ο Κιούμπρικ ολοκληρώνει την ταινία με το χαρακτηριστικό του μαύρο κωμικό ύφος. Ο Τζόνι Κλέι, τον οποίο υποδύεται ο Στέρλινγκ Χέιντεν, έχει ήδη περάσει από κάθε λογής αναποδιές. Τώρα παρακολουθεί ανήμπορος μια βαλίτσα γεμάτη κλεμμένα χρήματα να πέφτει από ένα καρότσι αποσκευών. Τα χαρτονομίσματα σκορπίζονται στον αέρα.

«Πρέπει να τρέξεις!» του λένε. «Τι διαφορά έχει;» απαντά εκείνος, με την απόλυτη παραίτηση του αντιήρωα του φιλμ νουάρ.

Ο Τζόνι δεν μπορεί να ξεφύγει από τη μοίρα του, όπως ακριβώς δεν μπορεί ούτε ο Μπάρι Λίντον: ο άφραγκος Ιρλανδός τυχοδιώκτης που ανοίγει τον δρόμο του μέσα από ένα πλέγμα ψεμάτων στην Ευρώπη του 18ου αιώνα, καταφέρνει να ανέλθει σε μια απροσδόκητα υψηλή κοινωνική θέση, αλλά τελικά υφίσταται την τιμωρία που του αναλογεί — και με το παραπάνω.

Το περιοδικό Harvard Lampoon χαρακτήρισε τη «Μπάρι Λίντον» «βαρετή» και «τη χειρότερη ταινία του 1975». Σήμερα, κατατάσσεται στη 12η θέση των καλύτερων ταινιών όλων των εποχών στην ψηφοφορία σκηνοθετών του περιοδικού Sight and Sound για το 2022 και στην 45η θέση στην αντίστοιχη ψηφοφορία των κριτικών.

Με παρόμοιο τρόπο, το παράξενο και αργά εξελισσόμενο «Μάτια ερμητικά κλειστά» — ας το αποκαλέσουμε «1999: Μια σεξουαλική Οδύσσεια» — δεν αποκαλύπτει εύκολα τα μυστικά του. Κι όμως, συνεχίζει να κερδίζει νέους, φανατικούς θαυμαστές.

Ο κινηματογραφικός κόσμος θεωρούσε τον Στάνλεϊ Κιούμπρικ ιδιοφυΐα ήδη όσο ζούσε. Αν μη τι άλλο, η φήμη του είναι ακόμη μεγαλύτερη, ένα τέταρτο του αιώνα μετά τον θάνατό του.

Όταν ο Κιούμπρικ πέθανε, ο Στίβεν Σπίλμπεργκ παρατήρησε:
«Δεν δημιούργησε απλώς ταινίες. Μας προσέφερε ολοκληρωμένες, καθηλωτικές εμπειρίες, οι οποίες γίνονταν εντονότερες — και όχι λιγότερο έντονες — όσο περισσότερο βλέπαμε τις ταινίες του. Δεν αντέγραψε ποτέ κανέναν, την ώρα που όλοι εμείς προσπαθούσαμε απεγνωσμένα να τον μιμηθούμε».

Ο κινηματογράφος του Κιούμπρικ μπορεί να διαρκέσει για πάντα… και για πάντα… και για πάντα.