Καθοριστική θεωρείται, πάντως, η σημερινή συνεδρίαση, Παρασκευή (6/11) της Επιτροπής Χορήγησης Αδειών Ερευνών Θαλάσσης (ΕΧΑΕΘ), η οποία θα εξετάσει το αίτημα της Nexans, της εταιρείας που έχει αναλάβει την κατασκευή του καλωδίου, για την κατ' εξαίρεση χρήση του εξειδικευμένου ερευνητικού πλοίου «VB Abeille Marengo».
Το πλοίο βρίσκεται στο λιμάνι του Ηρακλείου από τις 27 Οκτωβρίου και, σύμφωνα με πληροφορίες, έχει ενημερώσει το τοπικό Λιμεναρχείο ότι προγραμματίζει να αναχωρήσει σήμερα. Εφόσον δοθεί το πράσινο φως από την αρμόδια Επιτροπή, θα ακολουθήσει η υπογραφή της σχετικής απόφασης από τον υπουργό Εξωτερικών, Γιώργο Γεραπετρίτη, και η διαβίβασή της στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Στη συνέχεια, η Υδρογραφική Υπηρεσία του Πολεμικού Ναυτικού θα εκδώσει τη NAVTEX, καθορίζοντας το πλαίσιο και τη διάρκεια των ερευνών.
Η επανεκκίνηση που κρίνει την πορεία του επενδυτικού σχεδίου
Στο μεταξύ, η επιστροφή των ερευνητικών εργασιών στη θαλάσσια περιοχή της Κάσου αποτελεί βασική προϋπόθεση για την προώθηση του GSI, καθώς εκεί είχαν διακοπεί οι προηγούμενες έρευνες το καλοκαίρι του 2024, έπειτα από την παρέμβαση τουρκικών πολεμικών πλοίων κατά την αποστολή του ιταλικού ερευνητικού σκάφους «Ievoli Relume».
Έκτοτε, το έργο βρέθηκε αντιμέτωπο με σημαντικές καθυστερήσεις και γεωπολιτικές αβεβαιότητες, οι οποίες επηρέασαν τον προγραμματισμό του. Η επανέναρξη των ερευνών θεωρείται, συνεπώς, ένα ουσιαστικό βήμα για την αποκατάσταση της επιχειρησιακής προόδου και την ενίσχυση της αξιοπιστίας του σχεδιασμού.
Η σημασία του GSI δεν περιορίζεται στη δημιουργία μιας νέας ηλεκτρικής διασύνδεσης. Η υλοποίησή του συνδέεται με την άρση της ενεργειακής απομόνωσης της Κύπρου, την ενίσχυση της διασυνοριακής μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας και τη δυνατότητα καλύτερης αξιοποίησης των ενεργειακών πόρων της ευρύτερης περιοχής.
Παράλληλα, η διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου σχεδιασμού για την ανάπτυξη ηλεκτρικών λεωφόρων στην Ανατολική Μεσόγειο, με δυνητικές επιπτώσεις στην ασφάλεια εφοδιασμού και στη λειτουργία των ενεργειακών αγορών.
Η Meridiam φέρνει γαλλικό επενδυτικό αποτύπωμα στο GSI
Σημειώνεται ότι μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις για το επενδυτικό σκέλος του έργου ήταν η είσοδος του γαλλικού επενδυτικού ομίλου Meridiam, ο οποίος τον περασμένο Αύγουστο απέκτησε το πλειοψηφικό πακέτο της εταιρείας του Great Sea Interconnector.
Η συμμετοχή της Meridiam προσδίδει στο έργο ισχυρότερη διεθνή επενδυτική διάσταση και ενισχύει το ενδιαφέρον γύρω από τη χρηματοδότηση και την υλοποίησή του. Η γαλλική παρουσία αποκτά, παράλληλα, ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ενεργειακές υποδομές αντιμετωπίζονται ως στρατηγικές επενδύσεις για την ευρωπαϊκή οικονομία.
Η συμμετοχή ενός μεγάλου επενδυτικού ομίλου δημιουργεί νέα δεδομένα ως προς τη μετοχική σύνθεση και την επιχειρηματική διάσταση του GSI, χωρίς ωστόσο να εξαλείφει τις προκλήσεις που σχετίζονται με την πρόοδο των εργασιών, το χρονοδιάγραμμα και τις γεωπολιτικές συνθήκες.
Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι διπλωματικές επαφές μεταξύ Παρισιού και Άγκυρας. Στις 28 Οκτωβρίου ο Εμανουέλ Μακρόν είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, μία ημέρα μετά την άφιξη του ερευνητικού πλοίου στο Ηράκλειο. Αν και δεν ανακοινώθηκε επισήμως ότι το GSI αποτέλεσε αντικείμενο της συνομιλίας, η χρονική συγκυρία έχει προκαλέσει ενδιαφέρον.
Παράλληλα, η Γαλλίδα πρέσβης στην Άγκυρα, Ιζαμπέλ Ντυμόντ, συναντήθηκε με τον Τούρκο υφυπουργό Εξωτερικών Μεχμέτ Κεμάλ Μποζάι, σε μια περίοδο αυξημένης κινητικότητας στις διπλωματικές σχέσεις των δύο χωρών.
Ο γεωπολιτικός κίνδυνος και οι επιπτώσεις στο επενδυτικό ρίσκο
Παρά την κινητικότητα για την επανεκκίνηση των ερευνών, ο παράγοντας της Τουρκίας εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις βασικές αβεβαιότητες για την εξέλιξη του έργου.
Η Άγκυρα είχε αντιδράσει στις προηγούμενες έρευνες στην περιοχή της Κάσου, αμφισβητώντας την ελληνική δικαιοδοσία. Το ενδεχόμενο επανάληψης αντίστοιχων κινήσεων παραμένει στο τραπέζι, με την έκδοση τουρκικής αντί-NAVTEX να αποτελεί ένα από τα πιθανά σενάρια.
Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να αυξήσει τη διπλωματική ένταση, χωρίς απαραίτητα να οδηγήσει σε διακοπή των εργασιών. Αντίστοιχο προηγούμενο υπάρχει από τις έρευνες του πλοίου «Kobi Ruegg» για το έργο υποθαλάσσιας οπτικής διασύνδεσης EMC (East to Med Corridor), το οποίο προβλέπεται να συνδέσει την Ελλάδα με τη Σαουδική Αραβία.
Παρά την ανταλλαγή NAVTEX μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας, το συγκεκριμένο έργο συνεχίζει την πορεία υλοποίησής του. Το προηγούμενο αυτό ενισχύει την εκτίμηση ότι μια νέα αντιπαράθεση σε επίπεδο ναυτικών αναγγελιών δεν θα οδηγούσε κατ' ανάγκη σε αναστολή των ερευνών για το GSI.
Το διαφορετικό και σαφώς πιο επικίνδυνο ενδεχόμενο θα ήταν η παρουσία τουρκικών πολεμικών πλοίων με στόχο την παρεμπόδιση των εργασιών. Μια τέτοια κίνηση θα αύξανε σημαντικά τον κίνδυνο ενός θερμού επεισοδίου και θα δημιουργούσε νέα δεδομένα για το χρονοδιάγραμμα και το επενδυτικό ρίσκο του έργου.
Στην Αθήνα, πάντως, δεν θεωρούν πιθανό ένα τέτοιο σενάριο. Ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης είχε δηλώσει στις 21 Οκτωβρίου ότι, σύμφωνα με την εκτίμησή του, δεν διαφαίνεται πρόθεση τουρκικής αντίδρασης.
Το αμερικανικό ενδιαφέρον και η παράμετρος της σταθερότητας
Σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις διαδραματίζει και η στάση των ΗΠΑ, καθώς η Ουάσιγκτον έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει τις ισορροπίες στην περιοχή.
Η Αθήνα προσβλέπει στην αμερικανική στήριξη για την αποτροπή μιας νέας ελληνοτουρκικής κρίσης, με τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο να έχει αφήσει, μετά την επίσκεψή του στην Ελλάδα, περιθώρια για παρασκηνιακές παρεμβάσεις με στόχο την αποκλιμάκωση ενδεχόμενης έντασης.
Ουσιαστικά, η αμερικανική στάση έχει ιδιαίτερη σημασία και λόγω της επιδίωξης της Τουρκίας να επιστρέψει στο πρόγραμμα των μαχητικών F-35. Στην Αθήνα, δε, εκτιμούν ότι η Άγκυρα θα σταθμίσει το ενδεχόμενο επιβάρυνσης των σχέσεών της με την Ουάσιγκτον πριν προχωρήσει σε κινήσεις που θα μπορούσαν να προκαλέσουν ισχυρές αντιδράσεις στο αμερικανικό Κογκρέσο.
Η εκκρεμότητα της ενημέρωσης της Τουρκίας
Ένα ακόμη ζήτημα που παραμένει ανοιχτό αφορά τη διαδικασία ενημέρωσης της Τουρκίας για τις έρευνες. Η ελληνική πλευρά είχε αποδεχθεί το ενδεχόμενο σχετικής γνωστοποίησης, υπό την προϋπόθεση ότι θα αποσαφηνιζόταν πως δεν πρόκειται για αίτημα αδειοδότησης ούτε για αναγνώριση δικαιοδοσίας της Άγκυρας στην περιοχή.
Η συγκεκριμένη επιλογή, ωστόσο, έχει προκαλέσει προβληματισμό στο εσωτερικό της Ελλάδας, καθώς υπάρχει ο φόβος ότι η Τουρκία θα επιχειρήσει να αξιοποιήσει την υπόθεση ως προηγούμενο για άλλες ελληνικές δραστηριότητες στο Αιγαίο.
Τον κίνδυνο αυτό, μάλιστα, είχε επισημάνει και ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής, υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια πρακτική θα μπορούσε να δημιουργήσει την εντύπωση πως η Αθήνα οφείλει να ενημερώνει την Άγκυρα για έργα και παρεμβάσεις ακόμη και εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων.
Σημειώνεται ότι η ελληνική θέση είναι ότι η ενημέρωση έχει αποκλειστικά πληροφοριακό χαρακτήρα και δεν συνιστά αίτημα έγκρισης. Επιπλέον, έχει υποστηριχθεί ότι η σχετική γνωστοποίηση θα απευθυνθεί και σε άλλες χώρες της περιοχής, όπως η Κύπρος, η Αίγυπτος, το Ισραήλ και ο Λίβανος. Η Τουρκία, πάντως, από την πλευρά της, me b;ash analyt;ew, αναμένεται να επιχειρήσει να αξιοποιήσει κάθε διαθέσιμο διπλωματικό μέσο για να προβάλει τις θέσεις της περί διευρυμένης τουρκικής ΑΟΖ και της θεωρίας της «Γαλάζιας Πατρίδας».






