Οι δύο χώρες, ενόψει της συνόδου κορυφής των ηγετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης την επόμενη εβδομάδα, προτείνουν η Ένωση να χαμηλώσει τον πήχη για την επιβολή περιορισμών σε κινεζικά προϊόντα και να επιτρέψει στην ΕΕ να κινείται ταχύτερα σε τέτοιες ενέργειες.
Η κίνηση αυτή αποτελεί ένα υψηλού ρίσκου εγχείρημα ενόψει συνάντησης μεταξύ αξιωματούχων της ΕΕ και της Κίνας για θέματα εμπορίου, η οποία θα πραγματοποιηθεί αυτή την εβδομάδα και έχει ως στόχο να ενισχύσει τη διαπραγματευτική θέση της Ευρώπης.
Το Παρίσι και το Βερολίνο διαφωνούν εδώ και μήνες σχετικά με τον τρόπο προστασίας των Ευρωπαίων κατασκευαστών από τις φθηνές κινεζικές εισαγωγές, λόγω της παραδοσιακής απροθυμίας της Γερμανίας να παρεμβαίνει στο ελεύθερο εμπόριο. Ωστόσο, ο ανταγωνισμός έχει πλήξει ιδιαίτερα τη Γερμανία, τη μεγαλύτερη οικονομία της ΕΕ. Εμβληματικές εταιρείες, μεταξύ των οποίων και η αυτοκινητοβιομηχανία Volkswagen, έχουν ανακοινώσει μαζικές περικοπές θέσεων εργασίας τους τελευταίους μήνες, αλλάζοντας τις αντιλήψεις στο Βερολίνο και ανοίγοντας τον δρόμο για τη γαλλογερμανική πρωτοβουλία, σύμφωνα με αξιωματούχους.
Το προτεινόμενο εργαλείο θα «επιτρέπει αποφασιστική και συστημική αντίδραση... και ισχυρά μέτρα, μέχρι και την άμεση διακοπή της πρόσβασης στην ενιαία αγορά, εφόσον χρειαστεί», έγραψαν ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν και ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς σε επιστολή τους προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Σύμφωνα με την επιστολή, θα μπορούσε να χρησιμοποιείται όταν ένας εμπορικός εταίρος υπονομεύει σκόπιμα τους όρους του θεμιτού ανταγωνισμού και στρεβλώνει την αγορά της Ένωσης.
Η πρόταση αποσκοπεί στην αποκατάσταση της ισορροπίας ισχύος μεταξύ δύο από τα μεγαλύτερα εμπορικά μπλοκ του κόσμου, παρέχοντας στην ΕΕ ένα εργαλείο παρόμοιο με το Section 301 των ΗΠΑ, το οποίο παρέχει ευρεία δυνατότητα επιβολής δασμών σε εμπορικούς εταίρους, σύμφωνα με ανώτερους Γερμανούς κυβερνητικούς αξιωματούχους.
Θα επέτρεπε στις Βρυξέλλες να αντιδρούν γρήγορα και δυναμικά σε περίπτωση που η Κίνα περιορίσει κρίσιμες εξαγωγές προς την Ευρώπη. Οι κινεζικοί περιορισμοί στις εξαγωγές σπάνιων γαιών πέρυσι προκάλεσαν αναταράξεις στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες, προκαλώντας διαταραχές που, σύμφωνα με Ευρωπαίους αξιωματούχους, ανάγκασαν ορισμένες δυτικές μονάδες να μειώσουν την παραγωγή τους.
Το Επιμελητήριο Εμπορίου της Κίνας στην ΕΕ δήλωσε ότι ανησυχεί για την πρόταση ενός νέου εμπορικού εργαλείου που θα βασίζεται στο Section 301, υποστηρίζοντας ότι θα μπορούσε να αυξήσει την αβεβαιότητα και να υπονομεύσει την αμοιβαία εμπιστοσύνη.
Οι Γερμανοί αξιωματούχοι διευκρίνισαν ότι το εργαλείο δεν θα στοχεύει συγκεκριμένα κάποια χώρα και θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ακόμη και εναντίον των ΗΠΑ, εάν ο εμπορικός πόλεμος που ξεκίνησε πέρυσι ο πρόεδρος Τραμπ κλιμακωθεί εκ νέου.
Ένας από τους αξιωματούχους το περιέγραψε ως «όπλο δεύτερου χτυπήματος», το οποίο θα χρησιμοποιείται μόνο ως απάντηση σε μέτρα οικονομικού εξαναγκασμού, όπως μαζικοί, αιφνίδιοι ή αυθαίρετοι δασμοί ή απαγορεύσεις εξαγωγών που αποτελούν σημαντική απειλή για την οικονομία. Ο αξιωματούχος υποστήριξε ότι θα πρέπει να λειτουργεί αποτρεπτικά, ώστε να πείσει το Πεκίνο να συμμετάσχει σε συνομιλίες για τρόπους εξισορρόπησης των εμπορικών σχέσεων Κίνας-Ευρώπης.
Το Παρίσι και το Βερολίνο υποστηρίζουν ότι η χρήση του εμπορίου ως πολιτικού όπλου από τις μεγάλες δυνάμεις του κόσμου — συμπεριλαμβανομένων των αμερικανικών δασμών που επιβλήθηκαν πέρυσι με την αφορμή της «Ημέρας Απελευθέρωσης» — απαιτεί από την Ευρώπη να δράσει.
Τέτοιες κινήσεις θέτουν σε κίνδυνο «όχι μόνο την ευρωπαϊκή οικονομία, και ιδιαίτερα τη θέση της ως σημαντικής βιομηχανικής παραγωγού και την ικανότητά της να καινοτομεί, αλλά και τη θέση της ΕΕ ως κυρίαρχου και σημαντικού διεθνούς παράγοντα», έγραψαν οι δύο κυβερνήσεις σε κοινό έγγραφο που δημοσιοποιήθηκε επίσης τη Δευτέρα.
Τα τελευταία χρόνια η ΕΕ έχει διατηρήσει την αγορά της πιο ανοιχτή στις κινεζικές εισαγωγές σε σχέση με τις ΗΠΑ, οι οποίες επέβαλαν υψηλούς δασμούς στα ηλεκτρικά οχήματα και άλλα προϊόντα, σε μια προσπάθεια να προστατεύσουν τους εγχώριους κατασκευαστές. Ωστόσο, οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι ανησυχούν όλο και περισσότερο για την απότομη αύξηση συγκεκριμένων εισαγωγών, οι οποίες, όπως υποστηρίζουν, θέτουν σε κίνδυνο τη βιομηχανική παραγωγή της Ένωσης.
«Υπάρχουν σημαντικοί τομείς της οικονομίας μας που αντιμετωπίζουν επίμονες και ασυνήθιστα μεγάλες αυξήσεις στις εισαγωγές», συμπεριλαμβανομένων των μηχανημάτων, της κλωστοϋφαντουργίας, των βασικών μετάλλων και των χημικών προϊόντων, δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ο Denis Redonnet, αρμόδιος για την εφαρμογή της εμπορικής πολιτικής στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. «Η Κίνα και τα προϊόντα κινεζικής προέλευσης είναι ο βασικός παράγοντας αυτών των αυξήσεων στις εισαγωγές.»
Η ΕΕ ζητά εδώ και χρόνια από την Κίνα να αλλάξει το μοντέλο ανάπτυξης που βασίζεται στις εξαγωγές, με κορυφαίους αξιωματούχους να υποστηρίζουν ότι η Ένωση πρέπει να «μειώσει τους κινδύνους» (derisk) στις οικονομικές της σχέσεις, διαφοροποιώντας τις εφοδιαστικές αλυσίδες και τις αγορές εξαγωγών της. Το γαλλογερμανικό έγγραφο υποστηρίζει επίσης τη μείωση των κινδύνων, χωρίς ωστόσο να κατονομάζει την Κίνα.
Το εμπορικό έλλειμμα της ΕΕ με την Κίνα έφτασε πέρυσι τα 360 δισεκατομμύρια ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σε περισσότερα από 400 δισεκατομμύρια δολάρια ή πάνω από 1 δισεκατομμύριο δολάρια την ημέρα. Ο περιορισμός αυτής της εξάρτησης παραμένει δύσκολος, επειδή η Ένωση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την Κίνα για κρίσιμες πρώτες ύλες — μεταξύ άλλων και για υλικά που απαιτούνται για την ανασυγκρότηση της αμυντικής της βιομηχανίας.
Με τις δύο μεγαλύτερες οικονομίες της ΕΕ πλέον να συμφωνούν στην ίδια κατεύθυνση, φαίνεται πιθανό να υπάρξει συμφωνία στη σύνοδο κορυφής της επόμενης εβδομάδας, ώστε να ζητηθεί από την Επιτροπή να προτείνει αυστηρότερα μέτρα.
Εκπρόσωπος της Επιτροπής δήλωσε ότι η επιστολή ευθυγραμμίζεται με το έργο της Επιτροπής και αποτελεί πολύτιμη συμβολή στη συνεχιζόμενη συζήτηση σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης των οικονομικών κινδύνων και ανισορροπιών. Πρόσθεσε ότι το θέμα θα συζητηθεί περαιτέρω κατά τη σύνοδο κορυφής της επόμενης εβδομάδας.



