Την αξιοποίηση ευρωπαϊκών και εθνικών εργαλείων για την ανάσχεση της ενεργειακής επιβάρυνσης της ακτοπλοΐας εξετάζει η κυβέρνηση, καθώς η άνοδος του κόστους καυσίμων πιέζει τα οικονομικά των εταιρειών και περιορίζει τα περιθώρια διατήρησης των ναύλων στα σημερινά επίπεδα. Στο επίκεντρο, συγκεκριμένα, με βάση πήροφορίες, βρίσκεται το ευρωπαϊκό πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων METSAF, μέσω του οποίου προβλέπεται, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, η δυνατότητα κάλυψης έως και του 70% του πρόσθετου κόστους καυσίμων για επιλέξιμες δραστηριότητες. Προαφανώς, ζητούμενο είναι να περιοριστεί η επιβάρυνση που προκαλεί η αύξηση των τιμών των καυσίμων, χωρίς να απαιτηθεί η μετακύλισή της στους επιβάτες. Παράλληλα, εξετάζονται παρεμβάσεις όπως η ελάφρυνση των λιμενικών τελών, σε μια προσπάθεια να διατηρηθεί η λειτουργική βιωσιμότητα των επιχειρήσεων και να αποφευχθούν ανατιμήσεις στα εισιτήρια.
Σύμφωνα, μάλιστα, με πηγές της αγοράς, η ετήσια δαπάνη καυσίμων των ακτοπλοϊκών εταιρειών ξεπερνά τα 700 εκατ. ευρώ, ενώ η πρόσθετη επιβάρυνση από την άνοδο των τιμών υπερβαίνει τα 200 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για μεγέθη που επηρεάζουν άμεσα τα λειτουργικά αποτελέσματα των επιχειρήσεων, σε έναν κλάδο με υψηλές σταθερές δαπάνες και αυξημένες ανάγκες διατήρησης δρομολογίων ακόμη και όταν η επιβατική κίνηση υποχωρεί.
METSAF: Το ευρωπαϊκό εργαλείο και οι προϋποθέσεις ενίσχυσης
Σημειώνεται, ότι το ευρωπαϊκό πλαίσιο METSAF (Middle East Crisis Temporary State Aid Framework) δημιουργεί τη δυνατότητα προσωρινής κρατικής στήριξης για δραστηριότητες που πλήττονται από τις οικονομικές επιπτώσεις της κρίσης στη Μέση Ανατολή και την αύξηση του ενεργειακού κόστους.
Στο πλαίσιο αυτό προβλέπονται ενισχύσεις που μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να φτάσουν έως το 70% του πρόσθετου κόστους καυσίμων, με βάση τους προβλεπόμενους κανόνες υπολογισμού και τεκμηρίωσης. Στις δραστηριότητες που μπορούν να καλυφθούν περιλαμβάνονται συγκεκριμένες κατηγορίες θαλάσσιων μεταφορών μικρών αποστάσεων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η αξιοποίηση του μηχανισμού από την Ελλάδα, ωστόσο, δεν είναι αυτόματη. Απαιτείται να εξεταστεί η επιλεξιμότητα των δραστηριοτήτων, καθώς και η συμβατότητα του σχεδίου ενίσχυσης με τους ευρωπαϊκούς κανόνες. Επομένως, το ποσοστό του 70% αποτελεί ανώτατο όριο που προβλέπεται στο σχετικό πλαίσιο και όχι δεδομένη επιδότηση για το σύνολο των ελληνικών ακτοπλοϊκών εταιρειών.
Παράλληλα, στο τραπέζι βρίσκονται εναλλακτικές παρεμβάσεις για τον περιορισμό του λειτουργικού κόστους, με τις ελαφρύνσεις στα λιμενικά τέλη να αποτελούν μία από τις επιλογές που εξετάζονται. Η τελική μορφή της στήριξης θα εξαρτηθεί από τις αποφάσεις της κυβέρνησης και τις δυνατότητες εφαρμογής των διαθέσιμων εργαλείων.
Τα καύσιμα πιέζουν τους ισολογισμούς
Η αύξηση της δαπάνης για καύσιμα επιβαρύνει σημαντικά τα οικονομικά της ακτοπλοΐας. Σύμφωνα με στοιχεία που έχει παρουσιάσει ο πρόεδρος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας (ΣΕΕΝ), Διονύσης Θεοδωράτος, το κόστος καυσίμων για ένα δρομολόγιο στη γραμμή Ραφήνα–Μύκονος αυξήθηκε από 19.000 σε 40.000 ευρώ.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η επιβάρυνση στη γραμμή Πειραιάς–Ρόδος, με ενδιάμεσες προσεγγίσεις στην Πάτμο, τη Λέρο και την Κω, όπου το κόστος καυσίμων ανά δρομολόγιο διπλασιάστηκε, από 100.000 σε 200.000 ευρώ.
Οι αυξήσεις αυτές συμπιέζουν τα περιθώρια κερδοφορίας και δυσκολεύουν την κάλυψη των υπόλοιπων λειτουργικών εξόδων. Οι πιέσεις είναι εντονότερες για μικρότερες εταιρείες, ορισμένες από τις οποίες, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, καταγράφουν λειτουργικές ζημιές ακόμη και σε γραμμές με αυξημένη εμπορική κίνηση.
Την ίδια στιγμή, η συγκράτηση των τιμών των εισιτηρίων κατά το 2025 και το 2026 έχει περιορίσει τη δυνατότητα μετακύλισης του πρόσθετου κόστους στους επιβάτες. Η εξίσωση γίνεται δυσκολότερη κατά τη χειμερινή περίοδο, όταν τα έσοδα από την επιβατική κίνηση μειώνονται, χωρίς να περιορίζονται αντίστοιχα οι ανάγκες εξυπηρέτησης των νησιών.
Στοίχημα η συγκράτηση των ναύλων
Ουσιαστικά, η κυβέρνηση καλείται να διαμορφώσει ένα πλαίσιο παρέμβασης που θα επιτρέψει στις ακτοπλοϊκές επιχειρήσεις να απορροφήσουν μέρος της ενεργειακής επιβάρυνσης, χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η οικονομική τους αντοχή. Την πρόθεση να εξεταστεί το ζήτημα έχει ήδη γνωστοποιήσει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, επισημαίνοντας την ανάγκη να αποφευχθούν αυξήσεις στα εισιτήρια λόγω της ανόδου του κόστους του ναυτιλιακού ντίζελ.
Οι επόμενες κινήσεις, πάντως, αναμένονται μετά την επιστροφή του υπουργού Ναυτιλίας, Βασίλη Κικίλια, από τις επίσημες επισκέψεις του στο εξωτερικό. Στο επίκεντρο βρίσκεται η αναζήτηση μιας λύσης που θα συνδυάζει την οικονομική στήριξη των εταιρειών με την προστασία των επιβατών.
Η σημασία του ζητήματος υπερβαίνει, ωστόσο, τα όρια των εταιρικών οικονομικών αποτελεσμάτων. Η ακτοπλοΐα αποτελεί βασική υποδομή για την ελληνική οικονομία, καθώς εξασφαλίζει τη μεταφορά επιβατών και εμπορευμάτων, στηρίζει την τουριστική δραστηριότητα και διατηρεί τη σύνδεση των νησιών με την ηπειρωτική χώρα.
Σε αυτό το πλαίσιο, η διασφάλιση της βιωσιμότητας του κλάδου συνδέεται με τη στήριξη της νησιωτικής οικονομίας και τη διατήρηση της εθνικής συνοχής.



