Πιο αναλυτικά, η συμφωνία του Τραμπ με τον Ρώσο πρόεδρο, Βλαντίμιρ Πούτιν, για τη χαλάρωση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας, με στόχο την προμήθεια των διεθνών αγορών με ντίζελ, καθώς και οι περιορισμοί στην ανταλλαγή πληροφοριών των ΗΠΑ με τις ουκρανικές δυνάμεις, έχουν φέρει τον πρόεδρο της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, σε δύσκολη θέση, καθώς πλησιάζει ο χειμώνας.
Ειδικότερα, οι υψηλότερες τιμές του ντίζελ, το οποίο είναι απαραίτητο για τη μεταφορά αγαθών και τη γεωργική παραγωγή, τείνουν να αυξάνουν το κόστος σε ολόκληρη την οικονομία και να τροφοδοτούν τον πληθωρισμό. Καθώς πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ τον Νοέμβριο, ο Τραμπ δέχεται πιέσεις να μειώσει το κόστος των καυσίμων.
Ωστόσο, ειδικοί δήλωσαν στο CNBC ότι η συμφωνία για το ντίζελ θα προσφέρει στη Ρωσία μόνο ένα οριακό οικονομικό όφελος και δεν αναμένεται να επηρεάσει ουσιαστικά τις διεθνείς τιμές ενέργειας.
Σε αυτή την κατεύθυνση λοιπόν, επισημαίνεται ότι οι ευρύτερες πολιτικές επιπτώσεις της ενδέχεται να είναι σημαντικότερες, καθώς θα μπορούσε να ενισχύσει την πεποίθηση του Κρεμλίνου ότι μπορεί να εξασφαλίζει παραχωρήσεις από την Ουάσιγκτον χωρίς να προχωρά σε συμβιβασμούς για την Ουκρανία.
«Το βασικό κέρδος της Ρωσίας είναι πολιτικό: η απόφαση του Τραμπ μειώνει την πίεση των κυρώσεων και υπονομεύει την ενότητα της Δύσης», δήλωσε στο CNBC ο Σεργκέι Αλεξασένκο, ανώτερος ερευνητής και επικεφαλής του τομέα Οικονομικών στο Κέντρο NEST.
Η συμφωνία για το ντίζελ
Η συμφωνία του Τραμπ με τον Πούτιν προβλέπει ότι η Ρωσία θα προμηθεύσει τη διεθνή αγορά με 4,8 εκατομμύρια μετρικούς τόνους ντίζελ. Η ποσότητα αυτή αντιστοιχεί περίπου σε δέκα ημέρες εγχώριας κατανάλωσης στις ΗΠΑ ή σε μία ημέρα παγκόσμιας ζήτησης. Σύμφωνα με ειδικούς, η συμφωνία θα έχει περιορισμένη επίδραση στις τιμές.
«Δεν αγγίζει καν την επιφάνεια του προβλήματος — είναι μια εξαιρετικά μικρή ποσότητα», σημείωσε τη Δευτέρα στο CNBC ο Νιλ Άτκινσον, πρώην επικεφαλής του τμήματος πετρελαϊκής βιομηχανίας και αγορών του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (ΔΟΕ).
Ο Αλεξασένκο εκτίμησε ότι το αρχικό στάδιο της συμφωνίας, το οποίο προβλέπει την προμήθεια 1,8 εκατομμυρίων μετρικών τόνων ντίζελ, θα μπορούσε να αποφέρει στη Ρωσία πρόσθετα έσοδα από εξαγωγές ύψους έως και 1,25 δισ. δολαρίων μέσα σε τρεις μήνες. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί περίπου στο 1% των εσόδων της Ρωσίας από εξαγωγές εμπορευμάτων κατά την ίδια περίοδο.
Ωστόσο, το όφελος για τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό της Ρωσίας θα ήταν σημαντικά μικρότερο, καθώς θα περιοριζόταν σε λιγότερα από 30 εκατ. δολάρια τον μήνα, ποσό που αντιστοιχεί σε λιγότερο από το 0,07% των μηνιαίων ομοσπονδιακών εσόδων.
Σύμφωνα με τον Αλεξασένκο, επομένως, η συμφωνία δύσκολα θα ενίσχυε ουσιαστικά τους οικονομικούς πόρους που διαθέτει η Ρωσία για τη χρηματοδότηση του πολέμου.
Στον αντίποδα, το βασικό όφελος για τη Μόσχα είναι πολιτικό, καθώς μειώνεται η πίεση των κυρώσεων και υπονομεύεται η ενότητα της Δύσης, χωρίς ο Πούτιν να χρειάζεται να κάνει παραχωρήσεις για την Ουκρανία, όπως δήλωσε στο CNBC.
Ο ερευνητής υποστήριξε επίσης ότι οι πρόσθετες ποσότητες ρωσικού ντίζελ που θα διοχετευθούν στις διεθνείς αγορές δεν επαρκούν για να προκαλέσουν αισθητή μείωση στις τιμές των καυσίμων για τους καταναλωτές βραχυπρόθεσμα.
«Η χρηματοδότηση του πολέμου αποτελεί σήμερα προτεραιότητα για τον Πούτιν και είναι διατεθειμένος να αυξήσει τις σχετικές δαπάνες, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει περικοπές σε όλες τις υπόλοιπες δαπάνες», πρόσθεσε ο Αλεξασένκο, παραπέμποντας στο προσχέδιο του ρωσικού προϋπολογισμού για το 2027.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα για την Ουκρανία
«Αντί να ενθαρρύνει συμβιβασμούς, η συμφωνία για το ντίζελ είναι πιθανό να ενισχύσει την πεποίθηση της Μόσχας ότι η συνέχιση της πίεσης θα οδηγήσει τελικά σε νέες παραχωρήσεις από τη Δύση», δήλωσε στο CNBC η Μαρία Σνεγκοβάγια, ανώτερη ερευνήτρια στο Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών (CSIS).
Μιλώντας την Παρασκευή (16/10) σε δημοσιογράφους στις Βρυξέλλες, ο Ζελένσκι προειδοποίησε επίσης ότι η συμφωνία για το ντίζελ θα μπορούσε να δημιουργήσει προηγούμενο για περαιτέρω χαλάρωση των κυρώσεων. Παράλληλα, επισήμανε ότι η Ουκρανία εξακολουθεί να εξαρτάται από την αμερικανική στρατιωτική τεχνολογία και τις υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ, παρά τις προσπάθειές της να αναπτύξει εναλλακτικές λύσεις.
«Οι κυρώσεις θα αρθούν μετά το φυσικό αέριο», δήλωσε ο Ζελένσκι. «Θα αρθούν και για κάτι άλλο. Στη συνέχεια, αυτό θα επεκταθεί στο τραπεζικό σύστημα, σε συγκεκριμένα πρόσωπα και στη χημική βιομηχανία».
Νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, δημοσιεύματα ανέφεραν ότι η στρατιωτική εφαρμογή Starshield της SpaceX, η οποία βασίζεται στην τεχνολογία του Starlink, έχει τεθεί υπό περιορισμούς στην Ουκρανία. Ο διευθύνων σύμβουλος της SpaceX, Έλον Μασκ, δήλωσε σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Χ ότι η αμερικανική κυβέρνηση και ο πρόεδρος είναι τελικά υπεύθυνοι για τυχόν περιορισμούς στη λειτουργία του δικτύου.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Reuters, το οποίο επικαλείται τρεις αξιωματούχους που γνωρίζουν την υπόθεση, η εντολή για τον περιορισμό της χρήσης του Starshield στην Ουκρανία προήλθε από το εσωτερικό του Λευκού Οίκου.
Οι συνέπειες έγιναν ιδιαίτερα αισθητές στην Ουκρανία. Μετά τη μείωση των ορίων ταχύτητας του Starlink, οι ουκρανικές δυνάμεις αδυνατούσαν να καταρρίψουν ορισμένα ρωσικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones). Επιπλέον, σύμφωνα με Ουκρανούς αξιωματούχους, η χώρα δεν έλαβε αυτή την εβδομάδα έγκαιρη προειδοποίηση από εταίρους της για εισερχόμενους βαλλιστικούς πυραύλους, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους άμαχοι.
Σε αυτό το φόντο, ο Σερχίι Ντερκάτς, πρώτος αναπληρωτής υπουργός Ανάκαμψης, Υποδομών και Μεταφορών της Ουκρανίας, δήλωσε ότι οι περιορισμοί στο Starlink ενθάρρυναν τη Ρωσία να εντείνει τις επιθέσεις της κατά της χώρας.
«Με τις ΗΠΑ να περιορίζουν τη χρήση των συστημάτων Starlink στο πεδίο της μάχης, η Ρωσία θεωρεί ότι αυτή είναι η κατάλληλη στιγμή για να προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερο πόνο και περισσότερα δεινά στις ουκρανικές πολιτικές υποδομές», δήλωσε ο Ντερκάτς στο CNBC την Παρασκευή.
Οι ρωσικές αρχές δεν απάντησαν στα επανειλημμένα αιτήματα του CNBC για σχολιασμό.
Πολιτικό πλήγμα
Η συμφωνία για το ντίζελ αποτελεί πολιτικό και ηθικό πλήγμα για την Ουκρανία και τη δυτική συμμαχία, σύμφωνα με τη Σνεγκοβάγια.
Η εξαίρεση από τις αμερικανικές κυρώσεις, η οποία ισχύει έως τον Απρίλιο του 2027, θα μπορούσε να διευκολύνει τις ρωσικές εξαγωγές ντίζελ πέραν της αρχικά ανακοινωθείσας ποσότητας, αυξάνοντας ενδεχομένως τα οικονομικά οφέλη για τη Μόσχα, προειδοποίησε.
«Εάν ο Λευκός Οίκος χρησιμοποιήσει τη στρατιωτική και πληροφοριακή υποστήριξή του ως μοχλό πίεσης για να περιορίσει τα ουκρανικά πλήγματα, οι επιπτώσεις θα μπορούσαν να είναι πολύ σημαντικότερες», δήλωσε η Σνεγκοβάγια, προσθέτοντας ότι οι ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια πετρελαίου έχουν προκαλέσει σημαντικό οικονομικό κόστος στη Μόσχα.
Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να έχει πολύ σοβαρότερες συνέπειες για τις προσπάθειες της Ουκρανίας να αποδυναμώσει την πολεμική οικονομία της Ρωσίας, πρόσθεσε.



