Η συμφωνία για τον προϋπολογισμό πρέπει να επιτευχθεί μέχρι το τέλος του 2026, προειδοποίησε ο Γάλλος πρόεδρος, Εμανουέλ Μακρόν, βάζοντας ως όριο τις προεδρικές εκλογές στη Γαλλία τον Απρίλιο του 2027, οι οποίες θα καταστήσουν για το Παρίσι πολιτικά αδύνατο να συμμετάσχει στις συζητήσεις.
Αφενός, σύμφωνα με τα όσα είπε ο Μακρόν – με βάση τέσσερις Ευρωπαίους διπλωμάτες, τους οποίους επικαλείται το Politico – κατά την προεκλογική περίοδο δε θα έχει την πολιτική εντολή να υπογράψει μία τέτοια συμφωνία. Αφετέρου, η ηγέτιδα της γαλλικής ακροδεξιάς Μαρίν Λεπέν, η οποία προηγείται στις δημοσκοπήσεις, έχει δεσμευτεί να μειώσει στο μισό τις συνεισφορές της Γαλλίας στον προϋπολογισμό της ΕΕ εάν αναλάβει την εξουσία. Μάλιστα, κατηγόρησε την ΕΕ ότι επιταχύνει τις συνομιλίες για να εμποδίσει τον επόμενο ηγέτη της Γαλλίας να έχει λόγο.
«Ο Γάλλος πρόεδρος είπε ότι από τον Ιανουάριο και μετά δεν θα υπάρχει πολιτικό περιθώριο» για την ολοκλήρωση της συμφωνίας, ανέφερε χαρακτηριστικά ένας από τους διπλωμάτες, με το Politico να υπογραμμίζει πως η παρέμβαση Μακρόν αυξάνει την πίεση προς τους Ευρωπαίους ηγέτες να ξεπεράσουν τις διαφωνίες τους και να καταλήξουν σε συμβιβασμό κατά τη Σύνοδο Κορυφής του Δεκεμβρίου.
Ένας άλλος διπλωμάτης, ωστόσο, που επικαλείται το ίδιο μέσο, φέρεται σημείωσε: «Η ΕΕ θα ήταν ακυβέρνητη αν λαμβάναμε υπόψη όλες τις τοπικές εκλογές».
Παράλληλα, δεν βλέπουν όλοι οι Ευρωπαίοι ηγέτες την προθεσμία του Δεκεμβρίου με καλό μάτι, φοβούμενοι ότι η πίεση χρόνου θα υπονομεύσει την δύναμή τους στις διαπραγματεύσεις.
Μία από αυτούς και η Τζόρτζια Μελόνι, η οποία δήλωσε από το βήμα της ιταλικής Βουλής την Τετάρτη (14/10): «Δεν θα υπογράψουμε μια συμφωνία που δεν είναι ωφέλιμη για εμάς απλώς και μόνο για να τηρήσουμε μια προθεσμία. Θα υπογράψουμε μια συμφωνία μόνο όταν είναι κατάλληλη για την Ιταλία».
«Αγκάθι» το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της ΕΕ
Στον πυρήνα της αντιπαράθεσης βρίσκεται το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της ΕΕ για την περίοδο 2028-2034 που θα καθορίσει τη χρηματοδότηση σε μία σειρά τομείς· αγροτική πολιτική, άμυνα, περιφερειακή ανάπτυξη, ανταγωνιστικότητα, στήριξη προς την Ουκρανία.
Η συμβιβαστική πρόταση που κατέθεσε η ιρλανδική προεδρία προβλέπει τη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού στα 1,622 τρισ. ευρώ, ποσό μειωμένο κατά 141 δισ. ευρώ σε σύγκριση με το αρχικό σχέδιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Παρά τον περιορισμό των προβλεπόμενων δαπανών, το νέο πλαίσιο έχει πυροδοτήσει αντιδράσεις από διαφορετικές πλευρές, τόσο από τα κράτη-μέλη που επιμένουν στην ανάγκη συγκράτησης των ευρωπαϊκών δαπανών όσο και από εκείνα που διεκδικούν περισσότερους πόρους για τις παραδοσιακές πολιτικές της Ένωσης.
Η Γερμανία, η Σουηδία και η Ολλανδία συγκαταλέγονται στις χώρες που χαρακτηρίζονται «φειδωλές», ζητώντας αυστηρότερο έλεγχο των ευρωπαϊκών δαπανών, ιδίως σε μια συγκυρία κατά την οποία οι εθνικοί προϋπολογισμοί βρίσκονται αντιμέτωποι με αυξανόμενες δημοσιονομικές πιέσεις. Στον αντίποδα, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία και άλλα κράτη-μέλη εκτιμούν ότι οι περικοπές που προτείνονται αποδυναμώνουν την ικανότητα της ΕΕ να αντιμετωπίσει τις οικονομικές προκλήσεις και τις γεωπολιτικές αναταράξεις.
Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς προειδοποίησε ότι η πορεία προς μια συμφωνία θα είναι ιδιαίτερα δύσκολη, επισημαίνοντας ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες εξακολουθούν να απέχουν σημαντικά από την επίτευξη συμβιβασμού. Παράλληλα, εκτίμησε ότι οι διαπραγματεύσεις που προγραμματίζονται για τον Δεκέμβριο ενδέχεται να αποδειχθούν μακρά διαδικασία, χρησιμοποιώντας χαρακτηριστικά το σχόλιο ότι οι συμμετέχοντες θα χρειαστεί να έχουν μαζί τους περισσότερα πουκάμισα από όσα παίρνουν συνήθως.
Από την πλευρά της, η Σουηδία απέρριψε το προτεινόμενο διαπραγματευτικό πλαίσιο, ενώ ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ χαρακτήρισε την πρόταση «σαφώς ανεπαρκή» και «απαράδεκτη για την Ισπανία». Οι αντιδράσεις αυτές αναδεικνύουν το βάθος των διαφορών μεταξύ των κρατών-μελών, τα οποία καλούνται να βρουν κοινό έδαφος τόσο ως προς το συνολικό μέγεθος του προϋπολογισμού όσο και ως προς τον τρόπο κατανομής των διαθέσιμων κονδυλίων.
Ενεργειακή κρίση: Η ελληνική πρόταση και οι επιφυλάξεις
Η «μάχη» για τον προϋπολογισμό δεν είναι το μόνο ζήτημα που απασχολεί τους Ευρωπαίους ηγέτες, αφού την ίδια ώρα αναζητούν και μια πειστική απάντηση στην ενεργειακή κρίση, η οποία εξακολουθεί να επιβαρύνει νοικοκυριά και επιχειρήσεις, υπό το βάρος των διεθνών αναταράξεων και των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή.
Στο «τραπέζι» έχουν πέσει προτάσεις για έλεγχο στις τιμές ρεύματος, φορολόγηση των έκτακτων κερδών των ενεργειακών εταιρειών, μειώσεις φορολογικών επιβαρύνσεων και στοχευμένες κρατικές ενισχύσεις. Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν έχει διαμορφωθεί κοινή γραμμή για το εύρος και τη χρηματοδότηση των παρεμβάσεων.
Την ίδια ώρα, στην ατζέντα της Συνόδου βρίσκεται και η στήριξη προς την Ουκρανία, με πολλά ζητήματα που σχετίζονται με την κάλυψη των αναγκών της χώρας το 2027 να είναι ακόμη ανοιχτά, παρά το συμφωνημένο δάνειο των 90 δισ. ευρώ για την περίοδο 2026-2027 για στρατιωτική βοήθεια (60 δισ.) και δημοσιονομική στήριξη (30 δισ.).
Σε ό,τι μας αφορά στενότερα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ζήτησε στην κεκλεισμένων των θυρών συνεδρίαση από την Ευρώπη να αντιδράσει πιο ουσιαστικά και αποτελεσματικά στον «επείγοντα χαρακτήρα της ενεργειακής κρίσης».
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ανάγκη μεγαλύτερης ευελιξίας εντός του υφιστάμενου δημοσιονομικού πλαισίου, προκειμένου να καταστεί δυνατή η εφαρμογή προσωρινών και στοχευμένων μέτρων για την ανακούφιση των ευάλωτων νοικοκυριών και των επιχειρήσεων που επιβαρύνονται από το αυξημένο ενεργειακό κόστος.
Χαρακτηριστικά ανέφερε: «Χρειαζόμαστε μεγαλύτερη ευελιξία εντός του υφιστάμενου δημοσιονομικού πλαισίου, ώστε να προσφέρουμε στοχευμένα, προσαρμοσμένα και προσωρινά μέτρα στήριξης στα ευάλωτα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις».
Λαμβάνοντας υπόψη την πάγια στόχευση της ελληνικής κυβέρνησης για δημοσιονομική αξιοπιστία – την οποία επανέλαβε την Πέμπτη (15/10) και ο Κυριάκος Πιερρακάκης – είναι σαφές ότι η Ελλάδα προτείνει τη δημιουργία μεγαλύτερου δημοσιονομικού χώρου για την αντιμετώπιση των συνεπειών της ενεργειακής κρίσης, χωρίς όμως να παραβιάζονται οι γενικότεροι στόχοι δημοσιονομικής σταθερότητας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Αθήνα επιδιώκει να αξιοποιήσει τα πρόσθετα φορολογικά έσοδα που δημιουργεί η άνοδος των τιμών, με σκοπό επιστρέψει μέρος αυτών των πόρων στην οικονομία μέσω στοχευμένων παρεμβάσεων.
Η ελληνική κυβέρνηση υποστηρίζει πως το εμπόδιο σε αυτό είναι ότι τα ισχύοντα ευρωπαϊκά όρια δαπανών περιορίζουν τις δυνατότητες των κυβερνήσεων να χρησιμοποιήσουν αυτά τα χρήματα, ακόμη και όταν υπάρχουν διαθέσιμοι δημοσιονομικοί πόροι.
Να σημειωθεί ότι η Κομισιόν έχει μέχρι στιγμής απορρίψει αιτήματα της Αθήνας και της Ρώμης για πρόσθετη δημοσιονομική ευελιξία, με τις Βρυξέλλες να υποστηρίζουν ότι οι συνέπειες του πληθωρισμού λαμβάνονται ήδη υπόψη στους υφιστάμενους κανόνες, προειδοποιώντας πως νέες εξαιρέσεις θα μπορούσαν να αποδυναμώσουν τη δημοσιονομική πειθαρχία στην ΕΕ.
Διαφάνεια στις τιμές του ρεύματος ζητά η Αυστρία
Ο Αυστριακός καγκελάριος Κρίστιαν Στόκερ, από τη μεριά του, επανέφερε την πρόταση για μεγαλύτερη διαφάνεια στις ευρωπαϊκές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας· μία πρόταση που για πρώτη φορά είχε παρουσιάσει τον Ιούνιο.
Ουσιαστικά πρόκειται για μία πρωτοβουλία επικεντρωμένη στον μηχανισμό διαμόρφωσης των τιμών, αφού το φυσικό αέριο συχνά καθορίζει την τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος στη χονδρεμπορική, ακόμη και όταν σημαντικό μέρος της παραγωγής προέρχεται από φθηνότερες πηγές.
«Μόνο εάν γνωρίζουμε ακριβώς πώς διαμορφώνονται οι τιμές της ενέργειας μπορούμε να προχωρήσουμε στα επόμενα βήματα», ανέφερε Ευρωπαίος διπλωμάτης, περιγράφοντας την πρόταση του Στόκερ.



