Η ενίσχυση αναμένεται να καλύψει αναδρομικά την κατανάλωση καυσίμων από τον Σεπτέμβριο έως το τέλος Οκτωβρίου, ενώ οι επίσημες ανακοινώσεις θα προσδιορίσουν τη διάρκεια εφαρμογής του μέτρου, το ενδεχόμενο παράτασής του και τον χρόνο καταβολής των χρημάτων στις ακτοπλοϊκές εταιρείες.
Η νέα επιδότηση έρχεται, πάντως, σε μια περίοδο κατά την οποία το ενεργειακό κόστος εξελίσσεται σε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες πίεσης για τις επιχειρήσεις του κλάδου, επηρεάζοντας άμεσα την κερδοφορία, τον προγραμματισμό των δρομολογίων και τη διαμόρφωση των τιμών των εισιτηρίων.
Το ενεργειακό κόστος απορροφά το 80% του κύκλου εργασιών
Τη διάσταση της επιβάρυνσης περιέγραψε ο πρόεδρος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας (ΣΕΕΝ), Διονύσιος Θεοδωράτος, μιλώντας το Σάββατο 24 Οκτωβρίου στο ΕΡΤnews.
Όπως ανέφερε, η ετήσια δαπάνη για καύσιμα, η οποία μέχρι πρότινος διαμορφωνόταν περίπου στα 400 εκατ. ευρώ, αναμένεται να φτάσει τα 800 εκατ. ευρώ το 2026. Πρόκειται για πρόσθετη επιβάρυνση της τάξης των 400 εκατ. ευρώ, σε έναν κλάδο με ετήσιο κύκλο εργασιών περίπου 1 δισ. ευρώ.
Με βάση αυτά τα δεδομένα, η δαπάνη καυσίμων ενδέχεται να αντιστοιχεί πλέον στο 80% του συνολικού τζίρου των επιχειρήσεων, έναντι περίπου 40% προηγουμένως, περιορίζοντας σημαντικά τα περιθώρια για την κάλυψη των υπόλοιπων λειτουργικών και επενδυτικών αναγκών τους.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΣΕΕΝ, οι ανάγκες της ελληνικής ακτοπλοΐας ανέρχονται σε περίπου 700.000 τόνους ναυτιλιακών καυσίμων ετησίως, ποσότητα που απαιτείται για τη λειτουργία του στόλου και την εξυπηρέτηση του δικτύου θαλάσσιων συγκοινωνιών της χώρας. Αυτό, αναπόδραστα, αναδεικνύει το μέγεθος της εξάρτησης του κλάδου από τις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών ενέργειας, αλλά και τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει μια παρατεταμένη περίοδος υψηλών τιμών στη βιωσιμότητα των ακτοπλοϊκών επιχειρήσεων αλλά και στη διασφάλιση της εθνικής συνοχής.
Επιδότηση 16 λεπτών ανά λίτρο – Τι ποσοστό του κόστους καλύπτει
Στο φόντο αυτό, το κυβερνητικό σχέδιο προβλέπει οικονομική ενίσχυση 16 λεπτών ανά λίτρο ναυτιλιακού καυσίμου, με το συνολικό ποσό να εκτιμάται σε 30-35 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, η συγκεκριμένη παρέμβαση καλύπτει ένα περιορισμένο τμήμα της πρόσθετης δαπάνης που έχει επωμιστεί ο κλάδος.
Ειδικότερα, η επιδότηση αντιστοιχεί περίπου στο 20%-25% της πρόσθετης επιβάρυνσης από τα καύσιμα για την εξεταζόμενη περίοδο, η οποία υπολογίζεται ότι ξεπερνά τα 150 εκατ. ευρώ.
Παράλληλα, το ποσοστό ενίσχυσης υπολείπεται σημαντικά του ανώτατου ορίου 70% της αύξησης του κόστους καυσίμων που προβλέπεται στο ευρωπαϊκό πλαίσιο METSAF. Για τις ακτοπλοϊκές επιχειρήσεις, επομένως, η κρατική παρέμβαση προσφέρει μερική ανακούφιση, χωρίς να εξαλείφει τις πιέσεις που προκαλεί η άνοδος των ενεργειακών δαπανών. Άρα, η εξέλιξη των τιμών των καυσίμων θα εξακολουθήσει να αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τον οικονομικό προγραμματισμό των εταιρειών, με ενδεχόμενες επιπτώσεις τόσο στη συχνότητα των δρομολογίων όσο και στο κόστος μετακίνησης των επιβατών.
Κυβερνητική παρέμβαση με στόχο τη συγκράτηση των εισιτηρίων
Την πρόθεση, πάντως, της κυβέρνησης να προχωρήσει σε νέα μέτρα στήριξης της ακτοπλοΐας είχε προαναγγείλει ο υπουργός Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Βασίλης Κικίλιας, σε συνέντευξή του στον ΑΝΤ1.
Ο υπουργός χαρακτήρισε τις ακτοπλοϊκές συγκοινωνίες βασικό μέσο μαζικής μεταφοράς για τη νησιωτική Ελλάδα, επισημαίνοντας παράλληλα τον κρίσιμο ρόλο τους στην εφοδιαστική αλυσίδα και στη μεταφορά προϊόντων προς τα νησιά.
Όπως ανέφερε, έχουν ήδη πραγματοποιηθεί επαφές με εκπροσώπους των ακτοπλοϊκών εταιρειών, ενώ οι τελικές αποφάσεις θα ανακοινωθούν μετά την ολοκλήρωση των συνεννοήσεων με την Προεδρία της Κυβέρνησης και τα συναρμόδια υπουργεία.
Υπενθύμισε, επίσης, ότι προηγούμενες κυβερνητικές παρεμβάσεις είχαν συμβάλει στην αποτροπή αυξήσεων περίπου 15% στα ακτοπλοϊκά εισιτήρια, τις οποίες είχαν προαναγγείλει οι επιχειρήσεις λόγω της ανόδου του λειτουργικού κόστους.
Το ζητούμενο για την αγορά είναι κατά πόσο η νέα ενίσχυση θα μπορέσει να λειτουργήσει ως ανάχωμα σε νέες ανατιμήσεις, σε μια περίοδο κατά την οποία οι εταιρείες καλούνται να διαχειριστούν σημαντικά υψηλότερες λειτουργικές δαπάνες.
Χίος: Πρόσθετο κόστος για την κάλυψη των συγκοινωνιακών αναγκών
Πέρα από το ενεργειακό κόστος, πρόσθετες χρηματοδοτικές ανάγκες δημιουργούνται και από τον σχεδιασμό για τη διατήρηση της ακτοπλοϊκής εξυπηρέτησης της Χίου κατά το διάστημα που το αεροδρόμιο του νησιού θα παραμείνει κλειστό, για περίπου τέσσερις μήνες, λόγω εργασιών.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η Attica Group, η μοναδική εταιρεία που εξυπηρετεί σήμερα τη συγκεκριμένη γραμμή, έχει ενημερώσει το υπουργείο Ναυτιλίας ότι εξετάζει τη διατήρηση των έξι εβδομαδιαίων δρομολογίων έως τις 15 Νοεμβρίου, προκειμένου να δοθεί χρόνος για την εξεύρεση εναλλακτικής λύσης.
Υπενθυμίζεται ότι η εταιρεία είχε γνωστοποιήσει από τον Ιανουάριο, κατά την υποβολή των προγραμμάτων δρομολογίων, την πρόθεσή της να περιορίσει από έξι σε τρία τα εβδομαδιαία δρομολόγια από τον Νοέμβριο του 2026 έως τον Οκτώβριο του 2027.
Η κυβέρνηση επιδιώκει πλέον να διατηρηθεί η υφιστάμενη συχνότητα των έξι δρομολογίων, ενώ εξετάζει και την προσθήκη μίας επιπλέον επιδοτούμενης σύνδεσης, μέσω σύμβασης δημόσιας υπηρεσίας, με πιθανές αφετηρίες το Λαύριο ή τη Μυτιλήνη.
Η συγκεκριμένη λύση συνεπάγεται πρόσθετες δημοσιονομικές ανάγκες, καθώς θα πρέπει να εξασφαλιστεί χρηματοδότηση τόσο για τη νέα επιδοτούμενη γραμμή όσο και για τα επιπλέον δρομολόγια που ενδέχεται να διατηρήσει η Attica Group.
Έτσι, η προσωρινή διακοπή λειτουργίας του αεροδρομίου της Χίου δημιουργεί μια ακόμη οικονομική εκκρεμότητα για την κυβέρνηση, η οποία καλείται να εξασφαλίσει τους απαραίτητους πόρους για την κάλυψη των πρόσθετων συγκοινωνιακών αναγκών του νησιού.
Πέρα από το κόστος των καυσίμων και τη στήριξη των ακτοπλοϊκών επιχειρήσεων, αναδεικνύεται, επομένως, και η δημοσιονομική διάσταση της διασφάλισης της νησιωτικής συνδεσιμότητας, με την ακτοπλοΐα και ειδικά εκείνη που δεν έχει εποχικό χαρακτήρα, να παραμένει κρίσιμος κρίκος τόσο για την οικονομική δραστηριότητα των νησιών όσο και για την εθνική συνοχή.






