Το αυξημένο ενεργειακό κόστος βρίσκεται στο επίκεντρο της ευρύτερης συζήτησης για την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας, η οποία αναμένεται να κυριαρχήσει στη διήμερη σύνοδο κορυφής των Ευρωπαίων ηγετών στις Βρυξέλλες, που ξεκινά σήμερα. Η σύγκρουση στον Περσικό Κόλπο έχει ωθήσει προς τα πάνω τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, τροφοδοτώντας τις πληθωριστικές πιέσεις και επιβαρύνοντας τις προοπτικές ανάπτυξης στα 27 κράτη-μέλη της Ένωσης.
Σύμφωνα με ανώτερο αξιωματούχο της ΕΕ, ο οποίος μίλησε υπό καθεστώς ανωνυμίας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένεται να καταστήσει σαφές στους ηγέτες ότι δεν υπάρχει κάποια «μαγική λύση» που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει άμεσα το πρόβλημα των υψηλών τιμών ενέργειας.
Η αντιπαράθεση με το Ιράν έχει ήδη αυξήσει κατά περισσότερα από 100 δισ. ευρώ το κόστος των ευρωπαϊκών εισαγωγών ορυκτών καυσίμων. Ταυτόχρονα, τα αποθέματα φυσικού αερίου στην περιοχή έχουν υποχωρήσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, εντείνοντας τις ανησυχίες ενόψει του χειμώνα.
Περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια για παρεμβάσεις
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καλούνται να αντιμετωπίσουν ένα ιδιαίτερα σύνθετο πρόβλημα. Η επιβολή ανώτατων ορίων τιμών ή η μείωση της φορολογίας στην ενέργεια θα μπορούσαν να προσφέρουν ανακούφιση σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, συνεπάγονται όμως σημαντικό δημοσιονομικό κόστος. Την ίδια στιγμή, οι κρατικοί προϋπολογισμοί βρίσκονται υπό αυξανόμενη πίεση, ενώ η άνοδος των επιτοκίων επιβαρύνει περαιτέρω το κόστος χρηματοδότησης.
«Οι ηγέτες της ΕΕ έρχονται αντιμέτωποι με ένα δεύτερο ενεργειακό σοκ μέσα σε τέσσερα χρόνια· αυτή τη φορά, ωστόσο, με υψηλότερο δημόσιο χρέος και αυξημένο κόστος δανεισμού», δήλωσε η Elise Viadere, ερευνήτρια στο Centre for European Reform.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξετάζει την επέκταση των κοινών αγορών ενέργειας, ενώ παράλληλα προχωρά στην αναβολή κανονισμού για τις εκπομπές μεθανίου που συνδέονται με τις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων και στην παράταση των κρατικών ενισχύσεων προς κλάδους που έχουν πληγεί σοβαρά.
Ωστόσο, σύμφωνα με το Bloomberg, οι συγκεκριμένες πρωτοβουλίες δεν αναμένεται να περιορίσουν άμεσα τις τιμές, καθώς η Ευρώπη εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Μελόνι και Μερτς προτείνουν παρεμβάσεις στις τιμές και στη φορολογία
Στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων, η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι δήλωσε την Τετάρτη ότι βρίσκεται κοντά σε συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη θέσπιση ανώτατου ορίου στην τιμή του φυσικού αερίου που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.
Από την πλευρά του, ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς πρότεινε σημαντική μείωση των φόρων στο ηλεκτρικό ρεύμα για το σύνολο των καταναλωτών. Παραμένει, ωστόσο, ανοιχτό το ερώτημα κατά πόσο υπάρχουν τα απαραίτητα δημοσιονομικά περιθώρια για την εφαρμογή ενός τέτοιου μέτρου.
Σύμφωνα με προσχέδιο συμπερασμάτων της συνόδου, το οποίο επικαλείται το Bloomberg, οι ηγέτες της ΕΕ αναμένεται να ζητήσουν από την Επιτροπή να παρουσιάσει πρόσθετες προτάσεις για την αντιμετώπιση των υψηλών τιμών ενέργειας βραχυπρόθεσμα. Το προσχέδιο, πάντως, δεν προσδιορίζει ποια μέτρα θα μπορούσαν να υιοθετηθούν.
Στο τραπέζι φόρος στα υπερκέρδη των ενεργειακών εταιρειών
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξετάζει τις επιπτώσεις από την ενδεχόμενη επιβολή φόρου σε επίπεδο ΕΕ στα υπερκέρδη των ενεργειακών επιχειρήσεων.
Μια τέτοια πρωτοβουλία θα παρέπεμπε στην «εισφορά αλληλεγγύης» που εφαρμόστηκε μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022. Το συγκεκριμένο μέτρο προέβλεπε, μεταξύ άλλων, φόρο 33% επί των υπερκερδών των ενεργειακών ομίλων, ενώ είχε θεσπιστεί και ανώτατο όριο εσόδων για τους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας χαμηλού κόστους.
Η επαναφορά ενός αντίστοιχου μηχανισμού, ωστόσο, ενδέχεται να προκαλέσει αντιδράσεις μεταξύ των κρατών-μελών. Επιπλέον, εκφράζονται ανησυχίες ότι η φορολόγηση των υπερκερδών θα μπορούσε να αποθαρρύνει επενδύσεις σε διυλιστήρια πετρελαίου, οι οποίες θεωρούνται κρίσιμες για την επάρκεια εφοδιασμού τόσο των πολιτών όσο και της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας.
Την ίδια ημέρα με τη σύνοδο κορυφής, πραγματοποιείται και συνάντηση του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, στο πλαίσιο της οποίας αναμένεται να εξεταστούν αποφάσεις σχετικά με τη δέσμευση των χωρών της G7 για την άμεση διοχέτευση αποθεμάτων ντίζελ στην αγορά.
Η ενεργειακή μετάβαση και οι διαφωνίες για το ETS
Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, οι Ευρωπαίοι ηγέτες αναμένεται να επαναλάβουν ότι η επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης αποτελεί την αποτελεσματικότερη στρατηγική για τη μείωση του ενεργειακού κόστους και τον περιορισμό της εξάρτησης από τις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων.
Παρά τη γενική αυτή κατεύθυνση, εξακολουθούν να υπάρχουν διαφωνίες μεταξύ των κρατών-μελών σχετικά με την αναθεώρηση του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ETS) της ΕΕ.
Η συζήτηση αναδεικνύει τη δυσκολία εξισορρόπησης μεταξύ της άμεσης ανάγκης για στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων, της δημοσιονομικής σταθερότητας και των μακροπρόθεσμων στόχων της ενεργειακής μετάβασης. Με τις τιμές των καυσίμων να παραμένουν υπό την επίδραση της γεωπολιτικής κρίσης, η Ευρώπη αναζητά παρεμβάσεις που θα περιορίσουν τις οικονομικές επιπτώσεις χωρίς να επιβαρύνουν υπέρμετρα τους δημόσιους προϋπολογισμούς ή να υπονομεύσουν τις αναγκαίες επενδύσεις στον ενεργειακό τομέα.



